Ενας ήρωας… αξιοπρεπής
Ενας ήρωας… αξιοπρεπής
Στο θέατρο Βρετάνια θα βρίσκεται -μεταξύ άλλων- φέτος ο Γιάννης Μπέζος και πιο συγκεκριμένα στην παράσταση «Ενας ήρωας με παντόφλες» που έχει σκηνοθετήσει και πρωταγωνιστή ο ίδιος.
Τον συναντώ στο καμαρίνι του στο θέατρο Βρετάνια, όπου μετράει αντίστροφα για την πρεμιέρα του έργου «Ενας ήρωας με παντόφλες» των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου στις 10 Οκτωβρίου.
«Για μένα είναι το καλύτερο έργο του συγγραφικού αυτού διδύμου και ίσως το μοναδικό τους που δείχνει ένα κομμάτι της ζωής έτσι ακριβώς όπως είναι και όχι μόνο τη μία της πλευρά, δηλαδή την αστεία», μου λέει. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, 11 χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση στη σκηνή, για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του Μπέζου. Το γέλιο φυσικά δεν λείπει, αλλά έχουμε να κάνουμε κατά βάση με μία ιδιαιτέρως πικρή κωμωδία.

Ο ίδιος ο Μπέζος υποδύεται τον απόστρατο στρατηγό Δεκαβάλλα -ρόλο που δόξασε ο Βασίλης Λογοθετίδης τόσο στη σκηνή όσο και στο πανί- που ζει φτωχικά και τίμια, όταν δέχεται την επίσκεψη του εξαδέλφου του, που τον πληροφορεί ότι η πατρίδα για να τον τιμήσει αποφάσισε να ανεγείρει τον ανδριάντα του. Στην πορεία όμως ο στρατηγός συνειδητοποιεί ότι μέσα από το συγκεκριμένο έργο οι επιτήδειοι επιθυμούν να τσεπώσουν μερικά εκατομμύρια από το Δημόσιο.
Ο Γιάννης Μπέζος εστιάζει σε μία λέξη-κλειδί που διαπνέει συνολικά τον ήρωά του. Το καθήκον. «Πώς μεταφράζεται για εσάς το καθήκον;» τον ρωτάω. «Είναι κάτι που ή το αντιλαμβάνεσαι ή δεν το αντιλαμβάνεσαι. Τι είναι αυτό που μας κρατάει από το να ρίξουμε μια μπουνιά ο ένας στον άλλον; Το καθήκον.
«Για μένα είναι το καλύτερο έργο του συγγραφικού αυτού διδύμου και ίσως το μοναδικό τους που δείχνει ένα κομμάτι της ζωής έτσι ακριβώς όπως είναι και όχι μόνο τη μία της πλευρά, δηλαδή την αστεία», μου λέει. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, 11 χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση στη σκηνή, για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του Μπέζου. Το γέλιο φυσικά δεν λείπει, αλλά έχουμε να κάνουμε κατά βάση με μία ιδιαιτέρως πικρή κωμωδία.

Ο ίδιος ο Μπέζος υποδύεται τον απόστρατο στρατηγό Δεκαβάλλα -ρόλο που δόξασε ο Βασίλης Λογοθετίδης τόσο στη σκηνή όσο και στο πανί- που ζει φτωχικά και τίμια, όταν δέχεται την επίσκεψη του εξαδέλφου του, που τον πληροφορεί ότι η πατρίδα για να τον τιμήσει αποφάσισε να ανεγείρει τον ανδριάντα του. Στην πορεία όμως ο στρατηγός συνειδητοποιεί ότι μέσα από το συγκεκριμένο έργο οι επιτήδειοι επιθυμούν να τσεπώσουν μερικά εκατομμύρια από το Δημόσιο.
Ο Γιάννης Μπέζος εστιάζει σε μία λέξη-κλειδί που διαπνέει συνολικά τον ήρωά του. Το καθήκον. «Πώς μεταφράζεται για εσάς το καθήκον;» τον ρωτάω. «Είναι κάτι που ή το αντιλαμβάνεσαι ή δεν το αντιλαμβάνεσαι. Τι είναι αυτό που μας κρατάει από το να ρίξουμε μια μπουνιά ο ένας στον άλλον; Το καθήκον.
Το ότι κατανοούμε πως πρέπει να ζήσουμε όλοι μαζί και σε αυτό το πλαίσιο είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε θυσίες. Η μεγαλύτερη θυσία είναι όταν θυσιάζεις τα “ψευτοπλούτη’, που λέει και ο Σενέκας, και κρατάς αυτό που σε κάνει ουσιαστικά πλούσιο, την αξιοπρέπεια», μου απαντά.
Η λέξη καθήκον έχει ταυτιστεί στην εποχή μας με κάτι συντηρητικό. Είναι όμως έτσι; «Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις λέξεις. Το καθήκον δεν είναι μόνο απέναντι στην πατρίδα. Η πατρίδα, ξέρετε, είναι κάτι πολύ θεωρητικό. Πατρίδα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο τρόπος που έχουμε αποφασίσει να ζούμε όλοι μας. Ο τρόπος που διασκεδάζουμε, που θάβουμε τους νεκρούς μας, που τρώμε όλοι μαζί στο τραπέζι, που συζητάμε… Είναι ένας πολιτισμός που έχουμε συναποφασίσει. Αυτό είναι πατρίδα. Οταν λοιπόν αυτό δεν το εκμεταλλεύεσαι, αλλά σου αποκαλύπτει κάτι και το πας παρακάτω, κάνεις το καθήκον σου».

Του επισημαίνω ότι σχεδόν 70 χρόνια μετά από τη συγγραφή του, το έργο παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο κυρίως γιατί δεν φαίνεται να έχει αλλάξει τίποτα στη νοοτροπία του Ελληνα. «Δεν αλλάζει έτσι εύκολα μια νοοτροπία. Τα 70 χρόνια είναι μικρός ιστορικός χρόνος», μου υπενθυμίζει. «Τα απομεινάρια του Εμφυλίου Πολέμου τα βλέπουμε ακόμα γύρω μας. Κι αυτό είναι τραγικό. Δεν θα πρέπει να τον ξεχάσουμε τον Εμφύλιο, γιατί είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Το καλύτερο, όμως, που πρέπει να κάνουμε για να τον ξεπεράσουμε και να πάμε μπροστά, είναι να τον μάθουμε. Οταν δεν ξέρουμε κάτι μας φοβίζει. Κι ό,τι μας φοβίζει μας κρατάει πίσω».
Σε ένα κριτικό του σημείωμα για το έργο το 1984 ο Κώστας Γεωργουσόπουλος κάνει λόγο για «την αξιοπρέπεια των απλών ανθρώπων, που ανακαλύπτουν πως οι παγίδες που έπεσαν είναι και δικά τους δημιουργήματα, έχουν θυσιαστεί για να τις στήσουν». Ζητάω από τον Γιάννη Μπέζο να μου σχολιάσει αυτή την αλλόκοτη συνενοχή. «Υπάρχει μία διάθεση εκ μέρους μας αντί να αποκαλύψουμε τον ένοχο να τον καλύψουμε τις περισσότερες φορές.
Αυτό έχει να κάνει φυσικά με την ίδια μας την κοινωνία, μία κοινωνία βαθιά συντηρητική, που έβλεπε πάντα το δημόσιο και το κράτος σαν αντίπαλο. Το χειρότερο είναι όμως ότι έχουμε συνηθίσει σε αυτή την παραβατικότητα και την ατιμωρησία», μου τονίζει. «Δεν αντιδράς πολλές φορές, γιατί νιώθεις κι εσύ λίγο ενοχικά. Ολοι έχουμε κάνει το ίδιο πράγμα κατά καιρούς. Με πρώτη την Πολιτεία, η οποία, επειδή λειτουργεί κι αυτή ενοχικά, σε αφήνει και σένα να κάνεις αυτό για να μη σου χαλάσει το χατίρι. Γι’ αυτό δεν υπάρχει και κάθαρση στην Ελλάδα».
Είναι εντυπωσιακό πώς ο Σακελλάριος και ο Γιαννακόπουλος σκιαγραφούν εν έτει 1947 ίσως τη μεγαλύτερη παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας -μια ανοιχτή πληγή μέχρι σήμερα- καταφέρνοντας να μιλήσουν πολύ σοβαρά μέσα από μία κωμωδία. «Είναι αλήθεια ότι συγγραφείς σαν τον Σακελλάριο και τον Γιαννακόπουλο χαρακτήρισαν την εποχή τους και τους χαρακτήριζε και η εποχή. Ηταν παιδιά του πολέμου. Εμείς είμαστε αλλιώς μαθημένοι. Καλοζωισμένοι. Δεν μπορούμε να γράψουμε τέτοια πράγματα, που να εκφράζουν τόσο πολύ τον ψυχικό πόνο», μου εξηγεί ο Γιάννης Μπέζος.
Η συζήτησή μας έρχεται στο θεατρικό τοπίο σήμερα στην Ελλάδα. «Εχει ένα καλό η ελληνική παραγωγή. Εχει ό,τι τραβάει η ψυχή του καθενός. Εχει mainstream παραστάσεις, έχει avant-garde παραστάσεις, τα έχει όλα… Ενδεχομένως να μη συμφωνώ με αρκετά, αλλά αυτό δεν σημαίνει και τίποτα», μου λέει επικροτώντας τον θεατρικό πληθωρισμό. «Το ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θέλουν να εκφραστούν είναι πολύ θετικό. Θα μου πει κάποιος “ναι, αλλά ο καθένας κάνει το ψώνιο του!’. Δεν πειράζει. Ολοι το ψώνιο μας κάνουμε».
Ο ίδιος είναι θετικά διακείμενος στο καινούργιο. Δεν το επικροτεί πάντα, ούτε το αποθεώνει. Ομως πιστεύει πολύ στη νέα γενιά. «Εχουμε προτάσεις από ανθρώπους που έχουν ενδιαφέρον. Μπορεί κάποιοι να ενοχλούνται. Η τέχνη όμως δεν έχει δεδομένα. Είναι ένα ρίσκο. Μια ζαριά. Εξαρτάται ποιος τολμάει να τη ρίξει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και οι νέοι θα πρέπει να συμπεριφέρονται κάποιες φορές με αμετροέπεια. Βέβαια αυτό είναι ίδιον της νιότης, αλλά λίγο λίγο θα πρέπει να καταλάβουν και οι νεότεροι ότι δεν ανακάλυψαν την πυρίτιδα. Πρέπει να διατηρείται πάντα αυτή η αλυσίδα. Το θέατρο δεν γεννήθηκε τώρα», επισημαίνει.

Του ζητάω να σχολιάσει τα φαινόμενα γνωστών θεατρικών παραγωγών, που αφήνουν τους συντελεστές των παραστάσεων απλήρωτους. «Αυτό το φαινόμενο υπήρχε πάντα. Τώρα με την κρίση έχει γιγαντωθεί. Είναι φυσικά απολύτως καταδικαστέο. Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα πάσχει από παραγωγούς. Ο παραγωγός πρέπει να είναι κάποιος που έχει ένα όραμα. Δεν είναι κάποιος που βάζει πέντε δεκάρες και προσπαθεί να βγάλει δέκα κοιτώντας πώς θα κλέψει τους ηθοποιούς και τους συντελεστές μιας παράστασης!» μου λέει και σπεύδει να προσθέσει: «Είναι ευθύνη μας να αντιδρούμε σε αυτά και κυρίως ευθύνη των μεγαλυτέρων, οι οποίοι έχουν και μία πιο ισχυρή δημόσια παρουσία».
Κεφάλαιο Εθνικό Θέατρο. Ο Γιάννης Μπέζος έχει συνεργαστεί αρκετές φορές με την κρατική μας σκηνή. Πάντα με αξιοσημείωτη επιτυχία. Μάλιστα πριν δύο χρόνια είχε εκδηλώσει και το ενδιαφέρον να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού. Τον ρωτάω πώς κρίνει τις επιλογές του νυν διευθυντή Σωτήρη Χατζάκη. «Η μόνη μου ένσταση και το έχω πει και στον ίδιο είναι το πλήθος των παραγωγών. Νομίζω ότι θα είχε ενδιαφέρον να είναι λιγότερες παραγωγές με τον ίδιο κόσμο, καλύτερα υποστηριγμένες οικονομικά, που θα μπορούν να παιχτούν και για μεγαλύτερο διάστημα. Παρ’ όλα αυτά το ρεπερτόριο δεν με ενοχλεί καθόλου. Μου αρέσει. Εξαρτάται, ξέρετε, και πώς μετουσιώνονται σε παραστάσεις τα εκάστοτε έργα. Ομως αυτό δεν είναι ευθύνη του διευθυντή, είναι ευθύνη δική μας», μου απαντά.
Ο ίδιος ετοιμάζεται να ξανασυνεργαστεί με το Εθνικό το ερχόμενο καλοκαίρι σκηνοθετώντας και πρωταγωνιστώντας στις «Εκκλησιάζουσες» με τον Κωστή Μαραβέγια να υπογράφει τη μουσική. «Δεν θέλω να ξαναμπούμε στη λογική των παλιών αριστοφανικών παραστάσεων, που ρίχνουν το βάρος στη λαϊκή πλευρά του πράγματος. Ηταν εξαιρετικά εκτελεσμένη αυτή η οπτική από τον Κουν και από τον Τσιάνο αργότερα. Ομως σήμερα νομίζω χρειάζεται κάτι άλλο. Θέλω το έργο να επικοινωνήσει με τον κόσμο μέσα σε μία ατμόσφαιρα εορταστική και όχι δήθεν πνευματική. Διότι αυτά τα σιχαίνομαι. Προτιμώ να είμαι λιγότερο πνευματικός και περισσότερο τίμιος».
Τα θεατρικά του σχέδια δεν σταματούν εδώ. Εκτός από το θέατρο Βρετάνια και το «Ένας ήρωας με παντόφλες», ο Γιάννης Μπέζος θα βρεθεί τον φετινό χειμώνα και στη σκηνή του Θεάτρου Badminton για μία, κατά βάση, μουσική παράσταση. «Μια Ελλάδα θέατρο» του Δημήτρη Μαλισσόβα κάθε Δευτέρα από τις 17 Νοεμβρίου. «Είναι μία αναδρομή στα τραγούδια που ακούστηκαν πρώτη φορά στο θέατρο.
Όχι όμως τραγούδια, όπως αυτά του Σουγιούλ και του Μουζάκη, που έχουν ακουστεί πολλές φορές με αφορμή πρόσφατες παραστάσεις. Εδώ θα ακούσουμε τραγούδια πολύ μεγάλων συνθετών, όπως του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Κραουνάκη, μέσα από μία παράσταση που διατρέχει 50 χρόνια θέατρο. Πολλοί δεν ξέρουν ότι αυτά τα τραγούδια προέρχονται από παραστάσεις.» μου εξηγεί.
«Τι είναι αυτό που επιθυμείτε για τον εαυτό σας θεατρικά μέσα στα επόμενα χρόνια;» τον ρωτάω. «Θέλω να μην κάνω τα χατίρια του κοινού, αλλά να κάνω αυτό που πραγματικά πιστεύω εγώ για το κοινό. Να παρουσιάσουμε πράγματα που δεν θα έχουν στόχο ούτε να το μπερδέψουμε ούτε να το συναγωνιστούμε σε χυδαιότητα, γιατί το κοινό κάποιες φορές γίνεται χυδαίο. Να είμαστε πιο ψύχραιμοι. Δεν θέλω να κάνω μάθημα στο κοινό, αλλά θέλω οι άνθρωποι να φεύγουν από το θέατρο και να έχουν πάρει κάτι και για το σπίτι», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που τον ηρεμεί όταν πέφτει η αυλαία. «Το διάβασμα. Διαβάζω πολύ. Επίσης μία όμορφη παρέα το βράδυ. Με αποφορτίζει. Και γενικά με ηρεμούν οι κουβέντες για πράγματα που δεν έχουν να κάνουν με τη δουλειά μας. Εμείς οι ηθοποιοί βράζουμε συνεχώς μέσα στο ζουμί μας. Υπάρχει όμως κι ένας κόσμος έξω από εμάς που έχει ενδιαφέρον. Δεν είμαστε μόνο εμείς στη γη. Αυτό λοιπόν που αγαπώ πολύ είναι όταν καταπιάνομαι με άλλα θέματα και προσπαθώ να ανακαλύψω πράγματα που δεν γνωρίζω. Επίσης αγαπώ τη συναναστροφή με νέους ανθρώπους. Εχουν μία απορία στα μάτια οι νέοι, ενώ οι παλιότεροι έχουν μία σιγουριά που με εκνευρίζει», μου λέει και χαμογελάει.
Και μετά το θέατρο τι; «Νομίζω ότι υπάρχει ζωή μετά το θέατρο. Το λέω τώρα. Δεν ξέρω αν γεράσω και με τραβάνε με το ζόρι να φύγω, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει. Οταν είσαι επαγγελματίας την υπηρετείς την τέχνη. Για να την υπηρετήσεις όμως πρέπει να είσαι και έτοιμος γι’ αυτό. Οταν δεν είσαι πια, δεν έχει νόημα», σχολιάζει και καταλήγει με νόημα. «Η διαχείριση της δύσης σου είναι πολύ πιο δύσκολο πράγμα από τη διαχείριση της ανατολής σου». Πόσο δίκιο έχει…
Η λέξη καθήκον έχει ταυτιστεί στην εποχή μας με κάτι συντηρητικό. Είναι όμως έτσι; «Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις λέξεις. Το καθήκον δεν είναι μόνο απέναντι στην πατρίδα. Η πατρίδα, ξέρετε, είναι κάτι πολύ θεωρητικό. Πατρίδα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο τρόπος που έχουμε αποφασίσει να ζούμε όλοι μας. Ο τρόπος που διασκεδάζουμε, που θάβουμε τους νεκρούς μας, που τρώμε όλοι μαζί στο τραπέζι, που συζητάμε… Είναι ένας πολιτισμός που έχουμε συναποφασίσει. Αυτό είναι πατρίδα. Οταν λοιπόν αυτό δεν το εκμεταλλεύεσαι, αλλά σου αποκαλύπτει κάτι και το πας παρακάτω, κάνεις το καθήκον σου».

Του επισημαίνω ότι σχεδόν 70 χρόνια μετά από τη συγγραφή του, το έργο παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο κυρίως γιατί δεν φαίνεται να έχει αλλάξει τίποτα στη νοοτροπία του Ελληνα. «Δεν αλλάζει έτσι εύκολα μια νοοτροπία. Τα 70 χρόνια είναι μικρός ιστορικός χρόνος», μου υπενθυμίζει. «Τα απομεινάρια του Εμφυλίου Πολέμου τα βλέπουμε ακόμα γύρω μας. Κι αυτό είναι τραγικό. Δεν θα πρέπει να τον ξεχάσουμε τον Εμφύλιο, γιατί είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Το καλύτερο, όμως, που πρέπει να κάνουμε για να τον ξεπεράσουμε και να πάμε μπροστά, είναι να τον μάθουμε. Οταν δεν ξέρουμε κάτι μας φοβίζει. Κι ό,τι μας φοβίζει μας κρατάει πίσω».
Σε ένα κριτικό του σημείωμα για το έργο το 1984 ο Κώστας Γεωργουσόπουλος κάνει λόγο για «την αξιοπρέπεια των απλών ανθρώπων, που ανακαλύπτουν πως οι παγίδες που έπεσαν είναι και δικά τους δημιουργήματα, έχουν θυσιαστεί για να τις στήσουν». Ζητάω από τον Γιάννη Μπέζο να μου σχολιάσει αυτή την αλλόκοτη συνενοχή. «Υπάρχει μία διάθεση εκ μέρους μας αντί να αποκαλύψουμε τον ένοχο να τον καλύψουμε τις περισσότερες φορές.
Αυτό έχει να κάνει φυσικά με την ίδια μας την κοινωνία, μία κοινωνία βαθιά συντηρητική, που έβλεπε πάντα το δημόσιο και το κράτος σαν αντίπαλο. Το χειρότερο είναι όμως ότι έχουμε συνηθίσει σε αυτή την παραβατικότητα και την ατιμωρησία», μου τονίζει. «Δεν αντιδράς πολλές φορές, γιατί νιώθεις κι εσύ λίγο ενοχικά. Ολοι έχουμε κάνει το ίδιο πράγμα κατά καιρούς. Με πρώτη την Πολιτεία, η οποία, επειδή λειτουργεί κι αυτή ενοχικά, σε αφήνει και σένα να κάνεις αυτό για να μη σου χαλάσει το χατίρι. Γι’ αυτό δεν υπάρχει και κάθαρση στην Ελλάδα».
Είναι εντυπωσιακό πώς ο Σακελλάριος και ο Γιαννακόπουλος σκιαγραφούν εν έτει 1947 ίσως τη μεγαλύτερη παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας -μια ανοιχτή πληγή μέχρι σήμερα- καταφέρνοντας να μιλήσουν πολύ σοβαρά μέσα από μία κωμωδία. «Είναι αλήθεια ότι συγγραφείς σαν τον Σακελλάριο και τον Γιαννακόπουλο χαρακτήρισαν την εποχή τους και τους χαρακτήριζε και η εποχή. Ηταν παιδιά του πολέμου. Εμείς είμαστε αλλιώς μαθημένοι. Καλοζωισμένοι. Δεν μπορούμε να γράψουμε τέτοια πράγματα, που να εκφράζουν τόσο πολύ τον ψυχικό πόνο», μου εξηγεί ο Γιάννης Μπέζος.
Η συζήτησή μας έρχεται στο θεατρικό τοπίο σήμερα στην Ελλάδα. «Εχει ένα καλό η ελληνική παραγωγή. Εχει ό,τι τραβάει η ψυχή του καθενός. Εχει mainstream παραστάσεις, έχει avant-garde παραστάσεις, τα έχει όλα… Ενδεχομένως να μη συμφωνώ με αρκετά, αλλά αυτό δεν σημαίνει και τίποτα», μου λέει επικροτώντας τον θεατρικό πληθωρισμό. «Το ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θέλουν να εκφραστούν είναι πολύ θετικό. Θα μου πει κάποιος “ναι, αλλά ο καθένας κάνει το ψώνιο του!’. Δεν πειράζει. Ολοι το ψώνιο μας κάνουμε».
Ο ίδιος είναι θετικά διακείμενος στο καινούργιο. Δεν το επικροτεί πάντα, ούτε το αποθεώνει. Ομως πιστεύει πολύ στη νέα γενιά. «Εχουμε προτάσεις από ανθρώπους που έχουν ενδιαφέρον. Μπορεί κάποιοι να ενοχλούνται. Η τέχνη όμως δεν έχει δεδομένα. Είναι ένα ρίσκο. Μια ζαριά. Εξαρτάται ποιος τολμάει να τη ρίξει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και οι νέοι θα πρέπει να συμπεριφέρονται κάποιες φορές με αμετροέπεια. Βέβαια αυτό είναι ίδιον της νιότης, αλλά λίγο λίγο θα πρέπει να καταλάβουν και οι νεότεροι ότι δεν ανακάλυψαν την πυρίτιδα. Πρέπει να διατηρείται πάντα αυτή η αλυσίδα. Το θέατρο δεν γεννήθηκε τώρα», επισημαίνει.

Του ζητάω να σχολιάσει τα φαινόμενα γνωστών θεατρικών παραγωγών, που αφήνουν τους συντελεστές των παραστάσεων απλήρωτους. «Αυτό το φαινόμενο υπήρχε πάντα. Τώρα με την κρίση έχει γιγαντωθεί. Είναι φυσικά απολύτως καταδικαστέο. Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα πάσχει από παραγωγούς. Ο παραγωγός πρέπει να είναι κάποιος που έχει ένα όραμα. Δεν είναι κάποιος που βάζει πέντε δεκάρες και προσπαθεί να βγάλει δέκα κοιτώντας πώς θα κλέψει τους ηθοποιούς και τους συντελεστές μιας παράστασης!» μου λέει και σπεύδει να προσθέσει: «Είναι ευθύνη μας να αντιδρούμε σε αυτά και κυρίως ευθύνη των μεγαλυτέρων, οι οποίοι έχουν και μία πιο ισχυρή δημόσια παρουσία».
Κεφάλαιο Εθνικό Θέατρο. Ο Γιάννης Μπέζος έχει συνεργαστεί αρκετές φορές με την κρατική μας σκηνή. Πάντα με αξιοσημείωτη επιτυχία. Μάλιστα πριν δύο χρόνια είχε εκδηλώσει και το ενδιαφέρον να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού. Τον ρωτάω πώς κρίνει τις επιλογές του νυν διευθυντή Σωτήρη Χατζάκη. «Η μόνη μου ένσταση και το έχω πει και στον ίδιο είναι το πλήθος των παραγωγών. Νομίζω ότι θα είχε ενδιαφέρον να είναι λιγότερες παραγωγές με τον ίδιο κόσμο, καλύτερα υποστηριγμένες οικονομικά, που θα μπορούν να παιχτούν και για μεγαλύτερο διάστημα. Παρ’ όλα αυτά το ρεπερτόριο δεν με ενοχλεί καθόλου. Μου αρέσει. Εξαρτάται, ξέρετε, και πώς μετουσιώνονται σε παραστάσεις τα εκάστοτε έργα. Ομως αυτό δεν είναι ευθύνη του διευθυντή, είναι ευθύνη δική μας», μου απαντά.
Ο ίδιος ετοιμάζεται να ξανασυνεργαστεί με το Εθνικό το ερχόμενο καλοκαίρι σκηνοθετώντας και πρωταγωνιστώντας στις «Εκκλησιάζουσες» με τον Κωστή Μαραβέγια να υπογράφει τη μουσική. «Δεν θέλω να ξαναμπούμε στη λογική των παλιών αριστοφανικών παραστάσεων, που ρίχνουν το βάρος στη λαϊκή πλευρά του πράγματος. Ηταν εξαιρετικά εκτελεσμένη αυτή η οπτική από τον Κουν και από τον Τσιάνο αργότερα. Ομως σήμερα νομίζω χρειάζεται κάτι άλλο. Θέλω το έργο να επικοινωνήσει με τον κόσμο μέσα σε μία ατμόσφαιρα εορταστική και όχι δήθεν πνευματική. Διότι αυτά τα σιχαίνομαι. Προτιμώ να είμαι λιγότερο πνευματικός και περισσότερο τίμιος».
Τα θεατρικά του σχέδια δεν σταματούν εδώ. Εκτός από το θέατρο Βρετάνια και το «Ένας ήρωας με παντόφλες», ο Γιάννης Μπέζος θα βρεθεί τον φετινό χειμώνα και στη σκηνή του Θεάτρου Badminton για μία, κατά βάση, μουσική παράσταση. «Μια Ελλάδα θέατρο» του Δημήτρη Μαλισσόβα κάθε Δευτέρα από τις 17 Νοεμβρίου. «Είναι μία αναδρομή στα τραγούδια που ακούστηκαν πρώτη φορά στο θέατρο.
Όχι όμως τραγούδια, όπως αυτά του Σουγιούλ και του Μουζάκη, που έχουν ακουστεί πολλές φορές με αφορμή πρόσφατες παραστάσεις. Εδώ θα ακούσουμε τραγούδια πολύ μεγάλων συνθετών, όπως του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Κραουνάκη, μέσα από μία παράσταση που διατρέχει 50 χρόνια θέατρο. Πολλοί δεν ξέρουν ότι αυτά τα τραγούδια προέρχονται από παραστάσεις.» μου εξηγεί.
«Τι είναι αυτό που επιθυμείτε για τον εαυτό σας θεατρικά μέσα στα επόμενα χρόνια;» τον ρωτάω. «Θέλω να μην κάνω τα χατίρια του κοινού, αλλά να κάνω αυτό που πραγματικά πιστεύω εγώ για το κοινό. Να παρουσιάσουμε πράγματα που δεν θα έχουν στόχο ούτε να το μπερδέψουμε ούτε να το συναγωνιστούμε σε χυδαιότητα, γιατί το κοινό κάποιες φορές γίνεται χυδαίο. Να είμαστε πιο ψύχραιμοι. Δεν θέλω να κάνω μάθημα στο κοινό, αλλά θέλω οι άνθρωποι να φεύγουν από το θέατρο και να έχουν πάρει κάτι και για το σπίτι», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που τον ηρεμεί όταν πέφτει η αυλαία. «Το διάβασμα. Διαβάζω πολύ. Επίσης μία όμορφη παρέα το βράδυ. Με αποφορτίζει. Και γενικά με ηρεμούν οι κουβέντες για πράγματα που δεν έχουν να κάνουν με τη δουλειά μας. Εμείς οι ηθοποιοί βράζουμε συνεχώς μέσα στο ζουμί μας. Υπάρχει όμως κι ένας κόσμος έξω από εμάς που έχει ενδιαφέρον. Δεν είμαστε μόνο εμείς στη γη. Αυτό λοιπόν που αγαπώ πολύ είναι όταν καταπιάνομαι με άλλα θέματα και προσπαθώ να ανακαλύψω πράγματα που δεν γνωρίζω. Επίσης αγαπώ τη συναναστροφή με νέους ανθρώπους. Εχουν μία απορία στα μάτια οι νέοι, ενώ οι παλιότεροι έχουν μία σιγουριά που με εκνευρίζει», μου λέει και χαμογελάει.
Και μετά το θέατρο τι; «Νομίζω ότι υπάρχει ζωή μετά το θέατρο. Το λέω τώρα. Δεν ξέρω αν γεράσω και με τραβάνε με το ζόρι να φύγω, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει. Οταν είσαι επαγγελματίας την υπηρετείς την τέχνη. Για να την υπηρετήσεις όμως πρέπει να είσαι και έτοιμος γι’ αυτό. Οταν δεν είσαι πια, δεν έχει νόημα», σχολιάζει και καταλήγει με νόημα. «Η διαχείριση της δύσης σου είναι πολύ πιο δύσκολο πράγμα από τη διαχείριση της ανατολής σου». Πόσο δίκιο έχει…
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα