Ηεπιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Είναι η πιο ωμή, σύγχρονη εκδοχή ενός δόγματος που διατρέχει σχεδόν δύο αιώνες αμερικανικής πολιτικής: του Δόγματος Μονρόε. Εκείνου του πλαισίου που από το 1823 όρισε τη Λατινική Αμερική ως ζώνη ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ και, με τον χρόνο, μετεξελίχθηκε από αμυντική διακήρυξη
σε εργαλείο επιβολής.
Η απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο με στρατιωτικά μέσα, υπό την πολιτική ευθύνη του Ντόναλντ Τραμπ, δεν μπορεί να ιδωθεί εκτός αυτού του ιστορικού νήματος. Δεν είναι απλώς «αντιμετώπιση ενός αυταρχικού ηγέτη». Είναι η εφαρμογή, στην πιο ακραία της μορφή, της λογικής ότι το δυτικό ημισφαίριο παραμένει χώρος όπου η Ουάσινγκτον διατηρεί το δικαίωμα τελικής παρέμβασης.
Το Δόγμα Μονρόε ως συνεχές, όχι ως ανάμνηση
Από τις αρχές του 20ού αιώνα και το Ερμηνευτικό παράρτημα Ρούζβελτ, οι ΗΠΑ αυτοανακήρυξαν τον εαυτό τους σε επιτηρητή της «τάξης» στη Λατινική Αμερική. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, το δόγμα ντύθηκε με αντικομμουνιστικό μανδύα. Μετά το 1991, φόρεσε τη γλώσσα της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της καταπολέμησης του εγκλήματος. Η ουσία, όμως, έμεινε ίδια: καμία ανταγωνιστική δύναμη δεν πρέπει να αποκτήσει στρατηγικό βάθος τόσο κοντά στις ΗΠΑ.
Σήμερα, ο ανταγωνιστής δεν είναι η Μόσχα. Είναι το Πεκίνο. Και η Βενεζουέλα - με τα τεράστια ενεργειακά αποθέματα, τις ροές πετρελαίου προς την Ασία και τη γεωπολιτική της αξία - μετατράπηκε σε κόμβο αυτού του ανταγωνισμού. Η επιχείρηση στο Καράκας δεν αφορά μόνο το καθεστώς ή και τον ίδιο τον Μαδούρο. Αφορά το μήνυμα ότι η αμερικανική «εγγύς περιφέρεια» δεν είναι διαπραγματεύσιμη ή σταματά με τον Τραμπ να είναι.
Από τις κυρώσεις στο τετελεσμένο
Η διαδρομή είναι γνώριμη.
Κυρώσεις. Διπλωματική απομόνωση. Οικονομική πίεση. Απόπειρες εσωτερικής αλλαγής. Όταν όλα αυτά δεν απέδωσαν, ήρθαν τα τετελεσμένα. Η σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους με στρατιωτικά μέσα δεν είναι απλώς κλιμάκωση. Είναι ρήξη με την ίδια τη ρητορική της “τάξης βασισμένης σε κανόνες” που οι ΗΠΑ επί δεκαετίες επικαλούνται.
Και εδώ ακριβώς το Δόγμα Μονρόε δείχνει
τη σύγχρονη εκδοχή του: λιγότερο ως διακήρυξη και περισσότερο ως πρακτική. Όχι πάντα ονομαστικά, αλλά επιχειρησιακά. Όχι με πραξικοπήματα τύπου Ψυχρού Πολέμου, αλλά με «χειρουργικές» επιχειρήσεις που παράγουν πολιτικό αποτέλεσμα άμεσα.
Τι περιγράφει το δόγμα Μονρόε;
Το Δόγμα Μονρόε γεννήθηκε το 1823 ως μια φαινομενικά απλή, αμυντική δήλωση. Ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών,
Τζέιμς Μονρόε, διακήρυξε ότι η αμερικανική ήπειρος δεν είναι πλέον ανοιχτή σε ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ δεσμεύονταν να μην παρεμβαίνουν στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Ήταν, στα χαρτιά, μια πράξη αυτοπροστασίας ενός νεαρού κράτους απέναντι στις παλιές αυτοκρατορίες. Στην πράξη, όμως, το Δόγμα Μονρόε εξελίχθηκε σε κάτι πολύ διαφορετικό.
Από ασπίδα μοχλός
Στον 19ο αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν τη στρατιωτική ισχύ να επιβάλουν μόνες τους το δόγμα. Η Βρετανία, με το ναυτικό της, ήταν ο σιωπηλός εγγυητής. Όμως όσο η αμερικανική ισχύς μεγάλωνε, το δόγμα άλλαζε χαρακτήρα. Από «μην έρθετε εσείς», μετατράπηκε σε «εδώ αποφασίζουμε εμείς».
Η μετάβαση αυτή σφραγίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν προστέθηκε το λεγόμενο Ερμηνευτικό Παράρτημα Ρούζβελτ. Οι ΗΠΑ αυτοανακηρύχθηκαν όχι απλώς προστάτης της ηπείρου από εξωτερικές δυνάμεις, αλλά και επιτηρητής της εσωτερικής τάξης στα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Αν ένα κράτος θεωρούνταν «ασταθές», η παρέμβαση παρουσιαζόταν ως δικαίωμα - ακόμη και ως υποχρέωση.
Ψυχρός Πόλεμος - το δόγμα σκληραίνει
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, το Δόγμα Μονρόε απέκτησε ιδεολογικό βάθος. Η Λατινική Αμερική μετατράπηκε σε ζώνη αναχαίτισης του κομμουνισμού. Πραξικοπήματα, μυστικές επιχειρήσεις, οικονομική πίεση και στρατιωτικές παρεμβάσεις βαφτίστηκαν «σταθερότητα».
Η λογική ήταν απλή και κυνική: καλύτερα αυταρχικά καθεστώτα φιλικά προς την Ουάσινγκτον, παρά κυβερνήσεις που θα μπορούσαν να στραφούν προς τη Μόσχα. Το Δόγμα Μονρόε δεν αναφερόταν ανοιχτά αλλά λειτουργούσε καθημερινά.
Αγιάζει ο σκοπός τα μέσα;
Από το ιστορικό των παρεμβάσεων των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική προκύπτει ένα σταθερό μοτίβο: οι αμερικανικές επεμβάσεις σπάνια είναι ουδέτερες και σχεδόν ποτέ χωρίς κόστος. Κάποιες ανέτρεψαν αυταρχικά καθεστώτα. Άλλες γέννησαν νέες αστάθειες και βαθύτερα τραύματα.
Το ερώτημα «αγιάζει ο σκοπός τα μέσα;» δεν έχει εύκολη απάντηση. Έχει όμως μια σταθερά: κάθε φορά που τα μέσα παρακάμπτουν τους κανόνες, ο σκοπός βαραίνει περισσότερο το μέλλον από το παρόν.