Το να ζεις πολλές ζωές σε μία είναι συνήθως προνόμιο ηρώων της λογοτεχνίας. Ο Αλέξης Σταμάτης το κατάφερε, με το φως και το σκοτάδι να εναλλάσσονται στη ζωή του. Μεγάλωσε παίζοντας με σταρ του σινεμά στα διαλείμματα ταινιών της μαμάς του, Μπέτυς Αρβανίτη. Σπούδασε Aρχιτεκτονική στην Αθήνα και το Λονδίνο και ήταν έτοιμος για μια στρωμένη καριέρα ακολουθώντας τα χνάρια του αρχιτέκτονα πατέρα του. Για μία δεκαετία έζησε την κόλαση του αλκοόλ. Είδε τη γ-Gt, το ένζυμο-διαγνωστικό δείκτη για τις παθήσεις του ήπατος, να φτάνει τα 1.800, όταν οι φυσιολογικές τιμές κυμαίνονται μεταξύ 5-40. Κέρδισε τη ζωή του γράφοντας είκοσι πέντε βιβλία, μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, παιδικά και ποιήματα, καθώς και έξι θεατρικά. Θα μπορούσε να είναι ένας «καταραμένος» συγγραφέας. Αλλά προτίμησε να τα αντιστρέψει όλα. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν έχει ακουμπήσει ούτε σταγόνα αλκοόλ. Διδάσκει την τέχνη της συγγραφής. Και προτιμάει πλέον να ανακαλύπτει τη μοίρα του παρά να την προκαλεί.
Στις 4 Ιουνίου παντρεύτηκε την ταλαντούχα ηθοποιό Εύα Σιμάτου, με την οποία βιώνει μία από εκείνες τις σχέσεις που συνηθίζουμε να λέμε «καρμικές». Σαν να την ήξερε και να την περίμενε για χρόνια. Η Εύα Σιμάτου τελείωσε το Θέατρο Τέχνης, ενώ σπούδασε Κοινωνιολογία και ΜΜΕ στο City University of London, με μεταπτυχιακό στην Κριτική και Διαχείριση της Τέχνης. Μάλιστα, επιλέχθηκε ανάμεσα σε 2.000 ηθοποιούς για να παρακολουθήσει το πρόγραμμα Contemporary Drama της Βασιλικής Ακαδημίας Δραματικής Τέχνης στο Λονδίνο.
Το ζευγάρι βρέθηκε μαζί στις 8 Οκτωβρίου στο Παρίσι, στην ελληνική πρεσβευτική κατοικία, όπου παρουσίασαν με τον Γιώργο Χωραφά το μυθιστόρημά του, Μπαρ Φλωμπέρ, που αγαπήθηκε και από τους Γάλλους αναγνώστες.
Τους συναντήσαμε στο σπίτι τους. Σε ένα ανηφορικό δρόμο στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Δεν έβρεχε, ούτε φυσούσε, όπως στις σελίδες των βιβλίων του. Εκείνος, εκφραστικός σαν ηθοποιός. και εκείνη, στοχαστική σαν συγγραφέας.
First we take Paris
Το Μπαρ Φλωμπέρ δεν αναφέρεται σε κάποιο μπαρ. Είναι τα αρχικά τριών μητροπόλεων (της Βαρκελώνης, της Φλωρεντίας και του Βερολίνου), όπου ο ήρωας του, Γιάννης Λουκάς –με επίθετο σαν όνομα και αυτός–, ψάχνει τα ίχνη του πατέρα του, ανακαλύπτοντας σιγά σιγά τον εαυτό του. «Θα ήθελα να παρουσιάσω το βιβλίο σε όλες τις χώρες όπου έχει μεταφραστεί» μας λέει ο Αλέξης Σταμάτης. «Το κοινό ενθουσιάστηκε. Είναι ένα κοσμοπολίτικο βιβλίο» τονίζει η Εύα Σιμάτου, που διάβασε και έπαιξε με τον Γιώργο Χωραφά ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος με διαλόγους. Μεταξύ των θεατών μάλιστα ήταν και ο Gilles Pecaut, ο πρύτανης όλων των πανεπιστημίων της Γαλλίας που γοητεύτηκε από τον ήρωα του Μπαρ Φλωμπέρ.
Το Παρίσι δεν είναι τυχαία πόλη για τον Αλέξη και την Εύα. Τον Ιούνιο της περσινής χρονιάς στις όχθες του Σηκουάνα τής είχε κάνει πρόταση γάμου. Γνωρίστηκαν ένα απόγευμα στο καφέ Petite Fleur στην Ομήρου. Και στο Black Duck στην πλατεία Καρύτση έκαναν το γαμήλιο πάρτι τους. Χωρίς αμφιβολία, η γεωγραφία της σχέσης τους αποτυπώνεται σε ιδιαίτερα για την αισθητική τους καφέ, εστιατόρια και μπαρ. Όσο για τη μεγάλη απόφαση του γάμου, «Η αλήθεια είναι πως όταν γνωριστήκαμε, δεν ήμασταν έτοιμοι για σχέση. Τα πράγματα ήρθαν φυσιολογικά» παραδέχεται ο Αλέξης. Μας οδήγησαν τα ίδια τα συναισθήματα χωρίς να χρειαστεί να τα κατευθύνουμε» συμπληρώνει η Εύα. «Σημασία έχει αυτό που νιώθεις να είναι πιο βαθύ από το θεσμό. Να αγαπάς γιατί αγαπάς και όχι επειδή παντρεύτηκες. Το “για να” και η σκοπιμότητα είναι αυτό που σκοτώνει τα αισθήματα» τονίζει ο Αλέξης.
Το φυσιολογικό θα ήταν ένας συγγραφέας μετά από τόσα βιβλία να έχει περισσότερο άγχος και να δέχεται μεγαλύτερη πίεση από όλους για το επόμενο μυθιστόρημα και την επιτυχία. Ο Αλέξης, αντιθέτως, δείχνει να απολαμβάνει τη διαδρομή. «Σε αυτό έχω βοηθηθεί πολύ από την Εύα. Με έχει αποφορτίσει. Νιώθω ότι έχω αναγεννηθεί. Ότι ζω μια δεύτερη ζωή. Ότι έχω απελευθερωθεί ακόμα και στη συγγραφή. Δεν είναι τυχαίο ότι τώρα γράφω περισσότερο» εκμυστηρεύεται.
«Η σχέση μας είναι σαν να ακολουθεί μια αόρατη χορογραφία» λέει η Εύα. «Δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε κάτι. Υπάρχει ένα αόρατο “θέλω” που μας οδηγεί». Παρ’ όλα αυτά, χωράνε δύο ανεξάρτητα πνεύματα στο ίδιο σπίτι; «Μπορεί τα επαγγέλματά μας να είναι λίγο φευγάτα, αλλά στην καθημερινότητά μας έχουμε μια κοινή ματιά» υποστηρίζει ο Αλέξης. «Μια λοξή ματιά» προσθέτει η Εύα. «Άλλοτε παρατηρούμε τον κόσμο κρατώντας αποστάσεις και άλλοτε ακολουθούμε το ρυθμό του».
Η πρόκληση του Εθνικού Θεάτρου
Στο Παρίσι δεν ήταν η πρώτη φορά που συνεργάστηκαν. Τον Οκτώβριο του 2013 στο Southbank Centre του Λονδίνου, στην πόλη όπου σπούδασαν και οι δύο, η Εύα έπαιξε με τον Νίκο Πουρσανίδη στο Innerview, το μονόπρακτο του Αλέξη σε σκηνοθεσία δική τους. Ενώ μια χρονιά αργότερα το επανέλαβαν στην Αθήνα με άλλη μορφή και διανομή. «Είναι ωραίο να ανακαλύπτεις πλευρές του ανθρώπου σου μέσα από το έργο του» αναφέρει η Εύα. «Εκεί είδα πιο καθαρά την πολυπρισματικότητα του χαρακτήρα του. Το να ασχολείται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα και το να φωτίζει κάτι από πολλές πλευρές. Να μη στέκεται μόνο στο αυτονόητο». «Από την άλλη, και για μένα ήταν μια μοναδική εμπειρία» σημειώνει ο Αλέξης. «Είναι φοβερά συγκινητικό να βλέπεις επί σκηνής τον άνθρωπό σου. Να πολιορκεί το υλικό του κειμένου με έναν τρόπο σχεδόν ίδιο με της ζωής του. Νομίζω πως αν ήμουν ηθοποιός, κάπως έτσι θα έπαιζα και θα προετοιμαζόμουν και εγώ». Αυτή την περίοδο η Εύα κάνει εντατικές πρόβες για τον Εξηνταβελόνη, την παράσταση που θα πρωταγωνιστήσει και θα ανέβει στο Εθνικό Θέατρο στις 22 Δεκεμβρίου. «Στην ουσία είναι η μετάφραση του Φιλάργυρου του Μολιέρου από το διαφωτιστή Κωνσταντίνο Οικονόμου. Στο έργο είμαι το μήλον της έριδος ανάμεσα στο φιλάργυρο πατέρα και το γιο του».
Η ζωή, όμως, σίγουρα δεν είναι όπως τα έργα. Και η σχέση μεταξύ συγγραφέα και ηθοποιού δεν μπορεί να είναι ανέφελη. «Κόκκινες γραμμές» στη συμβίωσή τους υπάρχουν; «Δεν είμαστε από τα ζευγάρια που έχουν κόκκινες γραμμές. Μου αρέσει να γράφω ακόμα και όταν η Εύα κάνει πρόβα το ρόλο της ή αν θέλει της κρατάω το κείμενο για να τη βοηθήσω στα λόγια της ηρωίδας της. Τη ζωή τη μοιράζεσαι ουσιαστικά όταν τη ζεις».
Η καθημερινότητα για τον Αλέξη Σταμάτη δεν ήταν πάντα ρόδινη. Με προσωπική επίδοση τα δύο μπουκάλια βότκα τη μέρα, έζησε μια δεκαετία στη σκιά του αλκοολισμού. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν γερό ποτήρι. Άργησε να παραδεχτεί πως τα πράγματα ήταν σοβαρά. Ακόμα και όταν οι γιατροί τού έδιναν δύο χρόνια ζωής, νόμιζε ότι η κατάσταση δεν αφορούσε εκείνον. Έπνιγε καθημερινά τις ανασφάλειες, τις φοβίες, τις ενοχές και την αγοραφοβία του σε λίτρα αλκοόλ μεταθέτοντας το πρόβλημα. «Για να ξεπεράσω τον καθημερινό γολγοθά της εξάρτησης, το πρώτο βήμα ήταν η αποδοχή του προβλήματος. Και το δεύτερο η βοήθεια από ειδικό» εξομολογείται. Ακόμα και τότε, όμως, περιμένοντας τη σειρά του στο σαλόνι του ψυχιάτρου διοχέτευε στο αίμα του τις απαραίτητες δόσεις αλκοόλ. Η ιδιαίτερη αυτή ιεροτελεστία κράτησε έξι μήνες.
Μέχρι το απόγευμα που πήρε την απόφαση να αλλάξει ρότα στη ζωή του. «Ήταν πέντε και μισή, στις 10 Απριλίου του 1996, όταν ξύπνησα μεθυσμένος και είπα “τέρμα”». Νοσηλεύτηκε στην ψυχιατρική πτέρυγα του «Σωτηρία» για ενάμιση μήνα ακολουθώντας με πειθαρχία ειδικό πρόγραμμα σε ένα θάλαμο με ψυχασθενείς. Οι άλλοι έπαιρναν ψυχοφάρμακα και εκείνος βιταμίνη Β. «Εκεί συνειδητοποίησα ότι όλα ήταν μπερδεμένα στο κεφάλι μου. Οικογενειακά θέματα, προσωπικά προβλήματα, μυθοποιήσεις που με στοίχειωναν. Τα οποία καλύπτονταν από μια θάλασσα 40 τουλάχιστον βαθμών αλκοόλ. Που επιπλέον με έκανε να πιστεύω ότι είμαι άτρωτος. Τι και αν ο Βάκχος έπνιξε πιο πολλούς από τον Ποσειδώνα;». Βγαίνοντας άλλαξαν όλα. Έκανε μια κάθετη τομή στη ζωή του. Άφησε τη δουλειά του αρχιτέκτονα, που δεν τον γέμιζε ψυχικά. Ακολούθησε τη συγγραφή. Και φυσικά από εκείνη τη μέρα έβγαλε το αλκοόλ από τη ζωή του. «Το αλκοόλ είναι πλέον κάτι ξένο για μένα. Δεν το βλέπω σαν απειλή. Έχω ποτά για φίλους στο σπίτι και βγαίνω σε μπαρ. Αλλά δεν πίνω. Δεν ήπια ούτε καν στο γάμο μου» λέει αστειευόμενος.
Μάλιστα, όλα αυτά τα αποτυπώνει στη νέα, συμπληρωμένη έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος Ο Έβδομος Ελέφαντας, που αγαπήθηκε πολύ και κυκλοφορεί ξανά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Διαβάστε περισσότερα στο PEOPLE που κυκλοφορεί μαζί με το ΘΕΜΑ.