anthopoulos

Η σχέση μεταξύ πρωθυπουργού και υπουργών

Χαράλαμπος Ανθόπουλος

Μολονότι η θέση του πρωθυπουργού στο τρίγωνο των σχέσεων μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας, κυβέρνησης και Βουλής ενδυναμώθηκε σημαντικά μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, εντούτοις, τουλάχιστον από τυπικο-συνταγματική άποψη, το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα δεν έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του γερμανικού ή του βρετανικού κοινοβουλευτικού συστήματος, όπου ο πρωθυπουργός έχει μια απόλυτα κυριαρχική θέση στην κυβέρνηση και οι υπουργοί είναι απλώς συνεργάτες ή αντιπρόσωποί του.

Βέβαια οι υπουργοί διορίζονται και παύονται με πρότασή του (άρθρο 37 παρ. 1 Συντ.), πλην όμως η κυβέρνηση οφείλει να λειτουργεί με βάση το συλλογικό σύστημα (άρθρο 81 παρ. 1 και 2 Συντ.), αυτή καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας και όχι ο πρωθυπουργός μόνος του, ο οποίος εξασφαλίζει την πολιτική ενότητά της και κατευθύνει και συντονίζει τις ενέργειές της (άρθρο 81 παρ. 2 Συντ.), ενώ οι υπουργοί έχουν συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρμοδιότητες (άρθρο 83 Συντ.), και, όπερ και το σπουδαιότερο, υπέχουν ατομική πολιτική ευθύνη ενώπιον της Βουλής για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς τους (άρθρο 85 Συντ.), η οποία κλιμακώνεται με τη δυνατότητα υποβολής εκ μέρους της Βουλής ατομικής πρότασης δυσπιστίας κατά μεμονωμένου υπουργού (άρθρο 84 παρ. 2 Συντ.), που γεννά νομική υποχρέωση παραίτησής του σε περίπτωση αποδοχής της. Εκείνοι που εξομοιώνουν τη θέση του Ελληνα πρωθυπουργού στην κυβέρνηση με την αντίστοιχη του Premier ή της Καγκελαρίου δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γερμανία δεν υφίσταται ο θεσμός της ατομικής πρότασης δυσπιστίας υπό την έννοια του άρθρου 84 παρ. 2 του ελληνικού Συντάγματος. Και για να θυμηθούμε έναν κλασικό Γάλλο συνταγματολόγο, Là où est la responsabilité, là est le pouvoir (Léon Duguit), ήτοι δεν υπάρχει πολιτική ευθύνη χωρίς αντίστοιχη πολιτική εξουσία.

Από την άποψη αυτή έχουν συνταγματικό έρεισμα οι ανησυχίες που εξέφρασε η κυρία Μαριέττα Γιαννάκου για το κατά πόσο το νομοσχέδιο για το «Επιτελικό Κράτος» διασφαλίζει τον πολιτικό έλεγχο του υπουργού σε όλες τις υποθέσεις που αφορούν το υπουργείο του, σύμφωνα με τη θέση που του επιφυλάσσει το Σύνταγμα. Το νομοσχέδιο αυτό επιχειρεί να συμπληρώσει και να διορθώσει τις ανεπάρκειες του κεντρικού διοικητικού συστήματος, κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τον χωρισμό της πολιτικής από τη διοίκηση, συγχρόνως όμως δημιουργεί μια υπερτροφική υπερδομή, την Προεδρία της Κυβέρνησης, η οποία εμπλέκεται με τις επιμέρους υπηρεσίες της, για παράδειγμα με την πανίσχυρη Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων και τη Γενική Γραμματεία Συντονισμού Εσωτερικών Πολιτικών, σε θέματα που εμπίπτουν στις συνταγματικώς κατοχυρωμένες λειτουργίες και αρμοδιότητες των υπουργών. Ο συνωστισμός σε κάθε υπουργείο υπηρεσιακών γραμματέων, γενικών γραμματέων, ειδικών γραμματέων και υφυπουργών με ενισχυμένες αρμοδιότητες αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα πολιτικής αποδυνάμωσης των υπουργών. Είναι επίσης προφανές ότι η Προεδρία της Κυβέρνησης δεν μπορεί να λειτουργεί, με τον τρόπο που ορίζει το νομοσχέδιο, στην περίπτωση κυβερνήσεων συνασπισμού, διότι θα δημιουργούνται διαρκώς τριβές ανάμεσα σε αυτήν και τους υπουργούς που ανήκουν σε άλλο κόμμα από εκείνο του πρωθυπουργού.

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία