Το εμβληματικό «Gstaad Palace», το πιο ισχυρό τοπόσημο του χωριού
Κρατούσε πάντοτε στα χέρια του μια κρητική γκλίτσα και υπερήφανος για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κρήτη, αντί για απρέ-σκι μπότες προτιμούσε ακόμα και στο χιόνι να φορά τα παραδοσιακά κρητικά στιβάνια του και παραδοσιακή κρητική βράκα.
Ψυχή της παρέας και χωρατατζής όπως ήταν, όταν βρισκόταν σε περιβάλλον με φίλους έπαιρνε φόρα και έμπαινε στο κατάστημα κοσμημάτων των Van Cleef & Arpels καλημερίζοντας τους υπαλλήλους μεγαλόφωνα: «Μπονζούρ Βαν Κλεφτίς»! Μάταια οι υπάλληλοι κάθε φορά προσπαθούσαν να τον διορθώσουν, αφού δεν καταλάβαιναν το αστείο: «Νο, νο, μεσιέ. Σ’ε Βαν Κλέεφ, νο Βαν Κλεφτίς»! Οι φίλοι του, έξω από το κατάστημα, κάθε φορά ξεκαρδίζονταν στα γέλια σαν να άκουγαν το αστείο για πρώτη φορά.
Χουάν Κάρλος και Σοφία της Ισπανίας στο χιονοδρομικό κέντρο (1982)
Βασίλης και Ελίζα Γουλανδρή στο σαλέ τους
Ο Kρητικός της ιστορίας δεν είναι άλλος από τον παλαιό πολιτικό Παύλο Βαρδινογιάννη τον πρεσβύτερο, σύζυγο της Λήδας Κατακουζηνού-Βαρδινογιάννη κι έναν από τους πολλούς διακεκριμένους Ελληνες που προτιμούσαν να περνούν τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στο διάσημο ελβετικό χωριό Γκστάαντ. Και αυτή είναι μόνο μία από τις εκατοντάδες ιστορίες που εκτυλίσσονταν εκεί, στην κοιλάδα Ζάανεν των Αλπεων, με πρωταγωνιστές οικογένειες όπως εκείνες των Γουλανδρή, Εμπειρίκου, Φιξ, Βερνίκου, Λάτση, Κουμάνταρου, Καλκάνη, Κόβα και η λίστα δεν έχει τέλος.
Σοφία Χριστοφόρου-Στράτου, Βαρβάρα Στράτου-Βερνίκου, Σαρλότ Στράτου-Καλδή, Νίκος Α. Βερνίκος, Ντόρις Βερνίκου-Ρομπς
Το ζεύγος Ανδρέα και Ντάρας Λάσκαρη
Η σύζυγος του Γιουλ Μπρίνερ, Ντόρις, με τον Ρότζερ Μουρ και μουσικούς που ήρθαν ειδικά από την Ελλάδα
Μεγάλα ονόματα της διεθνούς σόουμπιζ ήταν καλεσμένα κάποιων από τις οικογένειες που προαναφέραμε, όπως ο Φρανκ Σινάτρα, ο Ρότζερ Μουρ, η Νταϊάν φον Φίρστενμπεργκ και η Σίρλεϊ Μπάσεϊ, η οποία γοητευμένη από το εκρηκτικό ταμπεραμέντο του ηθοποιού Κώστα Καρρά δεν δίστασε να στήσει μαζί του ολόκληρη αυτοσχέδια θεατρική παράσταση, με άπαντες να τους χειροκροτούν και να απαιτούν να ηχογραφήσουν μαζί ένα ντουέτο!
Τις ιστορίες που ακολουθούν διηγούνται τρεις από τους πρωταγωνιστές της ωραίας εποχής του Γκστάαντ, προτού επικρατήσουν τα Porsche Cayenne.
Αδιαμφισβήτητα, η πλέον εμβληματική ελληνική παρουσία στο Γκστάαντ ήταν -και παραμένει μέχρι σήμερα- η κυρία Νινέτα Φιξ, μετά του συζύγου της Κάρολου Φιξ, οι οποίοι από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 κατοικούσαν μόνιμα στο παραμυθένιο ελβετικό χωριό.
Καλεσμένοι στο σαλέ των Γουλανδρήδων με φόντο τα αυθεντικά έργα τέχνης
Μανουέλα Ν. Βαρδινογιάννη, Παύλος Ν. Βαρδινογιάννης
Οχι και τόσο παραμυθένιο στην αρχή, βέβαια, για την κυρία Φιξ: «Ημουν στενοχωρημένη όταν έφυγα από την Ελλάδα, ειδικά τους μήνες που το Γκστάαντ άδειαζε από κόσμο και κυρίως μετά την περίοδο των γιορτών, όταν έφευγαν και όλοι οι Ελληνες φίλοι μας. Ολους τους μήνες ζούσα με το όνειρο των επόμενων Χριστουγέννων. Μετά, βέβαια, έκανα φιλίες εδώ και αγάπησα πολύ το μέρος.
Το Γκστάαντ είναι πανέμορφο όλες τις εποχές του χρόνου, ειδικά την άνοιξη, όταν γίνεται καταπράσινο. Η κόρη μου, εντυπωσιασμένη από το τοπίο, με είχε ρωτήσει με την παιδική αθωότητα της ηλικίας των δέκα ετών τότε: “Μαμά, αυτό είναι που ονομάζουμε Παράδεισο;”». Οικογένεια με έντονη παρουσία ήταν φυσικά κι εκείνη του Νίκου Α. Βερνίκου και της συζύγου του, Βαρβάρας Στράτου-Βερνίκου.
Ο Φρανκ Σινάτρα με τη σύζυγό του Μπάρμπαρα και μια φίλη τους
Εμανουέλε Φιλιμπέρτο της Σαβοΐας και Νινέτα Φιξ
Με τις τρεις κόρες τους έδιναν κάθε χρόνο το «παρών» στο Γκστάαντ και η έμφυτη κοινωνικότητα ένωνε τους Ελληνες που διασκέδαζαν σε ιδιωτικά καλέσματα και πάρτυ.
Σίγουρα ένα από τα καλέσματα που άφησαν εποχή ήταν αυτό του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή, με τους υψηλούς καλεσμένους τους να φωτογραφίζονται στο σαλόνι με φόντο αυθεντικούς πίνακες διάσημων ζωγράφων, αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, που τώρα βρίσκονται στο μουσείο του Παγκρατίου. «Οταν πρωτοπήγα στο Γκστάαντ δεν ήξερα να κάνω σκι, σε αντίθεση με τη Βαρβάρα, η οποία γνώριζε άριστο, καθώς είχε σπουδάσει σε ελβετικό πανεπιστήμιο», λέει ο Νίκος Α. Βερνίκος.
«Σε μία από τις πρώτες μου προσπάθειες ανεβαίνω στο λιφτ φορώντας τα πέδιλα και φτάνοντας στο τέρμα, όπου έπρεπε να κατέβω, φυσικά λόγω απειρίας έχασα την ισορροπία μου και προσγειώθηκα πάνω σε μια οικογένεια που ήταν μπροστά μου. Εννοείται ότι όλα τα μέλη της έπεσαν κι εκείνα στο χιόνι! Ηταν σαν να έπεσε μια μπάλα του μπόουλινγκ και σημάδεψε όλες τις κορίνες για strike! Η οικογένεια της ιστορίας μας ήταν η οικογένεια Λάτση».
Η Βίκυ Λέανδρος κρατά τον γιο της, Λεανδράκη. Δίπλα της, η Μάρθα Βερνίκου και η Νινέτα Φιξ
Από τους νεότερους μόνιμους κατοίκους του Γκστάαντ ήταν και ο Γιώργος Παλαμίδας, ο οποίος μετακόμισε στο χωριό στα χρόνια της κρίσης, το 2010. Εργάστηκε ως διασώστης στο χιονοδρομικό κέντρο και στον ελεύθερο χρόνο του και ως οδηγός. Μια τυχαία συγκυρία τον έβαλε στον κόσμο των εφοπλιστών και έγινε ο οδηγός τους περιστασιακά μέχρι σήμερα.
Ο Γιώργος Παλαμίδας με τη σύζυγό του Χλόη Ρομπ
Η σχέση εμπιστοσύνης ήταν τόσο ακλόνητη -είχε τα κλειδιά των σπιτιών τους και τα φρόντιζε- που αργότερα, με τη βοήθειά τους, συνέχισε τις σπουδές του, έκανε μεταπτυχιακό στη Ζυρίχη και πλέον εργάζεται στον ΟΗΕ στη Γενεύη, όπου κατοικεί με τη Γαλλίδα σύζυγό του και τις δύο κόρες τους. Οι αναμνήσεις του πάμπολλες, αλλά, όπως είναι φυσικό, κρατάει τον όρκο σιωπής που απαιτούσε η εργασία του.
Θυμάται κάποια Χριστούγεννα, όταν μετά το τέλος μιας διαδρομής, στο σπίτι μεγάλου Ελληνα εφοπλιστή τού έδωσαν για δώρο δύο πακέτα με μελομακάρονα και κουραμπιέδες μαζί με έναν φάκελο. Ο φάκελος περιείχε δύο εισιτήρια για είσοδο σε ένα πολυτελές σπα στο «Palace Ηotel» μαζί με ένα σεβαστό χρηματικό ποσό.
«Οι οικογένειες των ποιοτικών Ελλήνων επιχειρηματιών και εφοπλιστών διαφημίζουν με τον καλύτερο τρόπο το ποιόν της ελληνικής καρδιάς και ψυχής. Η επαφή με τέτοιους ανθρώπους μαλακώνει τα χιλιόμετρα της ξενιτιάς», μας λέει. Και τι πιο ωραίο τελείωμα για το ταξίδι μας στον χρόνο και στο Γκστάαντ.