Την «ακτινογραφία» των ρευματικών παθήσεων στην Ελλάδα επιχειρεί Ελληνική Ρευματολογική Εταιρία, με την ευκαιρία του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Αρθρίτιδας στις 12 Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της επιστημονικής ένωσης, οι ρευματοπαθείς ανέρχονται περίπου σε 3 εκατ. στη χώρα. Ειδικότερα, ποσοστό 13% του πληθυσμού πάσχει από οστεοαρθρίτιδα, 11% από οσφυαλγία, 4,8% από αυχεναλγία, 4,5% από οστεοπόρωση και 2,1% από τα σοβαρά αυτοάνοσα Φλεγμονώδη Συστηματικά Ρευματικά Νοσήματα, ενώ ένα στα 1.000 παιδιά πάσχει από Νεανική Αρθρίτιδα.
Στις περισσότερες περιπτώσεις η αιτιολογία των ρευματικών παθήσεων παραμένει άγνωστη. Ο τρόπος ζωής (άσκηση, διατροφή, κάπνισμα, επάγγελμα, τόπος διαμονής κλπ), καθώς και οι κλιματολογικές συνθήκες δεν φαίνεται να σχετίζονται άμεσα με τη παθογένεση των ασθενειών, αλλά μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση ή την εξέλιξη ορισμένων από αυτά τα νοσήματα.
Κρατούν, πάντως, τα αρνητικά πρωτεία μεταξύ όλων των νοσημάτων σε ό,τι αφορά την επίπτωση στην υγεία -προκαλώντας μακροχρόνια και βραχυχρόνια σωματική ανικανότητα- αλλά και στο… πορτοφόλι κάθε ασθενή, αφού σχετίζονται με μεγάλο αριθμό ιατρικών επισκέψεων και με κατανάλωση συνταγογραφούμενων και μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
Οι ρευματικές παθήσεις προσβάλλουν όλες τις ηλικίες – και όχι μόνο τους ηλικιωμένους όπως λανθασμένα πιστεύεται- και συνοδεύονται από πόνο και ανικανότητα, ενώ εάν δεν αντιμετωπιστούν κατάλληλα, οδηγούν σε αναπηρία και αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα.
Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι το 25% των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα εγκαταλείπει την εργασία του μέσα στα πέντε πρώτα χρόνια από τη διάγνωση, ενώ ένας στους δύο ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσβαση σε Ρευματολόγο και σε κατάλληλη θεραπεία, λόγω της πολύχρονης οικονομικής κρίσης που πλήττει περισσότερο τις ευπαθείς ομάδες. Οι δε εξειδικευμένοι ιατροί – ρευματολόγοι στο ΕΣΥ, αποτελούν είδος προς…εξαφάνιση.
Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις Ρευματοπάθειες