Συναντήσαμε τoν Άγγελο Τζιάρα (Χατζηαράπογλου) κάπου στη Γλυφάδα όπου ζει τα τελευταία χρόνια, σε έναν χώρο γεμάτο από έργα του, μια και όλη μέρα δημιουργεί τέχνη με αγάπη. Όπως μου εξηγεί, στα σχολικά του χρόνια παρακολούθησε ιδιαίτερα μαθήματα, αλλά και φροντιστήρια ζωγραφικής από γνωστούς ζωγράφους, ενώ παράλληλα έφτιαχνε κοσμήματα. Έφτασε στην Αθήνα στα 18 του και τελείωσε τη μοναδική τότε σχολή κοσμήματος, ενώ ταυτόχρονα εκπαιδεύτηκε σε μεγάλα επώνυμα εργαστήρια της Αθήνας.
Στα 21 του έγινε δεκτός χωρίς εξετάσεις στην École supérieure des arts décoratifs de Strasbourg. Επέστρεψε σύντομα στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με τον σχεδιασμό και την κατασκευή κοσμημάτων επί σειρά ετών, εξασφαλίζοντας τη χαρά της δημιουργίας, της επιτυχίας και την οικονομική άνεση που ήθελε. «Έπειτα δέχτηκα προτάσεις από εικαστικούς κύκλους και το 1992 ξεκίνησα ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή μου, αφήνοντας ελεύθερη τη δημιουργικότητά μου, κυρίως όμως πια με τη ζωγραφική και τις κατασκευές».
Οι ατομικές και ομαδικές εκθέσεις τον κρατούν σε συνεχή εγρήγορση. To 1999, με αφορμή μια έκθεσή του στη Νέα Υόρκη, άλλαξε και η υπογραφή των έργων του. Το TZIARA είναι σύντμηση του Χατζηαράπογλου (cha tziara poglou), καθώς σύμφωνα με τα λεγόμενά του «ήταν πολύ δύσκολο για την Αμερική». Το 2001, για ένα μικρό χρονικό διάστημα ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση των κοσμημάτων, pins και πορσελάνης των Ολυμπιακών προϊόντων του 2004. Από τότε συνεχίζει την καλλιτεχνική του δραστηριότητα με εικαστικές εκθέσεις και ειδικές παραγγελίες έργων.
Η μόνιμη βάση του βρίσκεται στην Άνω Γλυφάδα, με το σπίτι του να αποτελεί και εργαστήριό του. «Αυτό με διευκολύνει και από άποψη χρόνου, αλλά κυρίως προστατεύω τον ψυχισμό μου και την αισθητική μου από εξωγενείς παράγοντες και εικόνες. Μπορεί να μη βγω από το σπίτι μου για εβδομάδες. Η αισθητική είναι βασικό και απαραίτητο στοιχείο στη ζωή μου. Μιλάω και για τη συναισθηματική αισθητική της κοινωνίας». Συνεχίζει λέγοντάς μου πως εργάζεται συνεχώς, για πολλές ώρες την ημέρα και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αποκλεισμένος. «Κατ’ αρχάς μου αρέσει αυτός ο κόσμος που δημιουργώ αλλά τα έργα των τελευταίων ετών απαιτούν πολύ χρόνο και υπομονή για να τα δω επιτέλους ολοκληρωμένα».
Οι μεγαλύτερές του αγάπες είναι η φύση και τα ζώα, αλλά βρίσκει ενδιαφέρον στο τέλος των πολιτισμών, κάτι που ιδεολογικά και εικαστικά μπορεί κανείς να το διακρίνει στα έργα του. «Αυτά τα χρόνια έχω μια γάτα και έναν σκύλο και μόνο αυτά, γιατί ταξιδεύω. Αν η ζωή μου ήταν πιο σταθερή σε ένα μέρος θα είχα μια κιβωτό. Κοιτάω πάντα μακριά από το παρόν και δεν θα περιγράψω ποτέ αυτό που συμβαίνει τώρα, γιατί αφενός δεν θέλω να νιώθω ένα εικαστικό δελτίο ειδήσεων και αφετέρου έχω μάθει από μικρός να σκέφτομαι τον τρόπο ώστε να γίνουν τα πράγματα καλύτερα».
Έτσι, μεταξύ πραγματικότητας, πληροφορίας και φαντασίας φτιάχνει τον εικαστικό του (και όχι μόνο) κόσμο. «Προφανώς είμαι σε μια άλλη πραγματικότητα, με απόλυτη συνείδηση, και αρνούμαι να μπω στον συναισθηματικό κραδασμό μαζικών καταστάσεων». Αυτό, όπως υποστηρίζει, είναι δύσκολο και απαιτεί έλεγχο του νου, των συναισθημάτων και αποτελεί μεγάλη εσωτερική μάχη για συγκέντρωση και αυτοπειθαρχία.
Μετά από καθεμία μεγάλη περίοδο προσήλωσης σε όλα αυτά, έρχεται και μια αλλαγή. «Αυτή η αλλαγή θα είναι μια έκθεση κάπου, ίσως ένα ταξίδι, νέοι άνθρωποι στη ζωή μου, νέες εικόνες και νέες πληροφορίες και συναισθηματικός πλούτος και πάει λέγοντας. Παρ’ όλα αυτά, είμαι κοινωνικός και μου αρέσει να μαγειρεύω και να καλώ τους φίλους μου στο σπίτι. Συχνά τις ώρες που ζωγραφίζω μαγειρεύω ταυτόχρονα. Όταν είμαι πάνω από την κατσαρόλα με βοηθάει να σκεφτώ πώς θα κάνω καλύτερο το έργο μου».
