Τρία χρόνια Skrow και ένας… «Καλόγερος»

Τρία χρόνια Skrow και ένας… «Καλόγερος»

Οι Βασίλης Μαυρογεωργίου, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Σεραφείμ Ράδης, Μαρία Φιλίνη και Νίκος Μαραμαθάς μας ταξιδεύουν στην Ισπανία της Ιεράς Εξέτασης

Τρία χρόνια Skrow και ένας… «Καλόγερος»
Για πρώτη φορά στα τρία χρόνια που λειτουργεί το Skrow Theater σύσσωμη η ιδρυτική του ομάδα ανεβαίνει στη σκηνή παρουσιάζοντας τον «Καλόγερο», ένα εμβληματικό γοτθικό μυθιστόρημα του 18ου αιώνα που υπογράφει ο 19χρονος τότε Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις. Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, η Κατερίνα Μαυρογεώργη, ο Σεραφείμ Ράδης, η Μαρία Φιλίνη και ο Νίκος Μαραμαθάς μας υπόσχονται να μας ταξιδέψουν στην Ισπανία της Ιεράς Εξέτασης, μέσα από ένα περιπετειώδες θρίλερ με έντονο ψυχολογικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο.


Παρακολουθήστε το αφιέρωμα του Citylifε στον «Καλόγερο» (02:46)

Κλείσιμο
«Όλα τα πρόσωπα της ιστορίας είναι στοιχειωμένα. Ο κάθε ήρωας στοιχειώνεται από κάτι. Άλλος από την πίστη του, άλλος από τη δεισιδαιμονία του, άλλος από τον έρωτα… Σε όλους όμως πέφτει μια σκιά πάνω τους που δεν τους αφήνει να δουν με χαρά τον κόσμο. Κι αυτό που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι οι ίδιοι το προκαλούν αυτό. Έχουν την αίσθηση ότι αυτή είναι η μοίρα τους, αλλά στην πραγματικότητα το “νέφος” αυτό που δημιουργούν γύρω τους είναι που προσελκύει και τους αντίστοιχους πειρασμούς», μου λέει ο Βασίλης, που υπογράφει τη σκηνοθεσία και είναι αυτός που πρωτοδιάβασε το μυθιστόρημα πριν από αρκετά χρόνια, όταν ήταν ακόμα στη σχολή.

Την ίδια περίοδο το διάβασε και η Κατερίνα. «Όταν το διάβασα για πρώτη φορά στα 19 μου σκέφτηκα “τι ωραία που θα ήταν να το κάναμε παράσταση”. Φέτος που το ξαναδιάβασα σκέφτηκα: “Θεέ μου, πως θα το κάνουμε παράσταση;”», μου λέει χαριτολογώντας. Το έργο του Λιούις μας ταξιδεύει σε σκοτεινά δάση, επαύλεις στοιχειωμένες, εκκλησίες γοτθικές… Πίσω απ’ όλα αυτά όμως βρίσκονται ήρωες εγκλωβισμένοι στον κόσμο, που οι ίδιοι έχουν πλάσει και προβάλλουν σαν ένα προσωπικό σινεμά που βαφτίζουν αντικειμενική πραγματικότητα.

«Ο Αμβρόσιος (ο Καλόγερος) ζει μέσα σε μία φούσκα πίστης, αγνότητας και θρησκείας έχοντας καταργήσει τελείως οτιδήποτε έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση του. Έχει δαιμονοποιήσει τελείως τον άνθρωπο θεωρώντας ότι αυτός είναι ένα σκαλοπάτι πιο πάνω, κάπου ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό. Κάπως έτσι προσελκύει πράγματα που είναι πολύ σκοτεινά», μου εξηγεί ο Βασίλης. «Ο καθένας σε αυτό το έργο προσελκύει αυτό που έχει αποκλείσει από τη ζωή του. Η σχέση όμως που αναπτύσσουν αυτά τα πρόσωπα με αυτά που προσελκύουν είναι πάρα πολύ ενοχική».



Κάπου εκεί παρεμβαίνει στη συζήτηση μας η Ελένη Τριανταφυλλοπούλου, που υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία του έργου. «Όντας ένας άνθρωπος που δεν έχω καμία σχέση με τη μεταφυσική και πιστεύοντας απόλυτα στην εμπειρία, έψαξα να βρω το στοιχείο εκείνο που θα με έκανε να ασχοληθώ με αγάπη με αυτό το έργο. Και το βρήκα στο δίπολο “Κόλαση–Παράδεισος”, που για μένα δεν είναι κάπου έξω από εδώ, αλλά σε αυτόν τον κόσμο. Είναι μέσα μας. Θέλησα λοιπόν οι ήρωες του έργου να φέρουν αυτά τα δύο στοιχεία μέσα τους σε μία συνεχή πάλη», σχολιάζει.

Στη «βαθύτητα των χαρακτήρων του κειμένου» δίνει έμφαση και η Μαρία Φιλίνη, ενώ ο Σεραφείμ Ράδης παρατηρεί ότι: «Στις πρώτες σελίδες νόμιζα ότι θα εξελισσόταν σε κωμωδία το έργο. Από τη μέση και μετά αιφνιδιάστηκα. Το τέλος με τσάκισε». Κάποιοι μελετητές συσχετίζουν τον «Καλόγερο» με τον «Φάουστ» του Γκαίτε, ο οποίος φυσικά έπεται. «Έχει παρόμοια πλοκή και υπόθεση, αλλά δεν μπήκα στον πειρασμό να το συγκρίνω», επισημαίνει η Ελένη.

«Βρίσκω όμως πολύ ενδιαφέρον ότι εκείνη την εποχή υπάρχουν πολλά έργα που έχουν αυτή τη συνθήκη, τη συνάντηση δηλαδή του Ανθρώπου με τον Εωσφόρο. Έχουμε πλέον ένα άνοιγμα της Επιστήμης, με τον άνθρωπο να θέλει να αφήσει πίσω του το σκοτάδι του Μεσαίωνα. Στον “Καλόγερο” όμως δεν έχουμε μόνο έναν άνθρωπο κλεισμένο στη θρησκεία που έρχεται ο Εωσφόρος να τον ωθήσει στην εμπειρία. Έχουμε παράλληλες ιστορίες που οι άνθρωποι αναμετριούνται με το Καλό και το Κακό μέσα τους με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους».



«Είναι πιο κοντά στον Μεσαίωνα απ’ ότι στην Αναγέννηση», παρατηρεί ο Βασίλης. «Από τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι ήρωες είναι σαφές ότι αντιλαμβάνονται τη θέση τους στον κόσμο πιο χαμηλά. Στον “Φάουστ” αντίθετα υπάρχει μία τάση ανάτασης». Την ίδια στιγμή υπάρχουν πράγματα που συσχετίζουν τον «Καλόγερο» και με τον «Φρανκενστάιν» της Μαίρη Σέλεϊ, ενός ακόμα εμβληματικού γοτθικού μυθιστορήματος που επίσης γράφτηκε λίγα χρόνια αργότερα. «Στον “Φρανκενστάιν” έχουμε την εξωτερική μεταμόρφωση. Εδώ έχουμε την εσωτερική μεταμόρφωση των ηρώων. Καταλύουν μέσα τους κάθε μεταφυσική ψευδαίσθηση. Για μένα αυτή είναι η μεγαλύτερη μεταμόρφωσή τους», τονίζει η Ελένη.

Οι ήρωες του «Καλόγερου» είναι άνθρωποι καταπιεσμένοι. Άνθρωποι που έχουν καταπνίξει τα θέλω τους και τις ανάγκες τους. Το ταξίδι αυτό για την εσωτερική τους μεταμόρφωση είναι μακρύ και επίπονο. Πόσο όμως διαφέρουμε από αυτούς; Πόσο ελεύθεροι ή καταπιεσμένοι είμαστε σήμερα, που δεν υπάρχει πια η Ιερά Εξέταση; «Πιστεύω ότι πάντα ο άνθρωπος διακατέχεται από δεισιδαιμονίες. Μπορεί να μην είναι σαν τον Μεσαίωνα, αλλά κάποιους προσωπικούς δαίμονες όλοι τους έχουμε», μου λέει η Μαρία και συνεχίζει: «Θεωρώ ότι ο καθένας μπορεί να βρει αυτό που καταδυναστεύει τον εαυτό του. Εγώ με αυτό που ταυτίστηκα με την ηρωίδα μου, την Αγνή, είναι ότι την έχουν προορίσει για κάτι συγκεκριμένο και ζει τη ζωή της με βάση αυτό και ξαφνικά η ζωή της αλλάζει και γίνεται κάτι άλλο. Αυτή η μάχη για το τι είσαι φτιαγμένος και πώς μπορεί να το αλλάξεις αυτό είναι κάτι το οποίο προσωπικά με αφορά πολύ».

«Είναι πολύ δύσκολο κάθε τι που συμβαίνει, κάθε στιγμή, κάθε μέρα, να το επαναδιαπραγματεύεσαι. Οπότε δημιουργούνται συμβάσεις και εκλαμβάνονται κάποιες αλήθειες σαν αυταπόδεικτες όχι γιατί είναι, αλλά γιατί είναι κουραστικό να τις σκέφτεσαι κάθε μέρα. Τα “πρέπει” εξασφαλίζουν σ’ έναν βαθμό αυτή την ισορροπία», σχολιάζει ο Σεραφείμ και ο Νίκος μοιάζει να συμφωνεί: «Η καταπίεση των ανθρώπων δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. Εφόσον η κοινωνία περιέχει θρησκευτικά “πρέπει” είναι φυσικό οι άνθρωποι που απαρτίζουν την κοινωνία αυτή να έχουν αντίστοιχα “πρέπει” και “ταμπού”».



«Το θέμα είναι ότι κάποιοι κανόνες είναι παράλογοι και ακραίοι», παρεμβαίνει η Κατερίνα. «Δημιουργούν πολλά περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποθετικά προλαμβάνουν. Θεωρώ ότι κάθε άνθρωπος, στο μέτρο που οι συνθήκες στις οποίες ζει το επιτρέπουν, οφείλει να κρίνει και να επιλέγει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει. Υπάρχουν και κοινωνίες στις οποίες ο θρησκευτικός φανατισμός είναι η μόνη λύση, αλλιώς σε περιμένει ο θάνατος».

«Ο δυνάστης μας είναι πάντα ο εαυτός μας, όσο κι αν θεωρούμε τους άλλους. Στην πραγματικότητα και σήμερα από το ένα σύνορο στο άλλο οι κόσμοι είναι τελείως διαφορετικοί, σαν να βρίσκεσαι σε άλλον πλανήτη», σχολιάζει ο Βασίλης και η Ελένη επισημαίνει αυτή την «έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να μπαίνει σε όρια και να νιώθει ότι κάποιος τον συμβουλεύει και τον κατευθύνει. Πάνω σε αυτή την ανάγκη δυστυχώς έχει πατήσει κάθε μορφή ολοκληρωτισμού».

«Είναι σαν ο άνθρωπος να μην έχει μάθει ότι δεν χρειάζεται τελικά να ορίσει τα πράγματα. Θεωρούμε ότι αν δεν ονοματίσουμε το Καλό και το Κακό είμαστε στο πουθενά. Είναι αυτός ο αρχέγονος φόβος του ανθρώπου που έχει να κάνει με αυτό το πουθενά», παρεμβαίνει η Μαρία. «Και ο θάνατος τι ρόλο παίζει σε αυτό το δίπολο;», αναρωτιέμαι. «Για μένα υπάρχει ένα πολύ βασικό ερώτημα. Αυτή τη ζωή πρέπει να τη ζήσεις χωρίς να σκέφτεσαι τον θάνατο ή πρέπει να την αξιοποιήσεις γιατί θα έρθει ο θάνατος; Και στις δύο προτάσεις πάντα υπάρχει ο θάνατος», σημειώνει ο Βασίλης.



«Εγώ πιστεύω ότι ο φόβος του θανάτου είναι το πιο παραγωγικό συναίσθημα μέσα μας, γιατί μας ωθεί στο να δημιουργήσουμε την πίστη στην αιωνιότητα, που αν δεν υπήρχε οι άνθρωποι δεν θα ερωτεύονταν, δεν θα έκαναν τέχνη… Υπό αυτή την έννοια, ας συνεχίσει λοιπόν να υπάρχει ο φόβος του θανάτου. Με την έννοια όμως την αποτρεπτική, της αφοσίωσης σε μία θρησκεία που με καταπιέζει, τότε μακάρι να μπορούσαμε να τον ξορκίσουμε για πάντα,» συμπληρώνει η Ελένη.

«Αν δεν υπήρχαν ταμπού σήμερα, ποιο είναι το πιο απαγορευμένο πράγμα που θα θέλατε να κάνετε;», τους ρωτάω και ξέρω ότι κάνω μία προβοκατόρικη ερώτηση, που το πιθανότερο είναι να αρνηθούν να μου την απαντήσουν. «Μα δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση! Θα στιγματιστώ αυτομάτως κοινωνικά!», πετάγεται πρώτη η Κατερίνα επιβεβαιώνοντας τις σκέψεις μου. «Πραγματικά, χωρίς υπεκφυγές, δεν θα ήθελα να κάνω κάτι απαγορευμένο. Αν ήθελα όμως θα το έκανα ιδιαιτέρως. Το κοινωνικό στίγμα είναι σχετικό στις μέρες μας ειδικά μέσα στη μητρόπολη που ζούμε», μου λέει ο Νίκος.

Στις δύο αρνήσεις έρχεται να προστεθεί και μία τρίτη από τον Βασίλη. «Δεν θέλω να απαντήσω. Έχω απάντηση, αλλά δεν θέλω να την πω». Υπάρχουν όμως κι αυτοί που τολμούν. «Εγώ τους τελευταίους μήνες έχω μία έντονη επιθυμία να καταστρέψω την Ακρόπολη. Ουσιαστικά την όποια Ακρόπολη αποτελεί σημείο αναφοράς σε ένα μεγαλείο που κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει και απλά είναι μία ψευδαίσθηση. Θα ήθελα να μπορούσα να καταργήσω τις ψευδαισθήσεις», παραδέχεται η Ελένη.



«Φόνο δεν νομίζω ότι θα ήθελα να κάνω. Μάλλον θα είχα πολλές διαφορετικές ζωές. Θα είχα τέσσερις πέντε οικογένειες, διαφορετικούς συντρόφους διαφορετικών φύλων και φυλών… Σε πρώτη φάση, κάτι τέτοιο θα ήθελα», εξομολογείται η Μαρία και ο Σεραφείμ αναφέρεται κι αυτός στο κομμάτι των σχέσεων: «Θα ήθελα να είναι πιο “ελαστικές” οι σχέσεις. Να μετασχηματίζονται και να είναι πιο δυναμικές απ’ ότι είναι. Μιλάω και σε σεξουαλικό και σε κοινωνικό και σε οικογενειακό επίπεδο. Ενώ βιώνουμε εσωτερικές αλλαγές αυτές δεν τις φέρουμε στον άλλον, γιατί υπάρχει μία δεδομένη κατάσταση». Στο τέλος της κουβέντας μας και με αφορμή τη συμπλήρωση τριών χρόνων από την ίδρυση του Skrow ζητάω από τους πέντε ιδρυτές του να μου πουν μία φράση σχετικά με αυτό.

«Το τέλος των ψευδαισθήσεων. Και δεν είναι αρνητικό αυτό», μου λέει η Μαρία. «Ακόμα ψάχνουμε την ταυτότητα μας. Η αναζήτηση καλά κρατεί», τονίζει ο Σεραφείμ. «Κάθε αρχή και δύσκολη. Και από ότι φαίνεται και η συνέχεια της αρχής δεν είναι ευκολότερη…», σχολιάζει η Κατερίνα. «Τρία είναι λίγα και φαρμακερά…», προσθέτει ο Νίκος και ο Βασίλης προτιμά να μην απαντήσει μόνο με μία φράση: «Είμαι πολύ περήφανος που η ομάδα μας μέσα στον χρόνο επικοινωνεί και λειτουργεί όλο και καλύτερα. Σε όλα αυτά τα χρόνια που είμαι στο θέατρο, έχει αρχίσει πια να με ευχαριστεί η δουλειά».



Η Ελένη δεν είναι ιδρυτικό μέλος του Skrow. Συνεργάζεται φέτος για πρώτη φορά μαζί τους. Όμως η εικόνα που έχει σχηματίσει για την ομάδα του Skrow δείχνει κάτι… «Έλεγε ο Μπρεχτ τα χρόνια εκείνα της ανόδου του ναζισμού: “Θα υπάρχουν ακόμα τραγούδια στις σκοτεινές εποχές;”. Πιστεύω ακράδαντα ότι: Ναι, θα υπάρχουν. Και οι συνεργάτες μου στο Skrow μου το αποδεικνύουν κάθε μέρα».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης