«Πατημένα Τριάντα»: Το νέο βιβλίο του Μιχάλη Νταγγίνη
Διαβάστε προδημοσίευση στο protothema
Τα «Πατημένα Τριάντα» είναι το νέο βιβλίο του Μιχάλη Νταγγίνη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Δύο άντρες και τρεις γυναίκες συναντιούνται στο κατώφλι της πραγματικής ενηλικίωσης. Με σημείο εκκίνησης μια απόφαση ανεξαρτητοποίησης που καταλήγει σε βουτιά στον υπόκοσμο, αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά τους μια ταραγμένη δεκαετία. Το παζλ της ζωής τους θα συμπληρώσουν ετερόκλητα κομμάτια: η έλλειψη ευκαιριών, το τίμημα της επιτυχίας, οι σκοτεινές σεξουαλικές επιθυμίες, η διαβρωτική φύση του φθόνου, το αποτύπωμα των παιδικών τραυμάτων. Κανείς δεν θα μείνει εκτός: καθωσπρέπει γονείς, τοξικοί εραστές, επιφανείς επιχειρηματίες, νονοί της νύχτας, δικηγόροι, μοναχοί, μπράβοι, ανώνυμοι θαυμαστές.
Με φόντο έναν κόσμο διαφθοράς, όπου η εξουσία συνομιλεί με το οργανωμένο έγκλημα, τα Πατημένα Τριάντα είναι η προσωπογραφία μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία έχασε την αισιοδοξία της στη διάρκεια των αλλεπάλληλων κρίσεων που σημάδεψαν την ενηλικίωσή της. Ένα συναρπαστικό ταξίδι ενηλικίωσης, μια διεισδυτική ματιά στη γενιά που μεγάλωσε σε μόνιμη κρίση. Με χιούμορ, σασπένς και διεισδυτική ψυχογράφηση χαρακτήρων, ένα έργο που εξερευνά την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα από πέντε διαφορετικές οπτικές γωνίες, σε μια μουδιασμένη, κατακερματισμένη κοινωνία.
Ακολουθεί απόσπασμα του βιβλίου
Τις ίδιες μέρες ο Θέμης μάζευε τα πράγματά του σε μια τεράστια βαλίτσα για τη Γερμανία. Ήταν τριαντάρης και απογοητευμένος. Βασικά, το ότι έκλεισε τα τριάντα ίσως να μην ήταν και εντελώς άσχετο με την ψυχική του κατάσταση. Τα τριάντα είναι η πραγματική έναρξη της ενήλικης ζωής· η ηλικία που σου ψιθυρίζει αγχωτικά «ώρα να σοβαρευτείς». Μέχρι τότε, είσαι είκοσι κάτι, όπως είκοσι κάτι ήσουν και φοιτητής, που το θέμα της ηλικίας δεν σε αφορούσε κα-θόλου. Τα πρώτα «–άντα» όμως είναι μια νέα πίστα. Είναι η δεκαετία στην οποία κατά κανόνα αποκτάς την ιδιότητα του γονιού και του συζύγου. Η δεκαετία που τα φοιτητικά πάρτι γίνονται γλέντια σε γάμους φίλων σου που εύχονται «και στα δικά σου», πριν ξεκινήσουν οι βαπτίσεις των παιδιών τους. Δεν είσαι πλέον παιδί και μάλλον παύεις να νιώθεις. Τα λάθη δεν συγχωρούνται εύκολα. Πρέπει να βάζεις ξυπνητήρι κάθε πρωί και να σκέφτεσαι διπλά αν θα πιεις ποτάρες με την παρέα το βράδυ (η οποία πλέον κανονίζει όλο και σπανιότερα), επειδή αύριο η μέρα θα ’ναι μαρτύριο. Οι διακοπές μετράνε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι παλιά, που λίγο πολύ όλος ο χρόνος διακοπές ήταν· η εξεταστική της σχολής ήταν η διακοπή των διακοπών. Τον αυθορμητισμό των είκοσι κάτι διαδέχεται ένα προσεκτικότερο ζύγισμα της κάθε επιλογής. Απ’ τα τριάντα και μετά πρέπει να ’χεις βάλει σε μια τάξη τη ζωή: να βρεις μια σταθερή δουλειά με προο-πτική, μία σύντροφο με προοπτική. Γενικά, η προοπτική φοριέται πολύ σαν λέξη στα τριάντα· αγκαζέ με τη φράση «ώρα να σοβαρευτείς».
Ο Θέμης δεν είχε καμία σοβαρή προοπτική. Υπό μία έννοια ήταν άτυχος. Τελείωσε τη Νομική Σχολή Αθηνών το 2009, έναν χρόνο μετά την πτώχευση της Lehman Brothers που έφερε την παγκόσμια οικονομική κρίση. Στο περίπτερο έξω απ’ το σπίτι του, μια στραβοκρεμασμένη εφημερίδα προειδοποιούσε: «Μαύρα σύννεφα πάνω από την ελληνική οικονομία – Η “καταιγίδα” που φέρνει η παγκόσμια οικο-νομική κρίση». Στον δημόσιο διάλογο υπήρχε για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες μια αίσθηση ανησυχίας. Ο τότε πρωθυπουργός, ανιψιός ενός παλιού πρωθυπουργού, ψέλλιζε γενικόλογα για «δύσκολες αποφάσεις», αλλά μέχρι εκεί. Ο αντίπαλός του, γιος ενός άλλου παλιού πρωθυπουργού (που υπήρξε αντίπαλος του θείου του εν ενεργεία πρωθυπουργού), απαντούσε με στεντόρεια φωνή «λεφτά υπάρχουν!». Ήταν οι τελευταίες εκλογές που ο κόσμος πίστευε ακόμα στα κόμματα. Χιλιάδες ψηφοφόροι μαζεύονταν στις πλατείες με καπνογόνα και σημαίες, φωνάζοντας παθιασμένα «Να τος, να τος ο πρωθυπουργός». Κανείς δεν περίμενε αυτό που ερχόταν.
Η κρίση τον πήρε απ’ το χέρι ήδη απ’ όταν ήταν επαγγελματικό νεογνό. Δεν είχε τίποτε απ’ την ομορφιά ενός ξεκινήματος. Η αγορά εργασίας τελούσε σε σοκ – το κύμα των άνεργων πτυχιούχων ΑΕΙ φούσκωνε. Η νέα καθημερινότητα ήταν ντυμένη με άγνωστες ως τότε λέξεις: κρίση, μέτρα, κούρεμα, ΔΝΤ, σπρεντ, Αγανακτισμένοι, ρευστότητα, χαράτσι, κίνδυνος, χρεοκοπία. Μνημόνιο· αρχικά ένα, μετά άλλα δύο – ή τρία; Χάθηκε το μέτρημα. Δεν είχε γονείς δικηγόρους· ο πατέρας του καθηγητής Γυμνασίου στα Χανιά και η μητέρα ταμίας σε σουπερμάρκετ. Δυο αξιοπρεπείς, αθόρυβοι άνθρωποι, πεπεισμένοι ότι το βλαστάρι τους ξεκλείδωσε την πόρτα της επιτυχίας όταν ανακοινώθηκαν οι βαθμοί του στις πανελλαδικές.
Κλείσιμο
Έστειλε βιογραφικά σε διάφορες δικηγορικές εταιρίες. Είχε διαβάσει κάπου ότι το βιογραφικό έπρεπε να ’ναι σύντομο, σαφές κι ενδιαφέρον· να κάνει τον εργοδότη σου να «θέλει να σε γνωρίσει» – κάτι σαν ματσάρισμα στο Tinder, χωρίς φωτογραφίες και προσδοκίες για γλωσσόφιλα. Έτσι, εκτός απ’ τις βασικές πληροφορίες, όπως σχολή, βαθμοί, γλώσσες κ.λπ., αποφάσισε να το διανθίσει με μερικές σύντομες αρλούμπες για εθελοντισμούς, αθλήματα και χόμπι. Αν τον ρωτούσαν στα σοβαρά για αυτά, θα γινόταν ρεντίκολο. Το μόνο που έψαξε ήταν μια δενδροφύτευση, ίσα για να ξέρει πού και πότε έγινε, αν τυχόν ζητούσαν λεπτομέρειες. Και από αθλήματα ίσχυε ότι του άρεσε η μπάλα – αλλά μόνο να βλέπει.
Φόρεσε την κοστουμιά απ’ τα Ζάρα με μανίκια που ήθελαν επειγόντως κόντεμα και πήγε για την πρώτη του συνέντευξη σε μια μεγάλη εταιρία με δικό της πολυώροφο κτίριο. Τον έβαλαν να καθίσει σε μια κυριλέ κλιματιζόμενη αίθουσα. Η ευγενική γραμματέας άνοιξε την πόρτα και τον ενημέρωσε ότι ο κύριος Τάδε έρχεται σε ένα λεπτό. Δεν κατάλαβε γιατί του το είπε. Μην τυχόν κάνει τίποτα περίεργο και τον πιάσει στα πράσα ο άλλος; Την ευχαρίστησε πάντως χαμογελώντας. Πράγματι, ένα λεπτό μετά μπήκε μέσα ένας λιμοκοντόρος, κοστουμαρισμένος σαραντάρης με μικρές πλάτες, ξυρισμένα μάγουλα και μπόλικο άρωμα αλαζονείας. Κάθισε απέναντί του, παίρνοντας αναπαυτική στάση με ένα ελεεινό ψεύτικο χαμόγελο, σε μια προσπάθεια να σπάσει τον πάγο. Ο πάγος πάντως δεν έσπασε – και δεν έφταιγαν οι 22 βαθμοί στο κλιματιστικό. «Πώς και Νομική, Θέμη;» τον ρώτησε.
Σκάλωσε. Τι μαλακίες είν’ αυτές; Και πού να ξέρει δηλαδή γιατί τη διάλεξε στα δεκαεπτά του; Σκέφτηκε να πει την αλήθεια: έπιασε τα μόρια στις πανελλαδικές και η μάνα του τον προέτρεψε να γίνει δικηγόρος και όχι «καθηγητάκος» σαν τον πατέρα του. Φοβήθηκε όμως την ειλικρίνεια και απάντησε κάτι ασυναρτησίες, ότι ο δικηγόρος είναι ο μηχανικός της κοινωνίας, που φροντίζει οι κανόνες να εφαρμόζονται σωστά και να διατηρείται το κοινωνικό οικοδόμημα. Αυτό πάντως πιο πολύ μπάτσο θύμιζε παρά μηχανικό. Η όλη διαδικασία ήταν ανόητη και αγχωτική. Πώς μπορεί κάποιος σε πέντε, δέκα λεπτά να καταλάβει οτιδήποτε για τις αρετές ή τα ελαττώματά σου; Εδώ και χρόνια, άλλωστε, μπορούσες να μάθεις πώς να απαντάς σε κάθε ερώτηση, όπως ακριβώς μαθαίνεις οτιδήποτε άλλο. Υπάρχουν μάλιστα και βίντεο, αλλά και τμήματα προετοιμασίας! Κάποια άτομα είναι εξαιρετικά προικισμένα σ’ αυτό, ικανά να απαντούν με τρόπους πειστικούς κι ευφάνταστους σε κάθε ερώτηση – από το «για-τί Νομική;» μέχρι το «θα πέθαινες για την εταιρεία μας;». Ο Θέμης πάντως πήγαινε απροπόνητος, αμνός στη σφαγή. Τελικά προσελήφθη από μια άλλη εταιρία με παρόμοιες ερωταπαντήσεις στη συνέντευξη. Ως ασκούμενος δικηγόρος ήταν λαντζιέρης πολυτελείας – με κοστούμι και πουκάμισο, καμιά φορά και γραβάτα. Έβγαζε φωτοτυπίες, έκανε κάθιδρος εξωτερικές δουλειές ως το μεσημέρι, κρατούσε την ατζέντα του προϊσταμένου του, ετοίμαζε power points, και γενικά έκανε αγγαρείες πάνω σε αντικείμενα εντελώς άσχετα με αυτό που σπούδασε. Ο προϊστάμενος τον διαβεβαίωνε καθησυχαστικά ότι «έτσι μαθαίνεις» και συνήθιζε να λέει με ελαφρά δόση εκδικητικού σαδισμού: «Εγώ να δεις τι τράβηξα στην ηλικία σου. Εσείς τα έχετε όλα έτοιμα! Ούτε κλιματισμό δεν είχαμε στο γραφείο. Ιδρώναμε σαν τα γουρούνια. Αλλά έτσι ψηθήκαμε, στις δυσκολίες». Ο Θέμης δεν τόλμησε να ρωτήσει αν του ζητούσε εμμέσως να κλείσει τον κλιματισμό. Το καλό πάντως ήταν ότι έπαιρνε μηνιάτικο εξακόσια ευρώ (μισθός παχυλός για ασκούμενο) και ότι έχασε κάποια περιττά κιλά απ’ το τόσο τρέξιμο στα δαιδαλώδη κτίρια των δημόσιων υπηρεσιών.
Το εταιρικό περιβάλλον ήταν ψυχροπολεμικό. Ξυπνούσε με κόμπο στο στομάχι. Έπρεπε να αντιμετωπίζει τα σκαμπανεβάσματα της διάθεσης των ανωτέρων του. Όταν ήταν χαρούμενοι, ήταν κι εκείνος. Όταν δεν ήταν (και συνήθως δεν ήταν), έπρεπε να περιμένει ότι μέρος της οργής θα ξεσπάσει πάνω του. Έμενε μέχρι αργά, χωρίς να ’χει κάτι να κάνει, απλώς επειδή κανείς δεν έβρισκε το θάρρος να φύγει νωρίτερα. Ποιος ήταν αυτός, το τσουτσέκι, που θα φύγει πρώτος, όταν εξηντάρηδες με οικογένειες ξενυχτάνε εκεί κάθε μέρα; Έπαιρνε μέρος σε γελοίους ανταγωνισμούς για να γίνει αρεστός σε αυτούς που θα αποφάσιζαν για το μέλλον του στην εταιρία. Δεχόταν αντιφατικές οδηγίες, με αποκορύφωμα το απίστευτο ξέσπασμα (σαν υψίφωνο γάβγισμα) μιας προϊσταμένης όταν της είπε, κυριολεκτικά, όχι ειρωνικά, ότι «δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε δύο μέρη ταυτόχρονα». Είχε πάντα ένα αγχώδες αίσθημα εγρήγορσης· στην εταιρία επαινούν αυτόν που είναι πάντα διαθέσιμος. Ακόμα και στις διακοπές ήταν σε επιφυλακή – μπορεί να έσκαγε κάποιο έκτακτο call και αλίμονο αν έπινε αμέριμνος μπίρες στην παραλία.
Στον τέταρτο χρόνο, σε ένα χριστουγεννιάτικο γκαλά στο Ωδείο Αθηνών, έπαιξε ένα βίντεο με «χαρούμενες στιγμές της εταιρίας» σε εναλλασσόμενες εικόνες μετά μουσικής, που ήταν «κάτι παραπάνω από εταιρία· μια Οικογένεια».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μιχάλης Νταγγίνης γεννήθηκε το 1993 στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε νομικά. Από το 2017 ζει κι εργάζεται στην Αθήνα ως δικηγόρος ποινικού δικαίου, ενώ επίσης είναι διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε νομικά περιοδικά. Το 2020 εκδόθηκε η πρώτη νομική του μονογραφία. Το μυθιστόρημα Πατημένα Τριάντα είναι το πρώτο λογοτεχνικό του έργο.