Leonora Carrington, η υφάντρα του ονείρου
Μια μεγάλη έκθεση στις ΗΠΑ στάθηκε αφορμή για να μπούμε στον σουρεαλιστικό κόσμο της Βρετανίδας ζωγράφου. Εκεί όπου τα λάχανα ουρλιάζουν, τα πουλιά μιλούν και οι γυναίκες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα του κόσμου
Περισσότερα από 30 έργα που καλύπτουν έξι δεκαετίες δημιουργίας παρουσιάζονται μαζί. Ο τίτλος «Υφάντρα του Ονείρου» αποδείχθηκε απόλυτα εύστοχος: η Κάριγκτον δεν ζωγράφιζε απλώς, ύφαινε κόσμους. Και όπως κάθε ύφανση, οι κλωστές της κουβαλούσαν ιστορίες - αυστηρές καθολικές ανατροφές, ερωτικές εξάρσεις, εξορίες, ψυχικά σκοτάδια, μυστικισμούς και, τελικά, μια αμείλικτη, προσωπική ελευθερία.
Δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον ρόλο της γυναίκας που απλά εμπνέει κάποιον άλλο: «Δεν είχα χρόνο να γίνω η μούσα κανενός», είχε πει
Κόρη βιομηχάνου της υφαντουργίας, η μεγάλη ζωγράφος γεννήθηκε το 1917 στο Λανκασάιρ της Αγγλίας. Το οικογενειακό της περιβάλλον ήταν ασφυκτικά καθωσπρέπει, εκείνη όμως έδειχνε από νωρίς ότι δεν θα έμενε στη σκιά κανενός. Οι σχολές καθολικής αγωγής την απέρριψαν για την ανυπότακτη συμπεριφορά της κι εκείνη βυθίστηκε στη μυθολογία, στις ιστορίες του Κέλτικου Βορρά και στα παραμύθια που η μητέρα και η νταντά της τής ψιθύριζαν τα βράδια. Η πρώτη της συνάντηση με τον σουρεαλισμό ήταν σαν αποκάλυψη: ένας κόσμος όπου το όνειρο είχε μεγαλύτερη ισχύ από τον ρεαλισμό. Στο Παρίσι, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, γνώρισε τον Μαξ Ερνστ, τον μεγάλο έρωτα και μέντορά της. Μαζί εγκαταστάθηκαν σε ένα αγροτόσπιτο στην Προβηγκία, περιτριγυρισμένοι από πουλιά, αγάλματα και τις εξωπραγματικές φαντασιώσεις που γέννησαν έργα γεμάτα αλληγορία και πάθος. Στην περίφημη έκθεση, έργα όπως το «Pastoral» θυμίζουν εκείνη την εποχή: μια απόδοση τοπίων όπου οι μορφές δεν είναι ποτέ απλά μορφές αλλά πλάσματα με δική τους ψυχή, σαν να περπατάς μέσα σε ένα όνειρο που αρνείται να τελειώσει.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήρθε να γκρεμίσει την ειδυλλιακή της φυσαλίδα. Ο Ερνστ συνελήφθη ως «εχθρικός αλλοδαπός», εκείνη βρέθηκε μόνη, βυθισμένη σε ψυχωσικά επεισόδια. Νοσηλεύτηκε σε κλινική της Ισπανίας, όπου τα φάρμακα και η καταστολή άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στη μνήμη και τη φαντασία της. Το τραύμα μεταμορφώθηκε σε τέχνη: σε πίνακες όπου οι γυναικείες μορφές δεν είναι ποτέ παθητικές, αλλά μάγισσες, πολεμίστριες, πλάσματα που ελέγχουν το ίδιο το πεπρωμένο τους. Από αυτήν την περίοδο, το «Nunscape at Manzanillo» ξεχωρίζει στην τρέχουσα έκθεση: μια ειρωνική, σχεδόν σαρκαστική απεικόνιση μοναχών, σαν προσωπικός της αντίλογος στην καταναγκαστική θρησκευτικότητα της παιδικής της ηλικίας.
Το 2022, ο πίνακάς της «Les Distractions de Dagobert» πωλήθηκε για 28,5 εκατ. δολάρια, σπάζοντας ρεκόρ
Επειτα ακολούθησε η φυγή: μέσω Πορτογαλίας και Νέας Υόρκης, κατέληξε στο Μεξικό, όπου θα ζούσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Εκεί έστησε το δικό της σύμπαν, ανάμεσα σε καλλιτέχνες, ακτιβιστές και μυστικιστές. Το Μεξικό δεν ήταν απλώς τόπος εξορίας, αλλά ο τόπος όπου οι ρίζες της βαθιάς πνευματικότητάς της βρήκαν έδαφος. Στη νέα της πατρίδα, η Κάριγκτον εξερεύνησε τελετουργίες, αλχημείες, λαϊκές παραδόσεις. Οι πίνακές της γέμισαν από παράξενα πτηνά, μισάνθρωπα όντα, φυτά με ψυχή και γυναίκες-μάγισσες που κρατούν στα χέρια τους τον κόσμο. Εκεί δεν ήταν πλέον η «σύντροφος του Ερνστ», αλλά μια καλλιτέχνις με δική της φωνή. Η έκθεση «Dream Weaver» το αποτυπώνει με ιδιαίτερη καθαρότητα. Στο έργο «Rabinos» οι μορφές μοιάζουν σχεδόν grotesque: κληρικοί με παραμορφωμένα χαρακτηριστικά, σαν σαρκαστική κριτική στην εξουσία. Δίπλα του, όμως, το «Portrait of Gooky» αποπνέει τρυφερότητα. Η επιβεβαίωση ότι η Κάριγκτον μπορούσε να κινηθεί ανάμεσα στο τρομακτικό και το ποιητικό με την ίδια ευκολία. Κι έπειτα, το περίφημο κόκκινο λάχανο: μια απλή κεφαλή λαχανικού που, στα χέρια της, μεταμορφώνεται σε «αλχημικό τριαντάφυλλο». Οι κριτικοί μιλούν για ένα έργο που μοιάζει να «ουρλιάζει όταν ξεριζώνεται από τη γη», μια εικόνα σπαρακτική και παράλληλα πανίσχυρη, που αποκαλύπτει το εύρος της φαντασίας της.
Η Βρετανίδα ζωγράφος δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τον ρόλο της γυναίκας που απλά εμπνέει κάποιον άλλο: «Δεν είχα χρόνο να γίνω η μούσα κανενός», είχε πει. Στα έργα της, η γυναικεία φιγούρα δεν είναι διακοσμητική αλλά κυρίαρχη: άλλοτε μάγισσα, άλλοτε θεραπεύτρια, άλλοτε πολεμίστρια. Μέσα από αυτές τις εικόνες, η ίδια επαναπροσδιόρισε το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα δημιουργός στον κόσμο του σουρεαλισμού, έναν κόσμο που συχνά φυλάκιζε τις γυναίκες στη θέση του αντικειμένου. Παρά το πάθος και το ταλέντο της, για πολλά χρόνια δεν είχε την αναγνώριση που της άξιζε. Μόλις πρόσφατα, η αγορά της τέχνης και τα μουσεία έστρεψαν το βλέμμα τους επάνω της. Το 2022, ο πίνακάς της «Les Distractions de Dagobert» πωλήθηκε για 28,5 εκατ. δολάρια, σπάζοντας ρεκόρ για τη Βρετανίδα καλλιτέχνιδα.
Ομως η αληθινή της δικαίωση βρίσκεται αλλού: στο γεγονός ότι οι εικόνες της δεν μοιάζουν ξεπερασμένες. Σήμερα, σε μια εποχή όπου το φανταστικό και το πολιτικό συναντώνται σε νέες μορφές έκφρασης, η Κάριγκτον μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Οι πίνακες της είναι ταυτόχρονα ξόρκια, αλληγορίες μιας ζωής που έμαθε να κοιτάζει πέρα από τον καθρέφτη. Και η έκθεση «Dream Weaver», μια συνάντηση με τη γυναίκα που αρνήθηκε να περιοριστεί, που αψήφησε τους κανόνες της τέχνης και της κοινωνίας και ύφανε τη δική της μυθολογία με κλωστές ανθεκτικές στον χρόνο ◆
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr