Από τον λιγνίτη στους υπερυπολογιστές: Η νέα γεωγραφία της ελληνικής ψηφιακής κυριαρχίας

Από τον λιγνίτη στους υπερυπολογιστές: Η νέα γεωγραφία της ελληνικής ψηφιακής κυριαρχίας

Από τον «Δαίδαλο» και τον «Φάρο» έως τη Δυτική Μακεδονία, η Ελλάδα επενδύει σε υπερυπολογιστές, κέντρα δεδομένων και υποδομές ΤΝ, διεκδικώντας θέση στη νέα γεωπολιτική της υπολογιστικής ισχύος

Από τον λιγνίτη στους υπερυπολογιστές: Η νέα γεωγραφία της ελληνικής ψηφιακής κυριαρχίας
Η δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη επικεντρώνεται συνήθως στους αλγορίθμους, τις εφαρμογές και τις επιπτώσεις τους στην οικονομία και την κοινωνία. Ωστόσο, πίσω από τη θεαματική πρόοδο της ΤΝ κρύβεται ένα λιγότερο ορατό αλλά στρατηγικά καθοριστικό ερώτημα: ποιος διαθέτει, ποιος ελέγχει και ποιος έχει πρόσβαση στην υπολογιστική ισχύ, που θα τροφοδοτήσει την επόμενη φάση της ψηφιακής οικονομίας.

Ο Καθηγητής Ιωάννης Αντωνιάδης, Αντιπρύτανης Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και ο Σπύρος-Νικήτας Τσαμίχας, Editor-in-Chief του Digital World Summit Greece, μιλούν στο protothema.gr, αποτυπώνοντας το νέο ψηφιακό τοπίο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, στον πυρήνα αυτής της συζήτησης βρίσκονται οι υπερυπολογιστές, τα κέντρα δεδομένων νέας γενιάς και οι υποδομές υψηλών επιδόσεων (High Performance Computing – HPC), που μετατρέπονται σταδιακά σε κρίσιμες υποδομές εθνικής ισχύος, αντίστοιχες με τα ενεργειακά δίκτυα, τα λιμάνια ή τις τηλεπικοινωνίες. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα φαίνεται να διαμορφώνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στρατηγική, αναπτύσσοντας ένα πυκνό δίκτυο ψηφιακών υποδομών που εκτείνεται από το Λαύριο έως τη Δυτική Μακεδονία.

Η νέα γεωπολιτική της υπολογιστικής ισχύος

Οι υπερυπολογιστές δεν είναι απλώς «γρηγορότεροι υπολογιστές». Πρόκειται για συστήματα, που αποτελούνται από χιλιάδες διασυνδεδεμένους επεξεργαστές και εξειδικευμένες μονάδες επιτάχυνσης, οι οποίες λειτουργούν παράλληλα, επιτρέποντας την επεξεργασία τεράστιων όγκων δεδομένων και την εκτέλεση σύνθετων υπολογισμών σε χρόνους που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητοι.

Οι δυνατότητές τους επεκτείνονται από την εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και την ανάλυση γονιδιωματικών δεδομένων έως την πρόβλεψη ακραίων καιρικών φαινομένων, την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, την ανάπτυξη προηγμένων υλικών, την κυβερνοασφάλεια και τη μελλοντική διασύνδεση με κβαντικά συστήματα υπολογισμού.

Στο νέο αυτό περιβάλλον, το hardware παύει να αποτελεί ουδέτερο τεχνολογικό εξοπλισμό. Μετατρέπεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό πόρο. Όπως οι αγωγοί ενέργειας και τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρισμού καθόρισαν τον 20ό αιώνα, έτσι και οι υπερυπολογιστικές υποδομές αναμένεται να διαμορφώσουν σημαντικό μέρος της οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος του 21ου αιώνα.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την ψηφιακή κυριαρχία

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον αναγνωρίσει ότι η τεχνολογική εξάρτηση συνιστά στρατηγικό κίνδυνο. Η Διεθνής Ψηφιακή Στρατηγική που παρουσιάστηκε πριν από ένα χρόνο ακριβώς - τον Ιούνιο του 2025 - κατέστησε την ψηφιακή κυριαρχία βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής πολιτικής, δίνοντας έμφαση στην ικανότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει αυτόνομα τις ψηφιακές της επιλογές, σύμφωνα με τις δικές της αξίες, κανονισμούς και προτεραιότητες.

Κεντρικό εργαλείο αυτής της προσπάθειας αποτελεί η Κοινή Επιχείρηση EuroHPC (European High Performance Computing Joint Undertaking), η οποία από το 2020 συντονίζει δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ με στόχο τη δημιουργία ευρωπαϊκού οικοσυστήματος υπερυπολογιστών και τεχνητής νοημοσύνης, ώστε η ΕΕ να μην εξαρτάται από αμερικανικά ή κινεζικά υπερυπολογιστικά οικοσυστήματα.

Μέσα από το EuroHPC αναπτύχθηκαν τα λεγόμενα AI Factories, ολοκληρωμένα οικοσυστήματα, που συνδυάζουν υπερυπολογιστές βελτιστοποιημένους για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, κέντρα δεδομένων, εξειδικευμένες υπηρεσίες, εκπαιδευτικά προγράμματα και μηχανισμούς πρόσβασης για ερευνητές, δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις.

Κλείσιμο
Η στρατηγική αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω στις αρχές του 2026, όταν τροποποιήθηκε ο Κανονισμός του EuroHPC τον Ιανουάριο του 2026 και προστέθηκαν δύο νέοι πυλώνες:

Τα γίγα-εργοστάσια τεχνητής νοημοσύνης (AI Gigafactories), δηλαδή εγκαταστάσεις εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας που συνδυάζουν υπολογιστική ισχύ υψηλών επιδόσεων, ενεργειακά αποδοτικά data centers και αυτοματοποίηση μέσω ΤΝ.

Οι κβαντικές τεχνολογίες, οι οποίες θεωρούνται η επόμενη μεγάλη τεχνολογική μετάβαση, με εφαρμογές στη φαρμακευτική έρευνα, τη χημεία, τα προηγμένα υλικά, τις μεταφορές, τα ενεργειακά δίκτυα και τη βελτιστοποίηση σύνθετων συστημάτων, δηλαδή δικτύων. Ειδικότερα, οι συγκεκριμένες τεχνολογίες αναμένεται να επιτρέψουν την επίλυση προβλημάτων, σχεδιασμό υλικών ή ανακάλυψη φαρμάκων.

Η Ευρώπη δεν επιχειρεί απλώς να καλύψει το τεχνολογικό χάσμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, προσπαθώντας να αγγίξει την τρέχουσα τεχνολογική αιχμή. Επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να συμμετέχει ισότιμα στον σχεδιασμό της επόμενης τεχνολογικής εποχής.

Η ελληνική υποδομή υπερυπολογιστών

Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, η Ελλάδα παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη δυναμική.

Το Εθνικό Δίκτυο Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας (ΕΔΥΤΕ) διαθέτει εμπειρία άνω της δεκαετίας στις υποδομές υψηλών επιδόσεων, έχοντας λειτουργήσει από το 2015 τον υπερυπολογιστή ARIS, ο οποίος εξυπηρέτησε χιλιάδες ερευνητικά έργα και επιστημονικές εφαρμογές.

Σήμερα η χώρα προχωρά στην υλοποίηση του υπερυπολογιστή «Δαίδαλος» στο Λαύριο, μιας επένδυσης στρατηγικής σημασίας με συνολικό προϋπολογισμό 58,9 εκατ. ευρώ. Το έργο χρηματοδοτείται κατά 35% από το EuroHPC Joint Undertaking και κατά 65% από το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» μέσω του μηχανισμού NextGenerationEU.

Με υπολογιστική ισχύ που ξεπερνά τα 89 petaflops, ο «Δαίδαλος» συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες επενδύσεις της Ευρώπης στον τομέα των υπερυπολογιστών. Ανάδοχος είναι η Hewlett Packard Enterprise, της οποίας αποτελεί τη δέκατη επένδυση σε εθνικό υπερυπολογιστή, ενώ στο διεθνές σχήμα συμμετέχουν επίσης η Κύπρος, η Βόρεια Μακεδονία και το Μαυροβούνιο.
Η επένδυση αυτή μετατρέπει το Λαύριο σε έναν νέο κόμβο υπερυπολογιστικής ισχύος για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο «Φάρος» και η ελληνική είσοδος στα AI Factories

Πάνω στην υποδομή του «Δαίδαλου» αναπτύσσεται ο «Φάρος» (Pharos), ένα από τα πρώτα AI Factories της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με προϋπολογισμό 30 εκατ. ευρώ και συγχρηματοδότηση κατά 50% από το EuroHPC και κατά 50% από εθνικούς πόρους, το έργο συντονίζεται από την ΕΔΥΤΕ και συγκεντρώνει ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά οικοσυστήματα που έχουν δημιουργηθεί ποτέ στη χώρα.

Στο σχήμα συμμετέχουν ο Δημόκριτος, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Ερευνητικό Κέντρο «Αθηνά», το ΕΚΕΤΑ, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, το Πανεπιστήμιο Πειραιώς, το Growthfund και η Γενική Γραμματεία Στρατηγικού Σχεδιασμού.

Στόχος του Φάρου είναι η ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στους τομείς της υγείας, της ελληνικής γλώσσας, του πολιτισμού, της βιωσιμότητας και της δημόσιας διοίκησης, ενώ παράλληλα φιλοδοξεί να αποτελέσει βασικό μηχανισμό συμμόρφωσης της χώρας με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο του AI Act.

Η δυναμική του ιδιωτικού τομέα

Την ίδια στιγμή, ο ιδιωτικός τομέας επενδύει με αυξανόμενη ένταση στην ελληνική αγορά υποδομών.

Η Microsoft υλοποιεί το πρώτο της μεγάλο συγκρότημα data centers στην Ελλάδα, στα Σπάτα, ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας ως περιφερειακού κόμβου cloud υπηρεσιών για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Παράλληλα, ο όμιλος ΔΕΗ έχει εντάξει στον στρατηγικό του σχεδιασμό τη δημιουργία ενός μεγάλου πράσινου ενεργειακού και τεχνολογικού κόμβου στη Δυτική Μακεδονία, ο οποίος θα περιλαμβάνει κέντρο δεδομένων και γιγα-εργοστάσιο ΤΝ, φυσική προέκταση της απολιγνιτοποίησης σε νέο βιομηχανικό μοντέλο. Η σύνδεση αυτή μεταξύ πράσινης ενέργειας και ψηφιακών υποδομών αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ελληνικής μετάβασης: η απολιγνιτοποίηση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως περιβαλλοντική υποχρέωση αλλά και ως ευκαιρία οικοδόμησης ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.

Δημόσιο HPC, ευρωπαϊκό AI Factory, ιδιωτικός hyperscaler και πράσινη περιφερειακή υποδομή δεν είναι ξεχωριστά έργα. Είναι οι κορυφές ενός ενιαίου τετραγώνου ψηφιακής κυριαρχίας, το οποίο ωριμάζει με τρόπο που δεν θα ήταν εύκολα προβλέψιμος πέντε χρόνια πριν.

Γιατί η Δυτική Μακεδονία αποκτά στρατηγικό ρόλο

Η ανάδειξη της Δυτικής Μακεδονίας ως υποψήφιου κόμβου υπερυπολογιστικών υποδομών δεν είναι συγκυριακή.

Τον Οκτώβριο του 2025, με κοινή ανακοίνωση των Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, καθώς και της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, επισημοποιήθηκε η πρόθεση δημιουργίας νέου υπερυπολογιστή τεχνητής νοημοσύνης στην περιοχή με εθνικούς πόρους, μία απόφαση ενεργειακή και βιομηχανική ταυτόχρονα.

Η περιοχή διαθέτει μια σειρά από συγκριτικά πλεονεκτήματα που σπανίζουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.Συγκεκριμένα:
εκτεταμένες βιομηχανικές εκτάσεις που προέκυψαν από την απολιγνιτοποίηση, ισχυρές ενεργειακές υποδομές και δίκτυα υψηλής τάσης, τεχνικό προσωπικό με εμπειρία δεκαετιών στα ενεργειακά συστήματα, δυνατότητα παραγωγής πράσινης ενέργειας,
ακαδημαϊκή υποστήριξη μέσω του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, καθώς αυτό έχει ήδη μετατοπίσει το επιστημονικό βάρος προς τα ενεργειακά συστήματα και την υπολογιστική ισχύ, ενισχύοντας έτσι το στόχο της δίκαιης μετάβασης.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η χωροθέτηση μεγάλων data centers καθορίζεται από το κόστος ενέργειας, τη διαθεσιμότητα δικτύων, τη δυνατότητα ψύξης και την ταχύτητα διασύνδεσης, η Δυτική Μακεδονία εμφανίζεται ως μία από τις πιο ανταγωνιστικές περιοχές της χώρας.

Ο ρόλος του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

Καθοριστικός σε αυτή τη μετάβαση είναι ο ρόλος του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

Το ίδρυμα δεν λειτουργεί απλώς ως ακαδημαϊκός παρατηρητής των εξελίξεων, αλλά ως ενεργός παράγοντας σχεδιασμού και υλοποίησης της νέας ψηφιακής στρατηγικής της περιοχής.

Με ισχυρή ερευνητική δραστηριότητα στα ενεργειακά συστήματα, την πληροφορική, την τεχνητή νοημοσύνη, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη διαχείριση τεχνολογίας, το Πανεπιστήμιο μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ των νέων υποδομών, της ερευνητικής κοινότητας, της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το υπό κατασκευή Πράσινο Κέντρο Δεδομένων και ο Υπερυπολογιστής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, που υλοποιείται σε συνεργασία με την ΕΔΥΤΕ, λειτουργεί ως δοκιμαστικό πεδίο αυτής της μετάβασης. Η υποδομή αυτή φιλοδοξεί να αποτελέσει πρότυπο περιφερειακό εργαστήριο για τη σύνδεση της υπολογιστικής ισχύος με την καθαρή ενέργεια, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την έρευνα και την ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων.

Για μια περιοχή που επί δεκαετίες στήριξε την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας μέσω του λιγνίτη, το ΠΔΜ μπορεί να συμβάλει ώστε η νέα αυτή φάση να αποτελέσει τη βάση ενός διαφορετικού αναπτυξιακού μοντέλου, βασισμένου στη γνώση, την καινοτομία και την τεχνολογία.

Ειδικά σήμερα, που διανύουμε μία περίοδο όπου η επιλογή του τόπου για την κατασκευή ενός data center καθορίζεται από κόστος ενέργειας, διαθεσιμότητα νερού και ταχύτητα δικτύωσης, η συγκεκριμένη περιοχή ξεκινά με σοβαρά συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Ο αντίστοιχος κίνδυνος, βέβαια, είναι υπαρκτός: αν αυτά τα πλεονεκτήματα δεν μεταφραστούν εγκαίρως σε ώριμες επενδυτικές αποφάσεις, η μετάβαση μπορεί να μετατραπεί σε καθυστερημένη φιλοξενία υποδομών που σχεδιάστηκαν αλλού.

Η χωροθέτηση του νέου Υπερυπολογιστή ΤΝ στη Δυτική Μακεδονία αποκτά ιδιαίτερη σημασία λοιπόν ειδικά όταν συνδεθεί με το Πανεπιστήμιο της περιοχής. Το ΠΔΜ μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στην εθνική υποδομή, την ερευνητική κοινότητα, τις επιχειρήσεις και τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, μετατρέποντας τον υπερυπολογιστή από απομονωμένο τεχνικό έργο σε αναπτυξιακό οικοσύστημα.

Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο να εγκατασταθούν υποδομές στη Δυτική Μακεδονία. Είναι να διαμορφωθεί γύρω από αυτές ένα ζωντανό οικοσύστημα γνώσης, εκπαίδευσης, έρευνας, επιχειρηματικότητας και δημόσιας πολιτικής. Εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη συμβολή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας: να μετατρέψει την ψηφιακή κυριαρχία από αφηρημένη εθνική στρατηγική σε συγκεκριμένη περιφερειακή αναπτυξιακή δυνατότητα.

Τα ανοιχτά ερωτήματα της ψηφιακής κυριαρχίας

Παρά τη σημαντική πρόοδο, τα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

Πρώτον, κατά πόσο μπορεί να υπάρξει πραγματική ψηφιακή κυριαρχία όταν τα περισσότερα προηγμένα μικροκυκλώματα, τα βασικά λογισμικά πλαίσια ανάπτυξης – chips, frameworks - και μεγάλο μέρος των foundation models εξακολουθούν να προέρχονται από αμερικανικές ή ασιατικές εταιρείες; Η εποπτεία επί της υποδομής δεν εγγυάται εποπτεία επί του υπολογιστικού stack.

Δεύτερον, πώς θα επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της εκρηκτικής αύξησης των ενεργειακών αναγκών των data centers και των ευρωπαϊκών στόχων για την κλιματική ουδετερότητα;
Τα AI Gigafactories που σχεδιάζονται σήμερα θα απαιτούν πολλαπλάσια ισχύ από τις σημερινές εγκαταστάσεις, δημιουργώντας νέα ενεργειακά και περιβαλλοντικά διλήμματα.

Τρίτον, ποιος θα έχει τελικά πρόσβαση στην υπολογιστική ισχύ που παράγουν τα AI Factories;
Θα ωφεληθούν κυρίως οι μεγάλες επιχειρήσεις που διαθέτουν τους πόρους να αξιοποιήσουν προηγμένες υποδομές ή θα δημιουργηθούν πραγματικές ευκαιρίες για νεοφυείς επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ερευνητικές ομάδες;
Το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο, καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να αποφύγει την αναπαραγωγή των ανισοτήτων που χαρακτήρισαν το οικοσύστημα της Silicon Valley και μάλιστα αυτή τη φορά, με δημόσια χρήματα.

Παράλληλα, η ανάπτυξη των κβαντικών τεχνολογιών ανοίγει ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού, στο οποίο η Ευρώπη εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, εφόσον κινηθεί με ταχύτητα, συντονισμό και επαρκή χρηματοδότηση.

Η θέση της Ελλάδας στη νέα ψηφιακή γεωγραφία

Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη εσωτερική συνοχή.

Στο Λαύριο εγκαθίσταται η εθνική υπολογιστική ισχύς μέσω του «Δαίδαλου». Στον «Φάρο» οικοδομείται το οικοσύστημα εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Στα Σπάτα αναπτύσσεται η ιδιωτική υπερκλιμάκωση μέσω των νέων data centers. Στην Κοζάνη και στη Δυτική Μακεδονία διαμορφώνεται η προοπτική ενός νέου παραγωγικού κύκλου, που συνδέει την πράσινη ενέργεια με την ψηφιακή οικονομία.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι πρωτοβουλίες αυτές θα παραμείνουν αποσπασματικές ή αν θα ενταχθούν σε μια ενιαία εθνική στρατηγική ψηφιακής κυριαρχίας.

Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί εάν η Ελλάδα θα εξελιχθεί σε χώρα που σχεδιάζει, αναπτύσσει και αξιοποιεί στρατηγικές ψηφιακές υποδομές ή αν θα περιοριστεί στον ρόλο του τόπου εγκατάστασής τους.

Η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης. Και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ο θεσμικός κρίκος που θα συνδέσει την τεχνολογική υποδομή με τη γνώση, το ανθρώπινο δυναμικό, την επιχειρηματικότητα και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο η εγκατάσταση υπερυπολογιστών αλλά η δημιουργία ενός ζωντανού οικοσυστήματος έρευνας, εκπαίδευσης, καινοτομίας, δημόσιας πολιτικής και επιχειρηματικότητας γύρω από αυτούς. Εκεί θα κριθεί τελικά αν η ψηφιακή κυριαρχία θα αποτελέσει για την Ελλάδα μια αφηρημένη στρατηγική επιδίωξη ή μια απτή αναπτυξιακή πραγματικότητα.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι πρόσφατα έλαβε χώρα η εκδήλωση «Υπερυπολογιστές και Ψηφιακή Κυριαρχία», την οποία διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας σε συνεργασία με το Digital World Summit Greece.

Η εκδήλωση εντάσσεται στον τρίτο κύκλο της πρωτοβουλίας DWSG, η οποία λειτουργεί ως ελληνικός κόμβος του Internet Governance Forum του ΟΗΕ και τροφοδοτεί με προτάσεις πολιτικής την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, συμβάλλοντας στον δημόσιο διάλογο για τη διαμόρφωση πολιτικών ψηφιακής διακυβέρνησης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης