PROTOTHEMA

Stories

«Πού είναι τα λεφτά;»

Πάμπλο Εσκομπάρ: Ο χαμένος θησαυρός του ναρκοβαρόνου

Πάμπλο Εσκομπάρ: Ο χαμένος θησαυρός του ναρκοβαρόνου

Τι απέγιναν κάποια από τα 20.000.000.000 δολάρια που έβγαζε ο άνθρωπος που «χιόνισε» με κοκαΐνη όλη την υφήλιο

Οι μηχανές από το καινούργιο lear jet του Πάμπλο Εσκομπάρ έσβησαν απαλά στο αεροδρόμιο του Ταμιάμι. Ο ναρκοβαρόνος και η οικογένειά του βγήκαν από μέσα, έχοντας απολαύσει ένα άνετο ταξίδι από την Κολομβία στο Μαϊάμι το 1983, την εποχή της παντοδυναμίας του.


Στο ιδιωτικό αεροδρόμιο τους περίμενε ο άνθρωπος με το προσωνύμιο «Κιχάδα», ο προσωπικός θησαυροφύλακας του Εσκομπάρ,ο οποίος αφού φρόντισε η σύζυγος και τα παιδιά να επιβιβαστούν σε μια από τις λιμουζίνες που τους περίμεναν, έκανε νόημα στον ναρκοβαρόνο.



«Πατρόν, είμαι τίγκα» ήταν η φράση του, κάτι που σήμαινε ότι το κρησφύγετο που έκρυβε τα λεφτά από το εμπόριο της άσπρης σκόνης, ήταν γεμάτο με εκατομμύρια δολάρια.

Ο άνθρωπος που χιόνισε όλη την υφήλιο δεν άργησε να σκεφτεί τηn κατάλληλη λύση.

Έβαλε τον Κιχάδα να φορτώσει το καινούργιο αεροπλάνο του με όσα περισσότερα χρήματα χωρούσαν σε κάθε πιθανό και απίθανο χώρο.

Γέμισε τόσο πολύ, που τα καθίσματα των πιλότων έγειραν μπροστά από την πίεση και λίγη ώρα αργότερα απογειώθηκε για το Μεντεγίν κουβαλώντας 13.000.000 δολάρια!



Το περιστατικό αφηγήθηκε τρεις δεκαετίες μετά ο ίδιος ο θησαυροφύλακας του Εσκομπάρ στον γιo του, όταν έγραφε το δεύτερο βιβλίο για την ζωή του δίπλα στον μεγαλύτερο έμπορο ναρκωτικών, με τίτλο «Όσα δεν μου είπε ο πατέρας μου».

Ακόμη και σήμερα η πιο συχνή ερώτηση που κάνουν στον Χουάν Πάμπλο  Εσκομπάρ είναι «Πού είναι τα λεφτά;», τα κρυμμένα δις για πολλούς που δεν βρέθηκαν ποτέ.

Αυτά που στοιχειώνουν ερευνητές, πρώην πράκτορες της CIA, κυνηγούς θησαυρών και φτωχούς Κολομβιανούς που προσπαθούν να ανακαλύψουν κάτι από τον «στοιχειωμένο» θησαυρό του Πάμπλο Εσκομπάρ.



Σε σπίτια, σε κρυψώνες, σε σπηλιές και σε χωράφια

Πολλοί πίστευα ότι ο «Κιχάδα» ο θησαυροφύλακας του βαρόνου θα μπορούσε να είναι αυτός που γνωρίζει πάρα πολλά για τον θησαυρό του Εσκομπάρ, τα κρυμμένα δις που δεν βρέθηκαν ποτέ, όταν η περιουσία του μοιράστηκε στους άλλους εμπόρους μετά τον θάνατό του.

Το έκανε η γυναίκα του, προκειμένου να γλιτώσουν αυτή και τα δύο παιδιά της, από την εκδικητική μανία των καρτέλ, απέναντι στον άνθρωπο που τα έβαλε μόνος του εναντίον τους.

Κι αν κάποιοι γελούν όταν ακούν δις, καλό είναι να γνωρίζουν ότι υπήρχαν χρονιές που το εμπόριο κοκαΐνης απέφερε έσοδα 20.000.000.000 δολαρίων στον άνθρωπο που διαφέντευε το καρτέλ του Μεντεγίν.

Πάρα πολλά από αυτά, στέλνονταν από το Μαϊάμι στην Κολομβία και ο Εσκομπάρ τα έθαβε σε σπηλιές, των οποίων μετά έφραζε την είσοδο με έκρηξη.

Κιβώτια θάβονταν σε χωράφια σε βάθος δέκα μέτρων, σε τοίχους ή κρύπτες διαμερισμάτων που νοίκιαζε σε διάφορες πόλεις, ώστε να να μπορεί να έχει πρόσβαση σε ζεστό «χρήμα» όποτε το χρειαζόταν.



Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι που αναλάμβαναν να κρύψουν αυτά τα ποσά, συνήθως εξαφανίζονταν μετά το πέρας της αποστολής τους με διαταγή του Εσκομπάρ.

Ήταν οι μόνοι-πλην του Εσκομπάρ-που ήξεραν την διαδρομή για τις σπηλιές ή τα χωράφια που θάβονταν τα χρήματα, καλά συσκευασμένα.

Αυτό που δεν ήξεραν ήταν ότι όταν παρέδιδαν τα τζιπ μεταφοράς, ακολουθούσε συνήθως μια σφαίρα στο κεφάλι τους και η «εξαφάνισή« τους από προσώπου γης.

Έτσι μόνο ο Πάμπλο που είχε φωτογραφική μνήμη ήξερε πού βρισκόταν θαμμένος ο θησαυρός του, όταν θα τον χρειαζόταν, αγνοώντας ότι η μοίρα είχε επιλέξει να φύγει βίαια από την ζωή στις 2 Νοεμβρίου του 1993, μετά από μια σύντομη καταδίωξη.



Η αρπαγή της περιουσίας του Εσκομπάρ

Λίγες εβδομάδες αργότερα η χήρα του, Μαρία Βιτόρια Ενάο Εσκομπάρ πήγε μόνη της ντυμένη στα μαύρα, σε μια συνάντηση απέναντι σε σαράντα άνδρες, την ελίτ των εμπόρων ναρκωτικών της Κολομβίας, οι οποίοι μόνο φιλικά διακείμενοι δεν ήταν απέναντί της, ειδικά μετά τα πρώτα της λόγια.

«Κοιτάξτε, κύριοι, τον πόλεμο τον χάσαμε. Βρισκόμαστε εδώ για να επιτύχουμε μια συμφωνία και να σώσω τη ζωή μου και τη ζωή των παιδιών μου, την οικογένεια Εσκομπάρ, τους δικηγόρους μας και γενικότερα τους ανθρώπους του Πάμπλο Εσκομπάρ».

Η επίθεση όχι εναντίον της αλλά κατά του νεκρού συζύγου της, των αδερφών του και άλλων συγγενών ήταν απίστευτης έντασης από όλους τους παριστάμενους.

Κάποιοι από αυτούς  είχαν απαχθεί από τον Εσκομπάρ, σε άλλους είχε σκοτώσει τα αδέρφια τους, είχε κάψει τα σπίτια τους και τους είχε αναγκάσει να εγκαταλείψουν την Κολομβία.

Η απόφασή τους ήταν να ζήσουν όλοι εκτός από τον Χουάν ενώ η οικογένεια Εσκομπάρ έπρεπε να καταβάλλει ως αποζημίωση για τον πόλεμο ανάμεσα στο καρτέλ του Μεδεγίν και στο καρτέλ του Κάλι που είχε αρχίσει ο Πάμπλο, ποσό 120.000.000 δολαρίων.

Η Μαρία Βιτόρια έκλαιγε για πάνω από δέκα ώρες μέχρι να επιστρέψει στο Μεδεγίν και τις επόμενες εβδομάδες μαζί με δικηγόρους και συμβολαιογράφους προσπάθησε να αποτιμήσει την περιουσία του νεκρού συζύγου της.

Αυτό κατέστη δυνατό μόνο για το 30% και αυτό σε ακίνητα, αεροπλάνα, σκάφη αναψυχής, πανάκριβα αυτοκίνητα, μηχανές και έργα τέχνης τα οποία στάλθηκαν με λίστες στους υποψήφιους νέους ιδιοκτήτες τους.

Έγιναν πολλές συναντήσεις και στην τελευταία, όταν όλα πια είχαν μοιραστεί ο Ροδρίγκες είπε μια φράση που έμεινε για πάντα στην ιστορία: «Ότι και να γίνει από τώρα και στο εξής στην Κολομβία δεν θα ξαναγεννηθεί τίγρη σαν τον Πάμπλο Εσκομπάρ». 

Τα θαμμένα μετρητά όμως δεν βρέθηκαν ποτέ, γεννώντας αστικούς μύθους για σπηλιές γεμάτες με εκατομμύρια δολάρια, για κασόνια θαμμένα στην γη, για τοίχους χτισμένους με λεφτά και κρύπτες με κασόνια γεμάτα δολάρια.

Αυτά ψάχνουν να βρουν ακόμη κάποιοι, τα τελευταία ίσως δείγματα της ματωμένης αυτοκρατορίας που έστησε ο άνθρωπος που πλημμύρισε με κοκαΐνη όλη σχεδόν την  υφήλιο.        
Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε όλη την έκτακτη επικαιρότητα πρώτοι!
Ακολουθήστε μας στα

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

2500  χαρακτήρες απομένουν

* Υποχρεωτικά πεδία