Την καταδίκη του σε
ισόβια κάθειρξη, με μια υποχρεωτική κατώτατη ποινή κάθειρξης 22 ετών, ζήτησε η εισαγγελέας στο Μπορντό (νοτιοδυτικά) σε βάρος ενός άνδρα που κατηγορείται ότι δολοφόνησε τη σύζυγό του, καίγοντάς την ζωντανή, σε μια δολοφονία που σόκαρε τη
Γαλλία.
Την 4η Μαΐου του 2021, αυτός ο Γαλλο-Αλγερινός πυροβόλησε στα πόδια το θύμα, προτού του ρίξει βενζίνη και βάλει φωτιά, σε μία «φονική μανία να εξοντώσει», η οποία «
σημάδεψε βαθιά όλη την κοινωνία μας», δήλωσε η γενική εισαγγελέας Σεσίλ Κοφμάν, ενώπιον του δικαστηρίου, όπου ακτιβίστριες υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών διαδήλωναν ολόκληρη την εβδομάδα.
Κρυμμένος από τα ξημερώματα σε ένα βανάκι που δε γνώριζε το θύμα και χρησιμοποιούσε για να την παρακολουθεί, χωρίς να τον βλέπει, ο Μουνίρ Μπουταά κατασκόπευε όλη την ημέρα τη νεαρή γυναίκα ηλικίας 31 ετών, με την οποία είχαν παντρευτεί το 2015, προτού περάσει στη δράση αργά το απόγευμα.
Ο κατηγορούμενος ηλικίας 48 ετών υποστηρίζει, από την αρχή της δίκης που ξεκίνησε τη Δευτέρα, ότι ήθελε να «
την τρομοκρατήσει όσο ποτέ στη ζωή της», όχι όμως να τη σκοτώσει, καθώς ήταν πεπεισμένος πως εκείνη τον απατούσε, μια κατηγορία που κανένα στοιχείο της έρευνας δεν επιβεβαίωσε.
Τον θάνατο της Σαϊνέζ «δεν τον προκάλεσα εγώ, ήταν το σώμα μου, όχι το πνεύμα μου», επανέλαβε πολλές φορές. «Σίγουρα λυπάμαι», «την αγαπούσα», ολοκλήρωσε την απολογία του χθες, χωρίς να ζητήσει συγγνώμη, υπό την πίεση μίας εκ των συνηγόρων του, της Ελενά Μπεντεσκού.
«Το να σκοτώνει κανείς, επειδή αγαπάει μέχρι τρέλας, είναι ένας παραλογισμός.», επισήμανε η γενική εισαγγελέας, περιγράφοντας έναν άνδρα «παθολογικά ζηλιάρη, χειριστικό, με έλλειψη ενσυναίσθησης».
«
Η Σαϊνέζ ήταν ζωντανή, όταν αυτός ο άνδρας της έβαλε φωτιά», «
το σώμα της κάηκε σε ποσοστό 85%», συμπλήρωσε η εισαγγελέας, την ώρα που η οικογένεια του θύματος αποχωρούσε από την αίθουσα, με δάκρυα στα μάτια, καθώς της υπενθύμισε τα γεγονότα.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του, όπως και ενώπιον του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος εξέφρασε τη βεβαιότητά του για την ύπαρξη ενός «ερωμένου», καταγγέλλοντας μία συνωμοσία.
«Παρανοϊκός, με χαρακτηριστικά ναρκισσιστή», ο κατηγορούμενος που είχε ισχυριστεί στους γιατρούς ότι τον είχαν βιάσει όταν ήταν παιδί, χωρίς να το επιβεβαιώνει στο δικαστήριο, ανέπτυξε σιγά σιγά «μια ψυχωτική παθολογία», θεωρώντας τη σύζυγό του «την αιτία όλων των κακών» που βίωνε, σύμφωνα με ειδικούς της ψυχιατρικής, που κατέληξαν πως είχε αλλοιωθεί η κρίση του, κάτι που θα μπορούσε να μειώσει την ποινή του σε 30 χρόνια κάθειρξης.
Και η εισαγγελέας μίλησε για αλλοίωση της κρίσης του, ωστόσο, ζήτησε να μην υπάρξει μείωση της ποινή του λόγω της «επικινδυνότητας αυτού του άνδρα».
Το θύμα, μητέρα τριών παιδιών, τα δύο εκ των οποίων είχε αποκτήσει από τον πρώτο της γάμο, «ζούσε μέσα στον φόβο» και ένιωθε καταδικασμένη, κατέθεσαν φίλες της.
Ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε το τηλέφωνό της, ήλεγχε τον λογαριασμό της στο Facebook και είχε σκίσει προσωπικά έγγραφά της για να την εμποδίσει να εργαστεί. «Δεν είχε καμία ελευθερία, παρά μόνο να κυκλοφορεί παρέα του (…). Ήθελε να τα ελέγχει όλα: τον τρόπο που εκείνη ντυνόταν, τον τρόπο που μαγείρευε», κατήγγειλε η αδελφή της Σαϊνέζ Νταούντ.