Βρετανοί εισαγγελείς δήλωσαν σήμερα ότι πιστεύουν ότι θα ανακοινώσουν ποιος μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ποινικές διώξεις αναφορικά με τη
φωτιά του 2017 που κατέστρεψε τον
πύργο Γκρένφελ στο
Λονδίνο, στοιχίζοντας τη ζωή σε 72 ανθρώπους, πριν από τον επόμενο Ιούνιο, τη 10η επέτειο της τραγωδίας.
Η πυρκαγιά ήταν η πλέον πολύνεκρη στη Βρετανία σε κτίριο κατοικιών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οδήγησε σε επανεξέταση πανεθνικά των οικοδομικών κανονισμών και της ασφάλειας και των συνθηκών κοινωνικής στέγασης για ανθρώπους χαμηλών εισοδημάτων.
Το τελικό πόρισμα δημόσιας έρευνας το 2024 επέρριψε την ευθύνη σε παραλείψεις της κυβέρνησης, της κατασκευαστικής βιομηχανίας και, κυρίως, των εταιριών που είχαν εμπλακεί στην επένδυση του εξωτερικού του κτηρίου με εύφλεκτο υλικό, το οποίο είχε χαρακτηριστεί ασφαλές.
Σε ενημέρωση των δημοσιογράφων σήμερα, ο Γκάρι Μόνκριφ, ο επικεφαλής αξιωματικός στην έρευνα της αστυνομίας, δήλωσε ότι 57 άνθρωποι και 20 εταιρίες ή οργανισμοί «παραμένουν ύποπτοι» για αδικήματα που περιλαμβάνουν από ανθρωποκτονία εξ αμέλειας έως απάτη και υγειονομικές παραβάσεις και παραβιάσεις κανόνων ασφαλείας.
Δήλωσε ότι οι αστυνομικοί ερευνητές θα παραδώσουν τους φακέλους των στοιχείων στην εισαγγελία (Crown Prosecution Service/CPS) έως τα τέλη Σεπτεμβρίου προκειμένου εκείνη να εξετάσει ποιες διώξεις θα πρέπει να ασκηθούν.
Ο Φρανκ Φέργκιουσον, επικεφαλής εισαγγελέας της CPS, δήλωσε ότι «δεν είναι δυνατόν να είναι κάποιος απόλυτος ως προς το χρονοδιάγραμμα» αλλά «πιστεύει» πως αυτό θα γίνει έως τη 10η επέτειο.
Η αστυνομία χαρακτηρίζει την έρευνα στην πολύνεκρη πυρκαγιά τη μεγαλύτερη και πλέον περίπλοκη στην ιστορία της αστυνομικής δύναμης του Λονδίνου.