Είχε δίκιο ο Πάγκαλος; Είναι αλβανική η λέξη λουλούδι;

Είχε δίκιο ο Πάγκαλος; Είναι αλβανική η λέξη λουλούδι;

Ποια είναι η ετυμολογία της λέξης λουλούδι; - Τι γράφουν τα κορυφαία ελληνικά λεξικά - Προέρχεται από το αλβανικό λούλιε;

Συμπληρώνονται φέτος 214 χρόνια από τον Δεκέμβριο του 1803, όταν οι ηρωικές Σουλιώτισσες προτίμησαν να πέσουν μαζί με τα παιδιά τους στον γκρεμό, μετά τον θρυλικό χορό του Ζαλόγγου, παρά να πέσουν στα χέρια των Τουρκαλβανών.

«Σαν σήμερα, 215 χρόνια πριν, στα βουνά βόρεια της Πρέβεζας, οι Σουλιώτισσες ρίξαν τα βρέφη τους στο γκρεμό και μετά πήδηξαν και οι ίδιες», έγραψε στο Twitter ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος προφανώς δέχεται ως πραγματικό το γεγονός αυτό, καθώς υπάρχουν κάποιοι ιστορικοί που δεν αποδέχονται ως πραγματικά γεγονότα ούτε το ολοκαύτωμα στο Κούγκι, από τον καλόγερο Σαμουήλ ,ούτε τον χορό του Ζαλόγγου. Με αυτό το θέμα, θα ασχοληθούμε σε άρθρο μας τις επόμενες ημέρες.

Επανερχόμαστε στον κύριο Πάγκαλο, ο οποίος στην ίδια «σειρά» μηνυμάτων του στο Twitter, γράφει ότι η λέξη λουλούδι προέρχεται από το αλβανικό λιούλιε (με ελληνικούς χαρακτήρες). Και στη συνέχεια αναρωτιέται: «Πως όμως οι Σουλιώτισσες λέγανε ανθός στην αμμουδιά ενώ ήταν παντελώς αλβανόφωνες;» 



Αναφέρεται δηλαδή στο τραγούδι του θρυλικού χορού του Ζαλόγγου και στους στίχους «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά…» και θεωρεί ότι οι Σουλιώτισσες δεν ήξεραν τη λέξη ανθός (ή άνθος) , καθώς ως αλβανόφωνες, χρησιμοποιούσαν τη λέξη λουλούδι.
Αφού επισημάνουμε ότι εδώ το «πώς» είναι επίρρημα και χρησιμοποιείται σε ερώτηση, συνεπώς πρέπει να τονίζεται («Πώς όμως οι Σουλιώτισσες…»), ας δούμε αν η λέξη λουλούδι είναι όντως αλβανική.

Η άποψή μας είναι ότι, θα έπρεπε ο κύριος Πάγκαλος να γράψει πώς προκύπτει αυτό. Υπάρχει σε κάποιο έγκυρο λεξικό ή είναι μια προφορική παράδοση την οποία αναπαράγει;
Ανατρέξαμε, καθώς δεν είμαστε γλωσσολόγοι, στα λεξικά της ελληνικής γλώσσας που διαθέτουμε. Θα παραθέσουμε όλες τις ετυμολογίες που βρήκαμε και ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα του.

Ξεκινάμε από το «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟΝ», του λόγιου Παναγιώτη Αραβαντινού, που γεννήθηκε στην Πάργα το 1811.
Λουλούδι (Βυζ.), το άνθος αλλά το άοσμον, διότι το εύοσμον λέγεται ανθί ή και μοσχολούλουδο. Το (Βυζ.) παραπέμπει στο Λεξικό του Σκαρλάτου Βυζάντιου, (1798 – 1878)

Στο 13τομο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, τ. 6, διαβάζουμε:
Λουλούδι  < αλβ.  L’ ul’ l, αν      δεν πρόκειται για συμφυρμό των λειρίδιον και λειλίδιον. Κατ’ άλλους < μσν * λίλι (ον) < λατ. Lilium  «κρίνο» + κατάλ. –ούδι.
(Το *πριν από λέξη, δηλώνει λέξη ή τύπο λέξης που δεν απαντά σε αρχαίο κείμενο αλλά υπάρχει υποθετικά).

Στο ΜΕΙΖΟΝ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, εκδ. ΦΥΤΡΑΚΗ υπάρχει η εξής ετυμολογία λουλούδι < μσν. Λουλούδι < αλβ. L’ul’e 
Στο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, εκδ. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΝΕΛΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΙΔΡΥΜΑ ΜΑΝΟΛΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ, υπάρχει η εξής ετυμολογία:
Λουλούδι < μσν. Λουλούδι < αλβ, lul(e) – ούδι ή λατ. Lil (ium)  «κρίνο» - ούδι.
Στο ΧΡΗΣΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ της ΝΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ της ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ, εκδ. 2014, το οποίο βέβαια έχει ετυμολογίες όλων των λέξεων, χωρίς όμως να «μπαίνει» σε λεπτομέρειες, διαβάζουμε:
Λουλούδι < μσν. Λουλούδι (ν)



Στο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ του Γ. Μπαμπινιώτη, έκδ. 2012, αναγράφεται: λουλούδι < μεσν. Λουλούδι (ν), αβεβ. ετύμου, πιθ. < αλβ. Lull (μέσω των Αρβανίτικων). Κατ’ άλλη άποψη, προέρχεται από το ουσ. λίλιο (ν) < λατ. Lilium  «κρίνο» + υποκ. Επιθ. –ούδι.

Κλείνουμε, με την πιο ενδιαφέρουσα, κατά την άποψή μας ετυμολογία, που προέρχεται από την ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΩΔΟΥΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ 1100 – 1669, του αείμνηστου Εμμανουήλ Κριαρά (1906 – 2014).

Εκεί βλέπουμε:
Λουλούδι το, λιλούδι (ν), λουλούδιν. 1) Άνθος: «άνθη και ρόδα και μυρτιές, πασίλογα λουλούδια»  2)Προκειμένου για κάτι που «μαραίνεται», που χάνεται γρήγορα, κάτι εφήμερο: «Αθός ήταν η δόξα τους, λουλούδι η χαρά των»   3) Στολίδι: «το χαλινάρι της πλεκτόν με τα χρυσά λιλούδια».

Το πρώτο απόσπασμα, είναι από «Το Θανατικόν της Ρόδου» του Εμμανουήλ Λιμενίτη (Γεωργηλά), που γράφτηκε το 1498, στην κατεχόμενη από τους Ιωαννίτες ιππότες, τότε,Ρόδο.
Το δεύτερο απόσπασμα, υπάρχει στον «Απόκοπο» του Μπεργαδή, το οποίο ναι μεν τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1519 αλλά πιθανότατα γράφτηκε πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης.



Το τρίτο απόσπασμα προέρχεται από το χειρόγραφο του Escorial (μοναστήρι και ιστορική κατοικία του βασιλιά της Ισπανίας) του "Διγενή Ακρίτα". Βέβαια το έπος του Διγενή Ακρίτα γράφτηκε τον 11ο αιώνα, δεν γνωρίζουμε όμως πότε ακριβώς γράφτηκε η παραλλαγή του Escorial.

Ανακεφαλαιώνοντας, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει ούτε μεταξύ των κορυφαίων γλωσσολόγων μας συμφωνία για την ετυμολογία της λέξης λουλούδι. Ο κύριος Πάγκαλος ίσως γνωρίζει κάτι που αγνοούμε εμείς.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο εποικισμός του Σουλίου έγινε τον 16ο αιώνα και ενδεχομένως να υπήρχαν και Αρβανίτες στους πρώτους κατοίκους της περιοχής.

Φαίνεται όμως ότι η λέξη λουλούδι ήταν γνωστή νωρίτερα στον ελλαδικό χώρο. Βέβαια, Αρβανίτες είχαν εγκατασταθεί πριν τον 16ο αιώνα στην Ελλάδα. Στη Ρόδο όμως, που ήδη από το 1309 βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Ιωαννιτών και στην Κρήτη, όπου γράφτηκε ο Απόκοπος, πιθανότατα δεν υπήρχαν Αρβανίτες τον 15ο αιώνα.

Θα επανέλθουμε τις επόμενες μέρες με ένα άρθρο για την ιστορία του Σουλίου και τα ιστορικά γεγονότα του 1803.



ΣΧΟΛΙΑ (143)

Αλή αλ-Γιουνάνι

Μπότσαρης β μέρος) Από δω και πέρα τα πράγματα για τη φάρα αυτή Γκέγκηδων είναι γνωστά. Ίσως αναμίχθηκαν στη Δράγανη με Βλάχους ίσως και όχι. Kάνοντας αναζητήση (SEARCH) στο Google Earth: 'Kalaja e Gjon Boçarit', θα σας βγάλει στο σημείο όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα το κάστρο του Gjon Boçari κοντά στο χωριό Tragjasi i Vjetër. «Αμέσως μετά την άφιξη μου, ο Νότης Μπότσαρης με παρουσίασε στον ανιψιό του, τον Κώστα, αδερφό του πασίγνωστου Μάρκου, αλλά τόσο κατώτερος εκείνου από κάθε άποψη, που δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει κάποιος ότι είχαν τους ίδιους γονείς. Με καλωσόρισε ευγενικά , αλλά με το χαρακτηριστικό αλαζονικό τρόπο των Αλβανών, και βάλθηκε να μου δώσει κατάλλυμα και ό,τι άλλο θα χρειαζόμουν.» ("Memoirs of the Affairs of Greece", relating to Lord Byron, by Julius Millingen, London, 1831, p. 60;) Αξίζει εδώ να ειπωθεί ότι μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν βασιλιάς πλέον της Ελλάδας ήταν ο Όθωνας, στο Μεσολόγγι έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του Μάρκου Μπότσαρη. Ο ίδιος ο Όθωνας συγκινημένος έβγαλε με τα ίδια του τα χέρια από το κρανίο του Μάρκου το μοιραίο βόλι με το οποίο σκοτώθηκε ο ήρωας, μα σε λίγο, καθώς ακούει τον ρήτορα που εκφωνούσε τον επικήδειο λόγο να προσφωνεί τον Μάρκο Μπότσαρη και τους άλλους ήρωες της Επανάστασης ως «Αρβανίτες Εθνάρχες της Ελλάδος», το πρόσωπο του γεμίζει με έκπληξη. Ο Μητροπολίτης Άρτας Πορφύριος που το βλέπει, πετάει οργισμένος την ράβδο του στο χώμα και του λέει: «Ναι μεγαλειότατε, η Αλβανία εγέννησε τους Εθνάρχας του Έθνους σου.». Ο Όθωνας απέμεινε αποσβωλομένος και γυρνώντας προς τον Κώστα Μπότσαρη του έδωσε εντελώς μηχανικά την μοιραία σφαίρα. Ο Πορφύριος που νόμισε πως η κίνηση αυτή έδειχνε αποστροφή, γύρισε στον συναθροισμένο λαό και φώναξε απογοητευμένος: «Αλοίμονο στο Έθνος! Ο Βασιληάς του αγνοεί την Ιστορία του!» (Λεοντιος Λεοντιου, 'Το Αλβανικόν Ζήτημα', 1897, σελ. 45-47)

Αλή αλ-Γιουνάνι

Μπότσαρης α μέρος) H φάρα των Μποτσαραίων κατάγεται από την βόρεια Αλβανία και είχαν στενή σύνδεση με την οικογένεια του Καστριότι. Μαζί με την σπουδαία φάρα τον Καστριότι γύρω από το τέλος του 14ου αιώνα κατέβηκαν στην περίφημη τότε πόλη της Kρούγια (ιδιαίτερα γνωστή για την αντοχή της σε τρεις Οθωμανικές πολιορκίες για 25 χρόνια, σε έναν πόλεμο ασύμμετρο σε νούμερα και μέτρα). Μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη (Μάρτιος 1467), ο απόγονος της φάρας τον Μποτσαραίων, ο Γκιον Μποτσάρι, σκοτώνει κάποιον σε μονομαχία. Σύμφωνα με το έθιμο των Αρμπερ (προγώνων των Αρβανιτών και τον σημερινών Αλβανών), η οικογένεια του νεκρού έπρεπε να ζητήσει εκδίκηση, αλλά δεν το κάνουν για κάποιο λόγο. Έτσι οι Μποτσαραίοι αναγκάστηκαν να τραβήξουν προς τα νότια και τελικά μετά από συμφωνία με τους ηγέτες της Κανίνα, η οποία ήταν τότε ένα μεσαιωνικό οικοδόμημα σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από 5 χιλιόμετρα από την σημερινή πόλη της Αυλώνα, κατέβηκαν στο Tragjas, όπου ακόμα και σήμερα υπάρχουν απόγονοι της οικογένειας των Μποτσαραίων. Οι Μποτσαραίοι χτίσανε και το δικό τους κάστρο στον τόπο αυτό γύρω στο έτος 1471, που υπάρχει ακόμα και σήμερα και λέγεται Kalaja e Gjon Boçarit. Μετά το 1700, το κάστρο τον Μποτσαρέων άρχιζε να νιώθει το βάρος του πολέμου όλο και πιο μεγάλο. Είναι τότε που οι πρόγονοι του Μάρκου Μποτσάρι (Μάρκου Μπότσαρη), αποφάσισαν να αφήσουν το Tragjas και την υπόληπη φάρα τους εκεί και να κατέβουν προς τα νότια και αργότερα προς το Σούλι και να απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα ως παρακλάδι μιας μεγάλης φάρας που ήταν.

Αλή αλ-Γιουνάνι

ζ μέρος) «Τέτοιοι ήταν οι άνθρωποι του Σουλίου, χριστιανοί Αλβανοί οι οποίοι ποτέ δεν υποτάχτηκαν μέχρι το 1803, όταν ηττήθηκαν από τον Αλή των Ιωαννίνων. Ήταν μία κατάκτηση Χριστιανών από μουσουλμάνους, αλλά δεν ήταν κατάκτηση χριστιανών από Τούρκους. Ήταν στην πραγματικότητα μία κατάκτηση Αλβανών από Αλβανούς. Ο Αλή ήταν βάναυσος και άπιστος τύραννος. Ακόμα, δεν ήταν Τούρκος αλλά Αλβανός. Στασίασε κατά του Σουλτάνου και μέχρις αυτού ήταν ένας έμμεσος φίλος των εχθρών του Σουλτάνου.» (Henry Noel Brailsford, ‘Macedonia: Its Races and their future’, London: Methuen & Co. – 1906, p. 222) Ας δούμε τι είπε και ο Richard Clogg, από τους παγκοσμίως πιο έγκριτους ειδικούς σε θέματα της νεώτερης Ελλάδας: «Οι Σουλιότες ήταν μία πολεμοχαρής αλβανική χριστιανική κοινότητα which που αντιστάθηκε στον Πασά στην Ήπειρο στα χρόνια που άμεσα προηγήθηκαν του ξεσπάσματος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας το 1821.» (Richard Clogg, Minorities in Greece: Aspects of a Plural Society, Hurst & Company Publishers, London 2002, p.178) «Η περιοχή του Σουλίου, του οποίου οι κάτοικοι αποκαλούνταν Σουλιότες, όλοι Χριστιανοί, όχι Έλληνες αλλά Αλβανοί στη γλώσσα, τα έθιμα και την καταγωγή.» (Ibrahim Manzour Efendi, Mémoires sur la Grèce et l’Albanie pendant le government d’Ali-Pacha, (Paris: Paul Ledoux, 1827) - Translated from the French by Robert Elsie)

Αλή αλ-Γιουνάνι

στ μέρος) Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι οι Σουλιότες δεν είναι Τσάμηδες αλλά Γκέγκηδες Αλβανοί, προερχόμενοι από την Δίβρη (Dibër) της κεντρικής Αλβανίας. Οι Σουλιότες ξύριζαν τους κροτάφους τους, που είναι συνήθεια γκέγκικη και φορούσαν τη γνωστή μας φουστανέλλα που είναι το συνηθισμένο φόρεμα στην κεντρική Αλβανία. Ο Αν. Γούδας βλέπει να καταφεύγει στην περιοχή του Σουλίου στρατιωτικό απόσπασμα ορθοδόξων Αλβανών από τη βόρεια Αλβανία, οπαδών του Σκεντέρμπεη: «Μετά την καταστροφήν του Σκεντέρμπέη, απόσπασμα ορθοδόξων Αλβανών εκ 200 περίπου μάχιμων συγκειμένον, διεσώθη εν Ηπείρω και απεφάσισε να εγκατασταθεί εν αυτή. Οι προϊστάμενοι του αποσπάσματος, Μπότσαρης και Τζαβέλλας, εξελέξαντο τα απρόσιτα όρη του Σουλίου, ίνα διατηρήσωσι εν αυτοίς το τε μάχιμον ήθος και την θρησκείαν.» (Αθ. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι», 1876, τ. Η1, σ. 46-47;) Την παράδοση αυτή επιβεβαιώνει μέσω μαρτυριών Σουλιωτών και ο Λεόντιος Λεοντίου. («Το Αλβανικόν ζήτημα», 1897, σελ. 122 επ.)

Αλή αλ-Γιουνάνι

ε μέρος) «Το γένος των Αλβανών ή Αρβανιτών, Αρναούτων και όπως λέγονται στη γλώσσα τους Σκιπετάρων, όσοι κατοικούν ιδιαίτερα στην επαρχία της Αλβανίας, στην πρώην μακεδονική Ιλλυρία και στην Ήπειρο και διασκορπισμένοι σε διάφορες άλλες ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού βασίλειου. Έχουν αρχαία ιλλυρική καταγωγή, είναι πολύ ρωμαλέοι, μάχιμοι, τραχείς στα ήθη και λιτότατοι κατά τη διατροφή. Εύθυμοι και εραστές του χορού και της μουσικής, διάγουν βίο κυρίως ένοπλο και αθλητικό…το μεγαλύτερο μέρος τους πρεσβεύει το Κορανικό δόγμα. Διαχωρίζονται μεταξύ τους σε φυλές με επικρατέστερους τους Γέγες ή Γκέγκιδες και τους Μιρδίτες, που κατοικούν μεταξύ των συνόρων της Σερβίας και του Δρίνου ποταμού, τους Τόσκηδες (ή Τόσκους ή Τόξιδες) που ζουν πιο νότια από τους προηγούμενους, έχοντας ως κέντρο τους το Μπεράτι, σλαβικής καταγωγής σύμφωνα με ορισμένους [θεωρείται ότι η ονομασία Μπεράτι προέρχεται από τη σλαβική ονομασία Βέλεγκραντ], τους Ιάπυγες ή Λιάπηδες ή Λάπηδες που κατικούς στην κάτω Αλβανία και στα Κεραύνια όρη, που διασώζουν τον αρχαίο σκληρό τους χαρακτήρα και τη ληστρική ζωή, και πρεσβεύουν οι περισσότεροι το δόγμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και τους Τσάμηδες ή Τσιάμηδες που κατοικούς γύρω από τον ποταμό Αχέροντα και από τους οποίους προέρχονται οι Σουλιώτες και οι Παργηνοί, ευφυέστεροι και ημερότεροι των άλλων.» («Νεώτατη Διδακτική Γεωγραφία, προς εύχερη γνώσιν όλων των μερών και κατοίκων της γης» -συγκεντρώνει στοιχεία από τις νεώτερες γεωγραφίες και στατιστικά συγγράματα των Σομμέρ, Α.Βάλβη, Ρεττέρου, Κανναβίχου, Φρ.Σχιουβέρτου και άλλων- του Νικόλαο Λωρέντη, Β τόμος, σελ. 373-374, εκδ. Γκαρπολά και Ρεφερενδάρη, Βιέννη 1838)

Αλή αλ-Γιουνάνι

δ μέρος) «Οι Σουλιώτες ήταν ένα σύνολο χριστιανών Αλβανών, οι οποίοι ανέπτυσαν περίπου 1500 πολεμηστές στην καλύτερη των περιστάσεων και ήταν ανεξάρτητοι από την Πύλη [την Οθωμανική Αυτοκρατορία], όπως είναι οι Μιρδίτες σήμερα. Ανήκαν στη φυλή των Τσάμηδων και σε αναλογία με τη δύναμη τους και το ιδιαίτερο φυλετικό αίσθημα του ανήκειν, υπαρκτό στους Αλβανους, είχαν τους σκληρότερους αντιπάλους τους σε μία άλλη τοσκική φυλή, τους Λιάπηδες, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων τους με τον Αλή [τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων]. Κατά τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας είχαν υποταχτεί, όπως και οι άλλες φυλές γύρω τους και για πολλούς αιώνες συνέχιζαν να πληρώνουν το χαράτσι [φόρο υποτέλειας]. Δεν ήταν παρά τον 18ο αιώνα που βρήκαν τους εαυτούς τους σε θέση να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους και το δικαίωμα τους να φέρουν όπλα…» (“Researches in the highlands of Turkey: Visits to mount Ida, Athos, Olympus and Pelion, to the Mirdite Albanians and other remote tribes”, by the Henry Fanshawe Tozer. Vol. 2, p. 210, London 1869)

Αλή αλ-Γιουνάνι

γ μέρος) Αναμφίβολα, μέσω της ελληνορθόδοξης εκκλησίας αλλά και των κοινών αγώνων που έδωσαν οι χριστιανοί ορθόδοξοι Σουλιότες μαζί με τους Έλληνες εναντίον των Οθωμανών, απέκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση, η καταγωγή τους όμως ήταν αλβανική. Ο Pouqueville αποκαλεί τους Σουλιότες ως Έλληνες, επειδή ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Το καταλαβαίνουμε αυτό επειδή τους μουσουλμάνους του Αλή Πασά που επιτέθηκαν στους Σουλιότες, τους αποκαλεί Αλβανούς. (François Charles Hugues Laurent Pouqueville, Travels in Greece and Turkey: Comprehending a Particular Account of the Morea, Albania, &c., 2nd edition (London: Henry Colburn and co., 1820), p. 390-394) Οι Σουλιότες δηλαδή ήταν Αλβανοί, που μέσω της Ορθοδοξίας και της εν-μέρη συμμετοχής τους στην ελληνική επανάσταση, εξελληνίσθηκαν. Θα ξέραμε πιο πολλά για το Σούλι αλλά παρακρατικοί με τον Μαμούρη και τον Παπακώστα έκαψαν το αρχείο της Σουλιότικης φάρας των Μποτσάρι, που μέχρι το 1932 διατηρούσε ο Νώτης Μπότσαρης στην Άμφισσα. (Λεόντιος Λεοντίου, Το Αλβανικόν Ζήτημα, σελ. 135, 1897) «Σουλιότες, η πιο αξιοσημείωτη φυλή Αλβανών Ορθοδόξων» είχε πει ο George Finlay το 1861. (George Finlay, A History of Greece, vol. 6, Cambridge University Press, 2014) «Οι εντυπώσεις του Finlay από τα τέλη του 19ου αιώνα μας δίνουν κάποιες εικόνες της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε αυτή την περιοχή. Όσο για τους Σουλιώτες (δοξάστηκαν από τον Byron και στην ελληνική εθνική ιστορία για τον ρόλο τους στην απελευθέρωση της Ελλάδας) ήταν {κλάδος των Τσάμηδων, μία από τις τρεις μεγάλες υποδιαιρέσεις των Τόσκηδων} (Finlay 1939:42), με άλλες λέξεις κυρίως μιλούσαν αλβανικά… ερώτηση εδώ περί της εθνικής (τους) ταυτότητας, δύσκολα θα μπορούσε να τεθεί.» (Laurie Kain Hart, “Culture, Civilization, and Demarcation at the Northwest Borders of Greece”, American Ethnologist, Vol. 26, No. 1 (Feb., 1999), pp. 196-220. Blackwell Publishing on behalf of the American Anthropological Association)

Αλή αλ-Γιουνάνι

β μέρος) Τέλος ο Ι. Λαμπρίδης θεωρεί τον σουλιώτικο πληθυσμό κράμα μιας αρχικής ποιμενικής αλβανικής πατριάς, ήδη εγκατεστημένης στην περιοχή, στην οποία είχε δώσει και το όνομά της, και περιοίκων, αλβανοφώνων και ελληνοφώνων χριστιανών, που κατέφυγαν στο Σούλι στις αρχές του 17ου αιώνα προκειμένου να αποφύγουν οθωμανικές αυθαιρεσίες και συγγενικές αντεκδικήσεις. Αναφέρει σχετικά με την ίδρυση του Σουλίου: «Προς τους κατοίκους του Σούλη, πολλαχού της περιοχής αυτού κατά πάτριας εις 84 οικογεν. σκηνούντας, εχθρούς δε των εξισλαμισθέντων περιοίκων από του 1635 επισήμως κεκηρυγμένους και εκ φύσεως καλώς οχυρουμένους, προσέτρεχον προς αποφυγήν βιαιοπραγιών ή και ματαίωσιν αντιποίνων συγγενικών τιμωριών (γκιάκ) εν τη πατρίδι των ου μόνον Χριστιανοί Τσιάμιδες, Αλβανοί δηλ. κατά το πλείστον αλλά και Ελληνες αλλαχόθεν. Μεταξύ δε των διαφόρων πατριών, αίτινες εκεί μετανάστευσαν από της δης' ιδίως δεκαετηρίδος του ΙΖ' αιώνος μέχρι των αρχών του IH' μνημονεύονται η του "Ζέρβα" εξ ομωνύμου της Λάκκας Λελόβου χωρίου Ζερβό• η του Δράκου εκ του παρά την Καμαρίναν χωρίου Μαρτινιών, ένθα μόνη ανέκαθεν η Ελληνική γλώσσα ομιλείται• η του Τζαβέλα εκ Δράγανης• η του Μπούσμπου εκ Κορίστιανης• η των Πασσάτων εκ Βασταβέτζ• η του Δαγκλή εκ Φαναριού κ.λ.π.» (Ι. Λαμπρίδης, 1971, τ. 10, σ. 20;) Ας δούμε τι είπε και ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, συγγραφέας, αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη: «…Αυτά έλεγαν στους ξένους, οι οποίοι ευκόλως πείθονταν, και ένας ένας ερχόντουσαν και προσκολλούνταν στον ένα και στον άλλο εξ’ αυτών, ο μεν δηλαδή στον Μαυροκορδάτο, ο δε στον Νέγρη, και ο άλλος σε άλλον, στον Δημήτριο Υψηλάντη, όμως δεν πλησίαζαν, διότι αυτός ήταν ενωμένος με το στοιχείο του τόπου, και γι’ αυτό δεν τον εμπιστεύονταν ούτε ο Νέγρης, ούτε ο Καρατσάς, ούτε ο Μαυροκορδάτος. Κατά δυστυχία όμως με τούς τελευταίους αυτούς συμφώνησαν όλη η φυλή των Αλβανών-Ελλήνων-Σουλιωτών…» (Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858: Τύποις και βιβλιοπολείω Π. Δ. Σακελλαρίου)

Αλή αλ-Γιουνάνι

β μέρος) Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «…οι Σουλιότες ήσαν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών και εις των επιφανέστερων γόνων του συνοικεσίου των δύο φυλών… Η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανική τα ευγενέστατα ασισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται κατά θάλασσαν…». Ο Μ. Μπενέκος στο Βιβλίο του «Οι αληθινοί Σουλιώτες» (σελ. 2-4) αναφέρει ότι οι Σουλιότες ήταν καθαροί Αρβανίτες, οι οποίοι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Ο Πέτρος Φουρίκης γράφει επίσης ότι «…ακολουθούντες την γραπτήν παράδοσιν και μαρτυρίας ξένων τινών περιηγητών, πιστεύουμε ότι οι πρώτοι καταφυγόντες εις τας κορυφάς των βουνων του Σουλίου ησαν Αλβανοί, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, κατά πάσαν πιθανότητα Τσάμηδες. Εις την αντίληψιν ταύτην συνεπικουρεί και το γεγονός ότι όλα συλλήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά. Συντρέχει επίσης εις την άποψιν ταύτην και το γεγονός ότι οι Σουλιώται εγνώριζον και μεταχειρίζοντο την αλβανικήν γλώσσαν.» Εδώ ο Πέτρος Φουρίκης λοιπόν μας λέει ότι «όλα συλλήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά». Μερικά από τα τοπονύμια αυτά είναι ‘Σούλι’ (σημαίνει ‘βίγλα’, ‘σκοπιά’), ‘Κιάφα’ ( ‘λαιμός’, ‘πέρασμα’), ‘Γκούρα’ που σημαίνει ‘βράχος’, ‘πέτρα’, ‘Φίριζα’ που σημαίνει ‘φακή’, ‘βάτος’, κ.α., ‘Γκρόπα’ που σημαίνει ‘τρύπα’, ‘Δέμπες’ (σημαίνει ‘οδοντοτός’), ‘Ντάλλα’ (κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το αλβανικό δάλε-α που σημαίνει ‘ξυνόγαλο’), ‘ρέθι’ (σημαίνει ‘περιοχή’), ‘Στρέθεζα’ που μεταφράζεται ως ‘μικρό οροπέδιο’ (προέρχεται από το αλβανικό ‘στρέχε’ που σημαίνει ‘στέγη’ σύμφωνα με το λεξικό του Χριστοφορίδη, ‘καταφύγιο’, ‘προστατευόμενος χόρος’, κ.α.), ‘Στρούμπουλο’ (από το ‘strumbulle’ που σημαίνει ‘τοποθεσία’, ‘μαζεμένος’, ‘στέρεος’, κ.α.), οι κορυφές ‘μπιρα’ (σημαίνει ‘τρύπα’, ‘οπή’), ‘Βετετίμα’ (σημαίνει ‘αστραπή’), ‘Κούγκι’ (σημαίνει ‘μικρός σφηνωμένος πάσσαλος’), ‘Βούτσι’ (σήμαινε ‘φυτό’, ‘αβρότονο’), κ.α. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν επίσης ορισμένα σλάβικα και βλάχικα τοπονύμια. Π.χ. Σαμονίβα, Γλαβίτσα ή Γκλαβίστα, Ζαβρούχο, Αβαρίκο, Μούργκα, Σκάπετα, Κορίστιανη ή Κορίτιανη, κ.α.

Αλή αλ-Γιουνάνι

α μέρος) Οι Σουλιότες ήταν χριστιανοί Αλβανοί Τσάμηδες, που προέρχονταν - σύμφωνα με ορισμένους - από το γειτονικό Γαρδίκι και που για να αποφύγουν τις καταπιέσεις των εξισλαμισμένων Τσάμηδων κατέφυγαν στο ορεινό Σούλι. Ο Edmund Spencer αν και θεωρεί τους Αλβανούς ως προερχόμενους από τον Καύκασο και όχι ως απογόνους των Ιλλυριών, γράφει: «Έχουμε δει τους Τσάμηδες, τους δυστυχισμένους Χριστιανούς του Σουλίου και της Πάργας - μια χούφτα ανθρώπων - να υπερασπίζονται επιτυχώς για χρόνια την ελευθερία τους και τους ορινούς τόπους τους ενάντια στις πολυπληθέστερες δυνάμεις των μουσουλμάνων Αλβανών υπό του Αλή πασά των Ιωαννίνων…» (Edmund Spencer, A journey from Ohrid to Janina, 1850) «Οι Σουλιότες ήταν μία φυλή ή μεγάλη φατρία Χριστιανών Αλβανών οι οποίοι κατοίκησαν ανάμεσα σε αυτά τα θεαματικά αλλά αφιλόξενα βουνά κατά τη διάρκεια του δέκατου τέταρτου ή δέκατου πέμπτου αιώνα…. Οι Σουλιότες, όπως οι άλλοι Αλβανοί, ήταν μεγάλοι δανδήδες. Φορούσαν κόκκινους σκούφους, μαλλιαρές κάπες ριγμένες απρόσεκτα πάνω στους, διακοσμημένα γιλέκα, κατακόκκινα σανδάλια, τσαρούχια με αιχμηρές μύτες και άσπρα κιλτ (φουστανέλλες).» (Arthur Foss, ‘Epirus’, Faber (London, 1978), pp. 160-161.) Οι Σουλιότες ήταν Αλβανοί στην καταγωγή και χριστιανοί ορθόδοξοι στο θρήσκευμα. Ήταν Αλβανοί που σιγά-σιγά εξελληνήστικαν. Συνεργάζονταν με όλους αρκεί να είχαν συμφέρον, και με τις επιθέσεις τους στα γειτονικά χωριά προκαλούσαν τρόμο, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Pouqueville. Συνεργάστηκαν με τον Αλή Πασά, ο οποίος τους χρηματοδότησε αδρά. Όταν πλέον η συνεργασία τους μαζί του δεν ήταν προς το συμφέρον τους, εξεγέρθηκαν εναντίον του. Αργότερα, τα ξαναβρήκαν μαζί του αλλά τελικά ο Αλή Πασάς σκοτώθηκε. Αυτά όμως δεν τα διδάσκουν στα ελληνικά σχολεία.

Φόρτωση περισσότερων σχολίων
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης

battle-kosovo_1389

Γιατί το Κοσσυφοπέδιο θεωρείται ιερή περιοχή για τους Σέρβους- Οι μάχες του Κοσσυφοπεδίου- Το Κόσοβο στο πλαίσιο της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας- Πώς έφτασαν οι Αλβανοί να αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού του Κοσσυφοπεδίου;

28
sitaras_for_8_dec_2018_photo_3

¨Ένας από τους πρώτους Μεγαλοπαντοπώλες που χρησιμοποίησαν γυναίκες σαν ταμίες ήταν και ο Παντελής Θανόπουλος, της γνωστής και σήμερα μεγάλης αλυσίδας της περιοχής της Κηφισιάς, στις αρχές του 20ου αιώνα. Και επειδή βέβαια εθεωρείτο πρότυπο επιτυχημένου επιχειρηματία δεν άργησαν σταδιακά και άλλοι συνάδελφοί του να τον ακολουθήσουν.

1
illyrian_dadanian_skutari

Σύντομη ιστορία της Ιλλυρίας - Η ιλλυρική γλώσσα - Σχέσεις Ιλλυριών και Αλβανών - Η περίφημη «ιλλυρική» επιγραφή που αποδείχθηκε… ελληνική - Τα αρχαία ελληνικά φύλα στην Ήπειρο - Οι ανασκαφές των Αλβανών αρχαιολόγων στη Βόρειο Ήπειρο και τα αρχαιοελληνικά ευρήματά τους

68