Μείωση κατά
31,77% κατέγραψαν τον Ιούνιο οι καθυστερήσεις
πτήσεων που σχετίζονται με την εναέρια κυκλοφορία στον
Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η
Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (
ΥΠΑ).
Όπως αναφέρει η ΥΠΑ, παρά τη σημαντική αύξηση της αεροπορικής κίνησης και τις πιέσεις που δέχεται το ευρωπαϊκό δίκτυο εναέριας κυκλοφορίας, η επιχειρησιακή επίπτωση στην Ελλάδα παραμένει
περιορισμένη. Η υπηρεσία σημειώνει ότι ήδη από το Σάββατο 4 Ιουλίου 2026 καταγράφηκαν
4.925 πτήσεις, αριθμός που ξεπέρασε το υψηλότερο επίπεδο του 2025, όταν στις 10 Αυγούστου είχαν καταγραφεί 4.916 πτήσεις.
Η ΥΠΑ διευκρινίζει ότι τα στοιχεία του
Eurocontrol αφορούν κυρίως
καθυστερήσεις διαχείρισης ροής εναέριας κυκλοφορίας (ATFM) σε επίπεδο ευρωπαϊκού δικτύου. Όπως επισημαίνει, οι καθυστερήσεις αυτές επηρεάζονται από την αυξημένη εποχική ζήτηση αλλά και από τις γεωπολιτικές εξελίξεις που έχουν μεταβάλει τις αεροπορικές ροές στην ευρύτερη περιοχή.
Παράλληλα, τονίζει ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες αποτελούν
εργαλεία επιχειρησιακής παρακολούθησης του εναέριου χώρου και δεν πρέπει να ταυτίζονται με τη
συνολική εμπειρία των επιβατών στα αεροδρόμια ή να ερμηνεύονται ως ο μέσος χρόνος καθυστέρησης κάθε πτήσης.
Σύμφωνα με τα επιχειρησιακά στοιχεία της ΥΠΑ για τον Ιούνιο του 2026, η μέση καθυστέρηση στο
Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών – Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘΜ) διαμορφώθηκε σε 2,26 λεπτά ανά πτήση, έναντι 1,62 λεπτών τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Εάν αφαιρεθούν οι καιρικές συνθήκες και άλλα εξωτερικά αίτια, η μέση καθυστέρηση περιορίζεται στα 0,97 λεπτά ανά πτήση, έναντι 0,85 λεπτών πέρυσι.
Όσον αφορά τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, η μέση καθυστέρηση ανά πτήση λόγω εναέριας κυκλοφορίας τον Ιούνιο ανήλθε σε
4,43 λεπτά, έναντι 6,50 λεπτών την ίδια περίοδο του 2025, καταγράφοντας μείωση άνω των δύο λεπτών ανά πτήση.
Η ανακοίνωση της ΥΠΑ
«Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) κατανοεί απόλυτα ότι κάθε καθυστέρηση δημιουργεί επιβάρυνση στους επιβάτες, ιδίως κατά τη θερινή περίοδο, όπου η κίνηση βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της και το ευρωπαϊκό δίκτυο εναέριας κυκλοφορίας λειτουργεί υπό ιδιαίτερη πίεση. Σημειώνουμε ότι, ήδη από το Σάββατο, 4 Ιουλίου 2026, η κίνηση (4.925 πτήσεις) έχει ξεπεράσει τις υψηλότερες τιμές του 2025 (4.916 πτήσεις, στις 10 Αυγούστου). Στο πλαίσιο αυτό, η προσπάθεια για την απρόσκοπτη εξυπηρέτηση των πτήσεων είναι καθημερινή και συνεχής.
Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα, η ΥΠΑ διευκρινίζει ότι τα στοιχεία του EUROCONTROL αφορούν κυρίως καθυστερήσεις διαχείρισης ροής εναέριας κυκλοφορίας (ATFM) σε επίπεδο ευρωπαϊκού δικτύου. Οι καθυστερήσεις αυτές είναι υπαρκτές και ενισχυμένες, όπως καταγράφονται και σε άλλους ευρωπαϊκούς παρόχους, ιδίως λόγω της εποχικής ζήτησης και των γεωπολιτικών εξελίξεων, που έχουν μεταβάλει τις ροές πτήσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Οι δείκτες αυτοί είναι σημαντικοί για την επιχειρησιακή παρακολούθηση του εναέριου χώρου. Ωστόσο, δεν πρέπει να ταυτίζονται με τη συνολική εμπειρία του επιβάτη στα αεροδρόμια, ούτε να ερμηνεύονται ως ο μέσος χρόνος καθυστέρησης που αντιμετωπίζει κάθε πτήση.
Σύμφωνα με τα επιχειρησιακά στοιχεία της ΥΠΑ για τον Ιούνιο 2026, η μέση καθυστέρηση στο Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών – Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘΜ) διαμορφώθηκε σε 2,26 λεπτά ανά πτήση, έναντι 1,62 λεπτά το 2025. Αν εξαιρεθούν καιρικά και άλλα εξωτερικά αίτια, η μέση καθυστέρηση ανέρχεται σε 0,97 λεπτά ανά πτήση, έναντι 0,85 λεπτά τον Ιούνιο του 2025.
Αντίστοιχα, στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, η μέση καθυστέρηση ανά πτήση ένεκα της εναέριας κυκλοφορίας τον Ιούνιο, διαμορφώθηκε σε 4,43 λεπτά, έναντι 6,50 λεπτών (μείωση άνω των 2 λεπτών) την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ οι συνολικές καθυστερήσεις εμφανίζονται μειωμένες κατά 31,77%.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι, παρά τις αυξημένες πιέσεις στο ευρωπαϊκό δίκτυο και στον ελληνικό εναέριο χώρο, η επιχειρησιακή επίπτωση παραμένει πιο περιορισμένη από την εντύπωση που μπορεί να δημιουργήσει η απομόνωση ενός μόνο δείκτη.
Η ΥΠΑ, αναγνωρίζοντας τις επιπτώσεις που συνεπάγονται οι καθυστερήσεις στο επιβατικό κοινό, παρακολουθεί καθημερινά την εξέλιξη της εναέριας κυκλοφορίας, συνεργάζεται με το EUROCONTROL, τους φορείς διαχείρισης αεροδρομίων, την Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας, την Αρχή Συντονισμού Πτήσεων και τις αεροπορικές εταιρείες, εφαρμόζοντας κάθε αναγκαία επιχειρησιακή προσαρμογή, διατηρώντας το υψηλό επίπεδο ασφάλειας.
Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η ενίσχυση της στελέχωσης, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών πρόσληψης και εκπαίδευσης ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας (ΕΕΚ). Ειδικότερα, το 2025 διορίστηκαν 92 ΕΕΚ και στην παρούσα περίοδο δρομολογείται η ορκωμοσία 51 ΕΕΚ, από το σύνολο των 77 που θα προσληφθούν το 2026.»