Το «Όχι» ως πράξη ευθύνης: 86 χρόνια μετά
Γιάννης Ράζος

Γιάννης Ράζος

Το «Όχι» ως πράξη ευθύνης: 86 χρόνια μετά

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός λαού που δεν μένουν κλεισμένες στον χρόνο τους. Γίνονται σημεία αναφοράς, ένα μέτρο με το οποίο κάθε επόμενη γενιά καλείται να αναμετρηθεί

Η αυγή της 28ης Οκτωβρίου 1940 ανήκει αναμφίβολα σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Μέσα σε λίγες ώρες, μια μικρή χώρα κλήθηκε να επιλέξει ανάμεσα στην υποχώρηση και στην αντίσταση. Ήταν μια Ελλάδα φτωχή, πληγωμένη ακόμη από τον ξεριζωμό και τις οικονομικές δοκιμασίες του Μεσοπολέμου. Κι όμως, επέλεξε να αντισταθεί, με μια ομοψυχία που αιφνιδίασε την Ευρώπη και ίσως ακόμη και την ίδια.

Το ιστορικό αποτύπωμα αυτής της επιλογής υπήρξε βαθύτερο από όσο συχνά θυμόμαστε. Σε μια Ευρώπη όπου χώρες κατέρρεαν η μία μετά την άλλη μπροστά στη μηχανή του Άξονα, η Ελλάδα όχι μόνο αντιστάθηκε, αλλά κατάφερε να απωθήσει τον εισβολέα. Απέδειξε ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε νίκη όταν απέναντί της βρίσκεται μια κοινωνία αποφασισμένη να μην παραδοθεί. Η επιτυχία στα βουνά της Ηπείρου έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα στους λαούς της κατεχόμενης Ευρώπης και έδωσε στη χώρα ένα σημαντικό ηθικό κεφάλαιο μέσα στον πόλεμο.

Ήταν, όμως, μόνο μια αυθόρμητη έκρηξη πατριωτισμού; Η ιστορική μνήμη συχνά συμπυκνώνει τα γεγονότα σε μια στιγμή. Η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη. Πίσω από την άρνηση της 28ης Οκτωβρίου είχαν προηγηθεί οργανωτικές και αμυντικές προετοιμασίες, σχέδια επιστράτευσης και επιτελική πρόβλεψη για ενδεχόμενη επίθεση από την ιταλοκρατούμενη Αλβανία. Ο τορπιλισμός της «Έλλης» τον Δεκαπενταύγουστο είχε ήδη κάνει σαφές ότι η σύγκρουση πλησίαζε.

Οφείλουμε ταυτόχρονα να θυμόμαστε, με την ειλικρίνεια που απαιτεί η Ιστορία, ότι η απόφαση της άρνησης διατυπώθηκε από ένα αυταρχικό καθεστώς. Η δύναμή της, όμως, δεν εξαντλήθηκε στο καθεστώς ούτε στο πρόσωπο που την εξέφρασε. Απέκτησε το πραγματικό της βάρος από την καθολική ανταπόκριση μιας κοινωνίας που, μπροστά στην απειλή, ξεπέρασε πολιτικές διαφορές και κοινωνικές αντιθέσεις και έκανε την άμυνα της χώρας υπόθεση όλων.

Σε τι οφειλόταν αυτή η ανταπόκριση; Πρώτα απ’ όλα, στη βαθιά συνείδηση ότι η ελευθερία δεν είναι αυτονόητη, αλλά κατάκτηση που κάθε γενιά καλείται να υπερασπιστεί. Έπειτα, στη συλλογική μνήμη ενός λαού που είχε γνωρίσει την απώλεια και γνώριζε καλά το κόστος της ήττας. Και, τέλος, σε έναν κοινωνικό ιστό όπου η οικογένεια, η κοινότητα και το σχολείο μετέδιδαν αξίες που, την ώρα της κρίσης, αποδείχθηκαν ισχυρότερες από τον φόβο. Δεν πολέμησε μόνο ο στρατός. Πολέμησαν οι γυναίκες που ανέβαιναν φορτωμένες τα χιονισμένα μονοπάτια, οι οικογένειες που στήριζαν το μέτωπο, οι άνθρωποι της υπαίθρου που έδιναν ό,τι μπορούσαν.

Τι σημαίνουν όλα αυτά σήμερα, ογδόντα έξι χρόνια μετά; Το διαχρονικό νόημα του «Όχι» δεν βρίσκεται στην εξύμνηση του πολέμου. Βρίσκεται στην άρνηση να αποδεχθούμε ως αναπόφευκτο κάτι μόνο και μόνο επειδή εμφανίζεται ισχυρότερο. Στην πεποίθηση ότι η εθνική κυριαρχία, η δημοκρατία και η αξιοπρέπεια δεν είναι αυτονόητες ούτε μπορούν να θεωρούνται δεδομένες. Η υπεράσπισή τους απαιτεί θεσμούς προετοιμασμένους, κοινωνία με συνοχή και ηγεσίες που γνωρίζουν ότι, στις κρίσιμες στιγμές, η ευθύνη δεν μεταβιβάζεται.

Σήμερα ο αναθεωρητισμός έχει επιστρέψει, ο πόλεμος βρίσκεται ξανά στην ευρωπαϊκή ήπειρο και η παραπληροφόρηση διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το μάθημα του 1940 αποκτά μια διαφορετική επικαιρότητα: οι χώρες δεν θωρακίζονται με αυτοσχεδιασμούς της τελευταίας στιγμής, αλλά με διαρκή ετοιμότητα, σοβαρότητα και κοινωνική συνοχή.

Υπάρχει, άλλωστε, και ένα «Όχι» της καθημερινότητας, λιγότερο ηρωικό αλλά εξίσου απαιτητικό. Είναι το «Όχι» στον διχασμό, στη μοιρολατρία, στην εύκολη απαξίωση των θεσμών, στην αδιαφορία για το κοινό καλό. Γιατί η αντοχή μιας χώρας δεν δοκιμάζεται μόνο στα σύνορά της. Χτίζεται κάθε μέρα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι θεσμοί της, στον τρόπο με τον οποίο συζητά η κοινωνία της και στον βαθμό στον οποίο οι πολίτες αισθάνονται ότι ανήκουν σε μια κοινή προσπάθεια.

Κλείσιμο
Πώς πρέπει, επομένως, να γιορτάζεται η επέτειος; Οι παρελάσεις, οι σημαίες και οι τελετές έχουν τη θέση τους. Συνδέουν τις γενιές και δίνουν δημόσια μορφή στη συλλογική μνήμη. Δεν αρκούν, όμως, όταν μετατρέπονται σε τυπική επανάληψη χωρίς περιεχόμενο. Η επέτειος αποκτά ουσία όταν το σχολείο διδάσκει την Ιστορία με γνώση και όχι με συνθήματα. Όταν οι νέοι έρχονται σε επαφή με τις φωνές εκείνων που έζησαν τα γεγονότα, μέσα από γράμματα, ημερολόγια και μαρτυρίες. Όταν η Πολιτεία χρησιμοποιεί την ημέρα όχι μόνο για να κοιτάξει πίσω, αλλά και για να αναμετρηθεί με τη δική της ετοιμότητα και συνοχή. Και όταν η ενότητα, που τόσο εύκολα επικαλούμαστε στις επετείους, αποκτά περιεχόμενο και στην πολιτική μας ζωή.

Γιατί η μνήμη δεν είναι μουσείο. Είναι υποχρέωση.

Ογδόντα έξι χρόνια μετά, το «Όχι» δεν ανήκει μόνο σε όσους το έζησαν. Ανήκει και σε όσους καλούνται κάθε φορά να αποδείξουν ότι κατανοούν τι σήμαινε. Ο καλύτερος τρόπος να το τιμήσουμε δεν είναι απλώς να το επαναλαμβάνουμε, αλλά να κρατάμε ζωντανό το βαθύτερο περιεχόμενό του: σοβαρότητα απέναντι στις απειλές, ψυχραιμία στις κρίσεις, ενότητα στα δύσκολα και καθαρή συνείδηση του τι αξίζει να υπερασπιζόμαστε.

* Γιάννης Ράζος, Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης