Περίπου 10.000 Έλληνες «γιορτάζουν» την Δευτέρα 19 Μαΐου που έχει οριστεί ως Παγκόσμια Ημέρα για τα Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου, την ελκώδη κολίτιδα και τη νόσο του Crohn.
Οι δύο ασθένειες χαρακτηρίζονται από φλεγμονή του πεπτικού συστήματος, εξίσου σοβαρές βλάβες όμως προκαλούν και στην ποιότητα ζωής και την εργασία των ασθενών. Οι ασθενείς με νόσο του Crohn και ελκώδη κολίτιδα έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με δυσκολίες που πολλές φορές επηρεάζουν ιδιαίτερα αρνητικά τη ζωή τους και την υγεία τους ενώ ταυτόχρονα περνούν απαρατήρητες από την οικογένεια, τους φίλους και τους συνεργάτες τους στη δουλειά, συνήθως δε ακόμη και από τους γιατρούς.
Τα στοιχεία έρευνας που εκπόνησε ο Σύλλογος Ατόμων με Νόσο του Crohn και Ελκώδη Κολίτιδα Αττικής σε συνεργασία με το Ελληνικό Ίδρυμα Γαστρεντερολογίας και Διατροφής (ΕΛΙΓΑΣΤ) και την υποστήριξη της Ελληνικής Ομάδας Μελέτης των ΙΦΝΕ (ΕΟΜΙΦΝΕ) έδειξαν ότι ένας στους δύο ασθενής αισθάνεται θλίψη ή απογοήτευση λόγω της νόσου, με το πρόβλημα να είναι πιο έντονο στους ασθενείς που έχουν διαγνωστεί σχετικά πρόσφατα. Περισσότεροι από έξι στους δέκα ασθενείς (65%) αναφέρουν αίσθημα ψυχικής έντασης (στρες) ως αποτέλεσμα της νόσου και το 25% δηλώνει ότι διακατέχεται από θυμό για τα προβλήματα που προκαλεί η νόσος, με τις γυναίκες και τους νέους να το εκφράζουν εντονότερα.
Πρόβλημα στην περίθαλψη και την εργασία
Έλλειμμα ενημέρωσης προκύπτει για το 50% των ασθενών με φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου. Περίπου οι μισοί ασθενείς δεν είναι αρκετά ικανοποιημένοι από την ενημέρωση που έχουν σε σχέση με τη νόσο και τις επιπτώσεις της στη ζωή τους. Η πλειονότητα των ασθενών εκφράζει την ανάγκη για περισσότερη ενημέρωση σχετικά με τις πιθανές επιπλοκές της νόσου, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου και των ανεπιθύμητων ενεργειών της φαρμακευτικής θεραπείας. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον για πιθανές παρενέργειες από τα φάρμακα έχουν τα άτομα μεταξύ 30-39 ετών και όσοι πάσχουν από τη νόσο του Crohn. Το 40% θεωρεί πως οι υγειονομικές υπηρεσίες που τους παρέχονται από το σύστημα υγείας δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικές.
Τέσσερις στους δέκα ασθενείς αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην εκπλήρωση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων λόγω της νόσου, με τους νέους ηλικίας 18-39 ετών και τους ενήλικες 40-49 ετών να επηρεάζονται σε εντονότερο βαθμό. Ένας στους δύο ασθενείς αναγκάζεται να απουσιάσει από μία έως και πάνω από 20 ημέρες το έτος από την εργασία του, είτε λόγω των προβλημάτων από τη νόσο είτε λόγω του χρόνου που πρέπει να αφιερωθεί στην παρακολούθηση και θεραπεία του. Επίσης, το 30% των ασθενών του δεν έχει αποκαλύψει την ύπαρξη της νόσου σε κανέναν στο εργασιακό του περιβάλλον (εργοδότες και συναδέλφους), αφού το θεωρεί προσωπικό δεδομένο ή φοβάται ότι θα έχει επιπτώσεις στην επαγγελματική του ζωή.