Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής
Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος
έφυγε αιφνίδια από τη ζωή το περασμένο Σάββατο, αφιέρωσε τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του στην προετοιμασία μιας φιλόδοξης διπλωματικής αντεπίθεσης με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ της
Σαουδικής Αραβίας και του
Ισραήλ.
Ο θάνατός του στερεί από την
Ουάσινγκτον μία από τις πιο επιδραστικές και δραστήριες φυσιογνωμίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών, ο οποίος παρέμεινε προσηλωμένος στις μεγάλες γεωπολιτικές του φιλοδοξίες μέχρι το τέλος.
Το όραμα: Η «Επόμενη Μέρα» στη Μέση Ανατολή
Για τον Γκράχαμ, η εξομάλυνση των σχέσεων
Ριάντ-Τελ Αβίβ αποτελούσε το επιστέγασμα μιας ευρύτερης μεταπολεμικής διευθέτησης στη Μέση Ανατολή, ικανής να αναδιαμορφώσει ριζικά την περιοχή και να προσφέρει μια βιώσιμη λύση που θα ξεπερνούσε τη στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν.
Έχοντας δουλέψει πάνω στο ζήτημα αυτό επί χρόνια - ακόμη και σε συνεργασία με την κυβέρνηση
Μπάιντεν - πίστευε, σύμφωνα με όσα εξομολογήθηκε ο ίδιος στο
Axios, ότι η αποδυνάμωση του Ιράν προσέφερε στον Τραμπ μια σπάνια ιστορική ευκαιρία. Το χρονοδιάγραμμα του
Γκράχαμ προέβλεπε την έναρξη μιας εντατικής διπλωματικής πίεσης αμέσως μετά τις ισραηλινές εκλογές του Οκτωβρίου και τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας πριν από την ορκωμοσία του νέου Κογκρέσου τον Ιανουάριο.
Η απαραίτητη προϋπόθεση: Ο Γκράχαμ ξεκαθάριζε ότι για να προχωρήσει το σχέδιο, έπρεπε πρώτα να τεθεί υπό έλεγχο ο πόλεμος με το Ιράν, και ειδικότερα η συνεχιζόμενη κρίση στα
Στενά του Ορμούζ. Μάλιστα, είχε εισηγηθεί στον Τραμπ να εξουσιοδοτήσει μια σύντομη, συντριπτική στρατιωτική επιχείρηση για το άνοιγμα των Στενών, σε περίπτωση αποτυχίας της διπλωματίας.
Το παρασκήνιο και οι επαφές
Ως ένας από τους βασικούς συμβούλους του Τραμπ σε θέματα εθνικής ασφάλειας εκτός κυβέρνησης, ο Γκράχαμ ηγούνταν μιας ομάδας «γερακιών» που πίεζαν για ένταση της στρατιωτικής πίεσης προς την Τεχεράνη. Στα μέσα Μαΐου, πρότεινε στον Τραμπ να θέσει τη συμφωνία Σαουδικής Αραβίας-Ισραήλ ως κεντρικό πυλώνα του σχεδίου για την
«επόμενη μέρα».
Μία εβδομάδα αργότερα, σε τηλεφωνική επικοινωνία με Άραβες και Μουσουλμάνους ηγέτες, ο Τραμπ επιβεβαίωσε αυτό το ενδιαφέρον, εστιάζοντας πρωτίστως στη Σαουδική Αραβία. Στο παρασκήνιο, ο Γκράχαμ είχε συντονίσει τις κινήσεις του με τον Τραμπ και τους απεσταλμένους
Τζάρεντ Κούσνερ και
Στιβ Γουίτκοφ, ενώ βρισκόταν σε ανοιχτή γραμμή με:
Τον
Ρον Ντέρμερ (στενό συνεργάτη του
Μπενιαμίν Νετανιάχου)
Την
Πριγκίπισσα Ρίμα μπιντ Μπαντάρ (Πρέσβη της Σαουδικής Αραβίας στην Ουάσινγκτον)
Τον
Πρίγκιπα Φαϊσάλ μπιν Φαρχάν (Υπουργό Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας)
Ο γερουσιαστής σχεδίαζε, μάλιστα, ταξίδι στην περιοχή τις επόμενες εβδομάδες, ώστε οι βάσεις της συμφωνίας να είναι έτοιμες μέχρι τον Νοέμβριο.
Τα δύο πολιτικά «αγκάθια»
Κατά πληροφορίες, ο Γκράχαμ εκτιμούσε ότι η προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας αντιμετώπιζε δύο αλληλένδετες πολιτικές προκλήσεις: αφενός τη διασφάλιση επαρκούς στήριξης στο Κογκρέσο και αφετέρου τη συγκρότηση μιας ισραηλινής κυβέρνησης πρόθυμης να αποδεχθεί τους όρους που θέτει η Σαουδική Αραβία.
Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου αποτελούσε μια αμυντική συνθήκη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σαουδικής Αραβίας, το βασικό κείμενο της οποίας είχε σε μεγάλο βαθμό διαμορφωθεί ήδη κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπάιντεν.
Ωστόσο, για να τεθεί σε ισχύ, η συμφωνία θα έπρεπε να εγκριθεί από τα δύο τρίτα της αμερικανικής Γερουσίας. Με δεδομένο το πολιτικό κλίμα στην Ουάσιγκτον, ο Γκράχαμ θεωρούσε ότι η μεταβατική περίοδος μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου αποτελούσε το μοναδικό ρεαλιστικό «παράθυρο» για την επικύρωσή της.
Το παλαιστινιακό «κλειδί» για τη στήριξη των Δημοκρατικών
Ο γερουσιαστής εκτιμούσε επίσης ότι η εξασφάλιση της απαραίτητης στήριξης από τους Δημοκρατικούς γερουσιαστές προϋπέθετε η συμφωνία να συνοδεύεται από ουσιαστική πρόοδο στο Παλαιστινιακό.
Συγκεκριμένα, θα έπρεπε να περιλαμβάνει σαφή δέσμευση του Ισραήλ υπέρ της προοπτικής δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους, καθώς και συγκεκριμένα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.
Η προϋπόθεση αυτή δημιουργούσε μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη πρόκληση: η κυβέρνηση που θα προέκυπτε μετά τις ισραηλινές εκλογές του Οκτωβρίου να είναι τόσο πρόθυμη όσο και πολιτικά ικανή να αναλάβει τέτοιες δεσμεύσεις.
Ο Γκράχαμ δήλωσε ότι σκόπευε να συνεργαστεί με τον
Ντόναλντ Τραμπ, και την ομάδα του, ώστε να καταστεί σαφές προς τον
Μπενιαμίν Νετανιάχου και την υπόλοιπη ισραηλινή ηγεσία πως η Ουάσιγκτον αναμένει από τη νέα κυβέρνηση να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ότι θα ασκήσει ισχυρές πιέσεις για να το πράξει.
Οι τελευταίες ώρες
Το βράδυ του Σαββάτου, ο Γκράχαμ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ. Τον ενημέρωσε για το πρόσφατο ταξίδι του στην Ουκρανία και το νομοσχέδιο για τις κυρώσεις κατά της
Ρωσίας, ενώ ο Τραμπ τού μετέφερε ότι προετοιμάζει νέα πλήγματα κατά του Ιράν, μετά από τις επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ.
Άνθρωπος που μίλησε μαζί του αμέσως μετά, ανέφερε ότι ο γερουσιαστής παραπονέθηκε για αδιαθεσία. Όταν του ζητήθηκε να επισκεφθεί αμέσως γιατρό, ο
Γκράχαμ απάντησε ότι θα το έκανε το πρωί της Κυριακής, μετά την προγραμματισμένη εμφάνισή του στην εκπομπή Meet the Press του NBC.
Κλείνοντας, μάλιστα, αστειεύτηκε:
«Δεν μπορώ να πεθάνω τώρα. Πρέπει ακόμα να περάσω τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, να ξεκαθαρίσω την κατάσταση με το Ιράν και να πετύχω την εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ - Σαουδικής Αραβίας».
Λίγες ώρες αργότερα,
άφησε την τελευταία του πνοή.