Ποσά που ξεπερνούν τα 2 εκατομμύρια ευρώ φέρεται να «σηκώθηκαν» από τους
τραπεζικούς λογαριασμούς εταιρειών που, σύμφωνα με τα ευρήματα της πολύμηνης έρευνας των Αρχών, συνδέονται με την οργάνωση της οποίας ηγούνταν ο
Φίλιππος Καμπούρης και που φέρεται να απομυζούσε το Δημόσιο προκαλώντας ζημιά άνω των 5 εκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλλεξαν τα στελέχη της Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, τα παράνομα έσοδα της οργάνωσης απορροφούνταν από το δίκτυο των εταιρειών, διοχετεύονταν στους ίδιους τραπεζικούς λογαριασμούς και στη συνέχεια μετατρέπονταν σε χρήμα που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αγορά οχημάτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Η εικόνα που περιγράφεται στη δικογραφία δεν παραπέμπει σε μια ευκαιριακή σύμπραξη προσώπων, αλλά σε μια δομημένη οργάνωση με διακριτούς ρόλους και δράση σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με την έρευνα, η εγκληματική οργάνωση φέρεται να είχε συγκροτηθεί τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2013, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την κατ’ επάγγελμα διάπραξη απατών σε βάρος του e-ΕΦΚΑ και τη φοροδιαφυγή.
Οι 29 εταιρείες και οι «αχυράνθρωποι»
Στην καρδιά του μηχανισμού φέρεται να βρισκόταν ένα δίκτυο 29 εταιρειών που δραστηριοποιούνταν σε διαφορετικούς χώρους, από την εστίαση και τη νυχτερινή διασκέδαση μέχρι τη διαφήμιση και την ένδυση.
Το μοντέλο, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ήταν συγκεκριμένο.
Αρχικά δημιουργούνταν και λειτουργούσαν επιχειρήσεις στις οποίες οι πραγματικοί επιχειρηματίες εμφανίζονταν κανονικά ως διαχειριστές και είχαν την ευθύνη της δραστηριότητάς τους. Στη συνέχεια, όταν οι υποχρεώσεις άρχιζαν να συσσωρεύονται, το σχήμα φέρεται να άλλαζε.
Οι πραγματικοί διαχειριστές αποσυνδέονταν τυπικά από τις επιχειρήσεις και στη θέση τους εμφανίζονταν πρόσωπα που δεν είχαν ουσιαστική σχέση με την πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι λεγόμενοι «αχυράνθρωποι».
Πρόκειται, σύμφωνα με την έρευνα, για Έλληνες και αλλοδαπούς που βρίσκονταν σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική κατάσταση, γεγονός που, κατά τις Αρχές, τους καθιστούσε κατάλληλους για να εμφανίζονται ως τυπικοί διαχειριστές εταιρειών χωρίς ουσιαστική δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις που συσσωρεύονταν στο όνομά τους.
Έτσι, οι εταιρείες μετατρέπονταν σε κελύφη. Χωρίς πραγματική έδρα, χωρίς ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα και, στις περισσότερες περιπτώσεις, ακόμη και χωρίς τραπεζικό λογαριασμό, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας.
Ο ρόλος τους ήταν, κατά την ΕΛ.ΑΣ., διπλός: από τη μία να «φορτώνονται» τις ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούσαν στην πραγματική απασχόληση των εργαζομένων και από την άλλη να αναλαμβάνουν τις φορολογικές υποχρεώσεις, όπως φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ.
Όταν τα χρέη συσσωρεύονταν, η εταιρεία φέρεται να εγκαταλειπόταν και ο μηχανισμός να επαναλαμβανόταν μέσω νέας εταιρείας.