Οικολογικό έγκλημα στον Κηφισό: Έριχναν τα μισά απόβλητα στο ποτάμι και τα άλλα μισά τα βάφτιζαν βοθρολύματα

Τι λένε οι επιθεωρητές Περιβάλλοντος και τι ισχυρίζεται η εταιρεία - Η φθηνή διαδρομή των βιομηχανικών λυμάτων και το κενό ευθύνης της βιομηχανίας Μπισκότων Παπαδοπούλου - Ένα σύστημα ελέγχου που δεν μπορεί να αποδείξει πού κατέληξε κάθε φορτίο

Δεν είναι μια εικόνα που θα περίμενε κανείς να συνδέεται με το όνομα μιας από τις μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες τροφίμων: ένα βυτιοφόρο σταματημένο στον παράδρομο της λεωφόρου Κηφισού, μέσα στον χώρο στάθμευσης ενός πρατηρίου καυσίμων στο Αιγάλεω, να αδειάζει παράνομα τα υγρά βιομηχανικά απόβλητα που μεταφέρει σε φρεάτιο ομβρίων.

Στο σημείο λειτουργούσε παλαιότερα πλυντήριο αυτοκινήτων. Κάτω από το φρεάτιο, όμως, δεν υπήρχε μια απλή αποχέτευση. Σύμφωνα με τα ευρήματα των επιθεωρητών Περιβάλλοντος και των αστυνομικών αρχών, τα λύματα ξεβράζονταν στον Κηφισό.

Εκεί φέρεται να κατέληγε το φορτίο του βυτιοφόρου που σταμάτησαν οι Αρχές την προηγούμενη εβδομάδα και ήταν το αποτέλεσμα μιας συστηματικής παρακολούθησης των φορτηγών μεταφοράς βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων, η οποία ξεκίνησε στις αρχές του καλοκαιριού κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας στο σώμα των επιθεωρητών του υπουργείου Περιβάλλοντος.







Τα περίπου 16 κυβικά μέτρα υγρών αποβλήτων που μετέφερε η εταιρεία Καρατζάς είχαν παραληφθεί από τις εγκαταστάσεις της βιομηχανίας Παπαδόπουλου στην Πέτρου Ράλλη. Ο οδηγός, κατά τις πληροφορίες της έρευνας, δεν είχε μαζί του τα απαιτούμενα παραστατικά.

Το βυτιοφόρο της βιομηχανίας μπισκότων έχει σταθμεύσει στον παράδρομο της λεωφόρου Κηφισού, μέσα σε χώρο πρατηρίου καυσίμων στο Αιγάλεω, από όπου αδειάζει παράνομα τα βιομηχανικά απόβλητα σε φρεάτιο ομβρίων

Ποιος έλεγχε τη διαδρομή;


Η εταιρεία έχει υποστηρίξει ότι το όχημα δεν ήταν δικό της, αλλά ανήκε σε συμβεβλημένη εταιρεία μεταφοράς, η οποία είχε αναλάβει τη συλλογή και μεταφορά λυμάτων από το εργοστάσιό της στον Ταύρο προς το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων Μεταμόρφωσης (ΚΕΛΜ). Η τήρηση των περιβαλλοντικών και κανονιστικών όρων, όπως δηλώνει, ήταν ευθύνη του συνεργάτη της.

Ωστόσο, η ανάθεση δεν μπορεί να αποτελεί καταφύγιο άγνοιας. Για μια βιομηχανία αυτού του μεγέθους, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος άδειασε το βυτιοφόρο, αλλά ποιος ήλεγχε τη διαδρομή, το κόστος και την τελική τύχη των αποβλήτων που έβγαιναν από τη μονάδα της.



Σύμφωνα με πηγές που έχουν άριστη γνώση της υπόθεσης, εκτιμάται ότι από τα λύματα που παραλαμβάνονταν από την μπισκοτοβιομηχανία τουλάχιστον τα μισά κατέληγαν στον Κηφισό και τα υπόλοιπα στο ΚΕΛ Μεταμόρφωσης, αλλά με την ετικέτα αστικά και όχι βιομηχανικά απόβλητα.




Επιπλέον, η βιομηχανία, αν είχε περιβαλλοντική υπευθυνότητα, θα έπρεπε εντός του χώρου των εγκαταστάσεών της να είχε δημιουργήσει από χρόνια μια μονάδα προεπεξεργασίας των λυμάτων της. Δεν πρόκειται δα για κάποιο τεράστιο κόστος!

Η οικονομική διαφορά ανάμεσα στη νόμιμη διάθεση και την παράνομη απόρριψη είναι υπαρκτή, δεν φαίνεται όμως να είναι από μόνη της τόσο μεγάλη ώστε να εξηγεί την επιλογή μιας επιχείρησης αυτού του βιομηχανικού εκτοπίσματος.

Η κανονική διαχείριση περιλαμβάνει μεταφορά, παραλαβή και επεξεργασία, αναλύσεις, δειγματοληψίες και παραστατικά. Οταν το φορτίο δεν πληροί τις προδιαγραφές του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων της ΕΥΔΑΠ, απαιτείται και προεπεξεργασία για τη διόρθωση της οξύτητας και τη μείωση του οργανικού φορτίου.

Ελεγχοι κατόπιν εορτής


Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση να μην μπορεί να περάσει στα ψιλά γράμματα, φωτίζοντας ένα σύστημα ελέγχων που παραμένει αποσπασματικό και λειτουργεί συνήθως αφού έχει γίνει η ζημιά.

Εφόσον επιβεβαιωθούν τα στοιχεία της έρευνας, δεν θα πρόκειται απλώς για μια αυθαίρετη ενέργεια ενός μεταφορέα, αλλά για σοβαρά ερωτήματα γύρω από τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόταν επί χρόνια τα υγρά απόβλητά της μια μεγάλη βιομηχανία.

Και για το αν η διαχείριση αυτή στηρίχθηκε στη συστηματική εκμετάλλευση ενός συστήματος χωρίς ουσιαστική ιχνηλάτηση, όπου αστικά και βιομηχανικά λύματα μπορούν να ακολουθούν την ίδια διαδρομή.


Ο έλεγχος, επομένως, θα πρέπει να αναζητήσει όχι μόνο ποσότητες, ζυγολόγια, τιμολόγια, πληρωμές και παραδόσεις στο ΚΕΛΜ, αλλά και τυχόν αποκλίσεις στις εντολές μεταφοράς ή σε φορολογικές παραβάσεις.

Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα γιατί οι αρμόδιες αρχές δεν επανεξέτασαν εγκαίρως τους περιβαλλοντικούς όρους και την πραγματική πρακτική διαχείρισης μιας μονάδας που παρέμενε εξαρτημένη από βυτιοφόρα.

Η απουσία επικαιροποιημένων όρων και συστηματικού ελέγχου φαίνεται εκ του αποτελέσματος ότι άφησε χώρο για μια πρακτική που θα έπρεπε να έχει εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια.

Τα πρώτα ευρήματα δείχνουν γιατί η υπόθεση είναι σοβαρή. Πηγές με γνώση των ελέγχων αναφέρουν pH 4,8, όταν το εύρος αποδοχής που αναφέρεται για τη διαχείριση από την ΕΥΔΑΠ είναι 6 έως 9.

Το χημικά απαιτούμενο οξυγόνο φέρεται να έφτανε στα 25.000 mg ανά λίτρο, έναντι επιθυμητού ορίου 1.000 mg, τα αιωρούμενα στερεά στα 4.500 mg αντί 500 mg και τα φωσφορικά στα 25 mg αντί 10 mg. Οι τιμές αυτές αναμένουν επιβεβαίωση από τις οριστικές εργαστηριακές αναλύσεις.

«Τρώει» το οξυγόνο


Η έως τώρα εικόνα παραπέμπει σε απόβλητα από υπολείμματα και πλύσεις ζύμης με εξαιρετικά αυξημένο οργανικό φορτίο από σάκχαρα, αλεύρια, προζύμι και άλλες οργανικές ύλες που περνούν στο νερό.

Σε ένα ρέμα τέτοιο φορτίο καταναλώνει το διαλυμένο οξυγόνο του νερού και επιβαρύνει ένα ήδη τραυματισμένο οικοσύστημα αφήνοντας ψάρια και άλλους υδρόβιους οργανισμούς χωρίς τις συνθήκες που χρειάζονται για να επιβιώσουν.

«Στον Κηφισό υπάρχει χαρακτηριστικό ψαράκι, με πληθυσμούς που έχουν καταγραφεί και στα ανάντη τμήματα, έως την Πάρνηθα, όπου το νερό είναι καθαρότερο και πιο δροσερό.

Οι πληθυσμοί του, ωστόσο, έχουν υποχωρήσει. Σε σημεία ρύπανσης δεν μπορεί να επιβιώσει και φαίνεται πως αναζητά τις άκρες του ρέματος, όπου η ροή είναι ταχύτερη και το νερό πιο οξυγονωμένο», αναφέρει άνθρωπος με γνώση της συστηματικής υποβάθμισης του ποταμού.

Ερευνητικό πρόγραμμα πανεπιστημιακού φορέα, που παρακολουθούσε την ποιότητα των νερών του Κηφισού από τα ανάντη προς τα κατάντη, έχει καταγράψει αυξημένους ρύπους, ιδιαίτερα σε περιόδους βροχής.

Οι βροχοπτώσεις δικαιολογούν τη μεταφορά φερτών υλικών από την Πάρνηθα, όχι όμως οργανικές και ανόργανες επιβαρύνσεις που παραπέμπουν σε βιομηχανική ρύπανση.

Η ίδια πηγή αναφέρει ότι στο ΚΕΛΜ τα βιομηχανικά φορτία δεν αντιμετωπίζονται όπως τα αστικά λύματα. Εφόσον είναι προεπεξεργασμένα και πληρούν τις προδιαγραφές, παραδίδονται στο ειδικό φρεάτιο βιομηχανικών αποβλήτων και προωθούνται μέσω κεντρικού αγωγού προς την Ψυττάλεια. Τα αστικά λύματα πηγαίνουν αντίστοιχα στο βιολογικό και υφίστανται επεξεργασία στο ίδιο το ΚΕΛ χωρίς να τα ελέγχει κανείς.

Μια βεβαίωση εισόδου βυτιοφόρου δεν αποδεικνύει τι μετέφερε, από πού προήλθε, ούτε αν ήταν αποδεκτό.

Κάθε φορτίο πρέπει να συνδέεται με παραγωγό, ανάλυση, ποσότητα, ώρα φόρτωσης και τελικό αποδέκτη. Διαφορετικά, η νόμιμη είσοδος μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι.

Σύστημα χωρίς ίχνη


Στα χαρτιά η είσοδος ενός βυτιοφόρου στο ΚΕΛΜ μοιάζει με απόδειξη νόμιμης διάθεσης. Στην πράξη, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η ΕΥΔΑΠ καταγράφει την είσοδο του οχήματος, όχι ένα πλήρες ψηφιακό αποτύπωμα κάθε φορτίου, όπως πότε φορτώθηκε, σε ποια ποσότητα, από ποιον παραγωγό και πού τελικά παραδόθηκε. Στο τέλος του μήνα μένει μια συγκεντρωτική κατάσταση εισόδων. Και μαζί της ένα κρίσιμο κενό: κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα ποιο φορτίο πήγε πού.

Χωρίς μοναδικό αριθμό φορτίου, η ίδια είσοδος μπορεί να προβληθεί ως αποδεικτικό σε περισσότερους από έναν παραγωγούς. Και όταν ο ίδιος ο μεταφορέας παραλαμβάνει από πολυκατοικίες και βιομηχανίες, η γενική ένδειξη «λύματα» μπορεί να θολώσει εντελώς την προέλευση.

Ενα φορτίο που στο ειδικό φρεάτιο βιομηχανικών αποβλήτων θα απαιτούσε έλεγχο, μπορεί να εμφανίζεται ως αστικό. Εφόσον επιβεβαιωθεί, πρόκειται για έναν μηχανισμό που «ξεπλένει» την ταυτότητα του αποβλήτου.

Αυτό το κενό εξηγεί και το όριο των κυρώσεων. Αρμόδιες πηγές εκτιμούν ότι, εφόσον επιβληθεί πρόστιμο στη βιομηχανία, δεν θα είναι βαρύ σε σχέση με το μέγεθός της. Η πλημμελής ιχνηλάτηση και τα ελλιπή παραστατικά αντιμετωπίζονται ως διοικητική παράβαση, με σχέδιο διορθωτικών ενεργειών και πιθανό πρόστιμο. Για την απόρριψη, η κύρωση μπορεί να αφορά μόνο το αποδεδειγμένο φορτίο της συγκεκριμένης ημέρας, όχι αναδρομικά προηγούμενα δρομολόγια που δεν τεκμηριώνονται.

Οι ίδιες πηγές δεν δίνουν συγκεκριμένο ποσό, εκτιμούν όμως ότι θα είναι χαμηλό και δεν θα συνδέεται με τον κύκλο εργασιών της εταιρείας. Το αποδίδουν στο ότι η μονάδα φέρεται να υπάγεται στην κατηγορία Β, με Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, και όχι στις κατηγορίες Α1 ή Α2 όπου οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις είναι μεγάλες.

Ετσι, οι έλεγχοι ενεργοποιούνται αφού προηγηθεί καταγγελία και όχι προληπτικά, με περιορισμένους πόρους δειγματοληψίας και σχεδόν ανύπαρκτη δυνατότητα αναδρομικής απόδειξης.

Η μεταφορική Καρατζάς


Ο έλεγχος επεκτείνεται στη μεταφορική εταιρεία Καρατζάς, με την οποία συνεργαζόταν η βιομηχανία, και στο ιστορικό των βυτιοφόρων της στο ΚΕΛΜ. Οι Αρχές, σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ, αντιπαραβάλλουν τις παραλαβές από εγκαταστάσεις με τις καταχωρήσεις στο ΚΕΛΜ.

Ασφαλείς πληροφορίες αναφέρουν ότι το όνομα της βιομηχανίας Παπαδοπούλου πρωτοεμφανίστηκε στο αρχείο του ΚΕΛΜ αμέσως μετά την αποκάλυψη, κάτι που επιβεβαιώνει το κενό του συστήματος.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι στην άτυπη βιομηχανική ζώνη της περιοχής υπάρχει αγωγός συνδεδεμένος με τον παρακηφίσιο συλλεκτήρα, που εξυπηρετεί άλλες βιοτεχνίες, ακόμη και βυρσοδεψεία, αλλά δεν φέρεται να έχει φτάσει έως τη μονάδα της Παπαδοπούλου. Μια οργανωμένη σύνδεση προϋποθέτει προεπεξεργασία, ροόμετρο, φρεάτιο δειγματοληψίας και συνεχείς αναλύσεις, δηλαδή το ίχνος που σήμερα λείπει από το σύστημα παρακολούθησης.

Τρύπια συστήματα ιχνηλάτησης


«Εργαλεία για να αποτρέπονται τέτοιες παράνομες διαθέσεις υπήρχαν, αλλά δεν τέθηκαν ποτέ σε πλήρη εφαρμογή. Είχε σχεδιαστεί σύστημα ιχνηλάτησης με GPS, κατάλληλο λογισμικό και ηλεκτρονική καταχώρηση κάθε φορτίου: από τη στιγμή της φόρτωσης, η οποία θα καταγραφόταν στο κινητό του οδηγού, μέχρι την άφιξη στην αδειοδοτημένη εγκατάσταση υποδοχής. Κάθε φορτίο θα έφερε μοναδικό αριθμό και θα μπορούσε να ελεγχθεί εκ των υστέρων ολόκληρη η διαδρομή του», αναφέρει αρμόδια πηγή.

Το σύστημα ολοκληρώθηκε πιλοτικά, σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ, χωρίς όμως να εφαρμοστεί. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, υπήρξαν αντιδράσεις από τον κλάδο των βυτιοφόρων, καθώς η πλήρης ιχνηλασιμότητα θα περιόριζε τις παράνομες διαθέσεις, αλλά και τη δυνατότητα απόκρυψης δρομολογίων και φορολογικών παραστατικών.

Ούτε όμως το Ηλεκτρονικό Μητρώο Αποβλήτων λειτούργησε καθώς η βασική αδυναμία του είναι ότι λειτουργεί συγκεντρωτικά και εκ των υστέρων: μια επιχείρηση μπορεί, για παράδειγμα, να δηλώσει την άνοιξη του 2026 τι διαχειρίστηκε συνολικά το 2025. Δεν αποτελεί εργαλείο ελέγχου σε πραγματικό χρόνο που να δείχνει ότι «το φορτίο φορτώθηκε τώρα, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση και παραδόθηκε σε αυτό τον αποδέκτη».

Το ζητούμενο, επομένως, είναι ένα ενιαίο σύστημα με μοναδική ψηφιακή ταυτότητα για κάθε φορτίο, GPS σε κάθε βυτιοφόρο, ηλεκτρονική σφράγιση στη φόρτωση και την εκφόρτωση, καταγραφή της ποσότητας, του είδους και της προέλευσης των αποβλήτων, καθώς και σύνδεση με τον αδειοδοτημένο αποδέκτη. Το σύστημα θα πρέπει να ενεργοποιεί αυτόματους συναγερμούς όταν ένα όχημα αποκλίνει από την προβλεπόμενη διαδρομή ή σταματά σε ύποπτο σημείο, όπως δίπλα σε ρέμα.

Ετσι, αν ένα βυτιοφόρο αντί να κινηθεί προς την εγκατάσταση επεξεργασίας σταματήσει κοντά στον Κηφισό, ο ελεγκτικός μηχανισμός δεν θα εξαρτάται από μια τυχαία καταγγελία ή τον επιτόπιο έλεγχο ενός επιθεωρητή που κινείται χωρίς επαρκή υποστήριξη. Θα έχει δεδομένα, άμεση ειδοποίηση και τη δυνατότητα να οργανώσει παρέμβαση την ώρα της παράβασης.



Δείτε φωτογραφίες:

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr