Μάνος Χατζιδάκις: Ο καθοριστικός ρόλος του έρωτα στη ζωή του, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων και το Όσκαρ που κατέληξε στα σκουπίδια

Μάνος Χατζιδάκις: Ο καθοριστικός ρόλος του έρωτα στη ζωή του, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων και το Όσκαρ που κατέληξε στα σκουπίδια

Συμπληρώνονται 101 χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη που χάρισε στο κοινό αριστουργήματα - Το Όσκαρ και οι παρεμβάσεις του για την παιδεία, την ελευθερία και τον φασισμό

Μάνος Χατζιδάκις: Ο καθοριστικός ρόλος του έρωτα στη ζωή του, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων και το Όσκαρ που κατέληξε στα σκουπίδια
Υπάρχουν συνθέτες που γράφουν τραγούδια και άλλοι που καταφέρνουν να δώσουν μουσική υπόκρουση στη ζωή γενεών. Ο Μάνος Χατζιδάκις ανήκε στη δεύτερη κατηγορία με μελωδίες που συνδέθηκαν με τον έρωτα, τη νοσταλγία, τη μοναξιά, την παιδική αθωότητα και την αγωνία ενός ανθρώπου που αναζητούσε την ομορφιά σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις.

Από το «Χάρτινο το Φεγγαράκι» και το «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» μέχρι τον «Κεμάλ», την «Αθανασία» και την «Οδό Ονείρων», ο σπουδαίος δημιουργός άφησε πίσω του τραγούδια που εξακολουθούν να συγκινούν. Ο Μάνος Χατζιδάκις, εκτός από χαρισματικός μουσικός ήταν και βαθιά πολιτικοποιημένος, ένας ανήσυχος διανοούμενος άνθρωπος που δεν δίσταζε να συγκρουστεί.

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη. Πατέρας του ήταν ο δικηγόρος Γεώργιος Χατζιδάκις, με καταγωγή από την Κρήτη και μητέρα του η Αλίκη Αρβανιτίδου από την Αδριανούπολη.

Η μουσική μπήκε στη ζωή του πολύ νωρίς. Σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών ξεκίνησε μαθήματα πιάνου, ενώ αργότερα ασχολήθηκε με το βιολί και το ακορντεόν.  Το 1932, μετά τον χωρισμό των γονιών του, μετακόμισε στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα και την αδελφή του. Έξι χρόνια αργότερα, το 1938, ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. Ο θάνατός του και οι οικονομικές δυσκολίες που ακολούθησαν, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ανάγκασαν τον νεαρό Μάνο να εργαστεί σε διάφορα επαγγέλματα. Υπήρξε φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, παγοπώλης στο εργοστάσιο Φιξ και βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, σύμφωνα με το finosfilm.com.

Για τη μητέρα του, στην οποία απέδιδε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, είχε πει πως του κληροδότησε «όλους τους γρίφους που από παιδί μ' απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα 'μουν ποιητής...».

Παράλληλα, συνέχισε τη μουσική του εκπαίδευση και ήρθε σε επαφή με προσωπικότητες που έμελλε να επηρεάσουν καθοριστικά την καλλιτεχνική του πορεία. Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Γιάννης Τσαρούχης.

Η πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτη πραγματοποιήθηκε το 1944, με τη μουσική για το θεατρικό έργο «Ο τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολομού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Ακολούθησαν δεκαετίες δημιουργίας, συνεργασιών και μουσικών αναζητήσεων που θα άλλαζαν τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν το τραγούδι.


Υπερασπίστηκε το ρεμπέτικο

Μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του Χατζιδάκι στην ελληνική μουσική πραγματοποιήθηκε το 1949, όταν σε ηλικία μόλις 23 ετών, έδωσε διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι στο Θέατρο Τέχνης.

Σε μια εποχή κατά την οποία το ρεμπέτικο αντιμετωπιζόταν από σημαντικό μέρος της κοινωνίας με προκατάληψη, ο νεαρός συνθέτης αναγνώρισε την καλλιτεχνική του αξία και υποστήριξε τη θέση του μέσα στην ελληνική μουσική παράδοση.

Κλείσιμο
Η αγάπη του για το λαϊκό τραγούδι δεν περιοριζόταν σε θεωρητικές αναλύσεις. Ο ίδιος επισκεπτόταν τα στέκια των ρεμπετών και ερχόταν σε άμεση επαφή με τον κόσμο τους.

Ο Χατζιδάκις κατάφερε να συνδέσει με έναν ιδιαίτερο τρόπο τη λόγια μουσική με το λαϊκό στοιχείο, δημιουργώντας μια νέα γλώσσα που μπορούσε να συνομιλεί ταυτόχρονα με την ελληνική παράδοση και τα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και για τις επόμενες δεκαετίες, ο Χατζιδάκις συνέθεσε μουσική για εκατοντάδες τραγούδια, θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές παραγωγές, δημιουργώντας έναν κόσμο γεμάτο λυρισμό, ποίηση και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα.

Το «Χάρτινο το Φεγγαράκι», που γράφτηκε το 1949 για την παράσταση «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς στο Θέατρο Τέχνης, έμελλε να γίνει ένα από τα πιο αγαπημένα ελληνικά τραγούδια. Ακολούθησαν δημιουργίες όπως το «Πάμε μια Βόλτα στο Φεγγάρι», το «Μην τον Ρωτάς τον Ουρανό», το «Κάπου Υπάρχει η Αγάπη μου», το «Μια πόλη Μαγική» και το «Ο Κυρ Αντώνης», τραγούδια που συνδέθηκαν με τη μουσική ταυτότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Στην ίδια σημαντική δημιουργική περίοδο ανήκει και το «Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι», από την ταινία «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, με τη Μελίνα Μερκούρη.

Μελίνα Μερκούρη - "Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι"

Το 1962 παρουσίασε τη μουσικοθεατρική παράσταση «Οδός Ονείρων», μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της καλλιτεχνικής του διαδρομής, στην οποία η μουσική συνυπήρχε με την ποίηση, το θέατρο και τη νοσταλγία. Στα μεγάλα έργα του περιλαμβάνονται επίσης η «Μυθολογία», τα «Παράλογα», η «Αθανασία», η «Εποχή της Μελισσάνθης», το «Παραμύθι χωρίς όνομα» και η «Πορνογραφία».

Ιδιαίτερα αγαπημένα παραμένουν ακόμη ο «Κεμάλ», το «Το τρένο φεύγει στις Οκτώ», το «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης», το «Η μικρή Ραλλού», ο «Γιάννης ο φονιάς» και το «Το αστέρι του Βοριά». Πολλά από αυτά τα τραγούδια δεν μιλούσαν μόνο για τον έρωτα, αλλά και για την απώλεια, τη μνήμη, την κοινωνική αδικία και την ανθρώπινη μοναξιά.

Ταυτόχρονα, στο έργο του Χατζιδάκι ο έρωτας δεν παρουσιάζεται πάντοτε ως ευτυχία. Είναι συχνά προσμονή, απουσία, απώλεια, επιθυμία και μια διαρκής αναζήτηση του ανέφικτου.

Ο ίδιος είχε εκφράσει με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο τη σημασία που απέδιδε στον έρωτα: «Αν ξαναρχόμουνα στον κόσμο θα ήταν για να κάνω έρωτα και για το μόνο που θα λυπηθώ όταν θα φύγω, θα ΄ναι για τον έρωτα που θα χάσω».


Μια μελωδία που δεν χρειάστηκε λόγια

Ξεχωριστή θέση στο έργο του κατέχει και το «Βαλς των χαμένων ονείρων», η ορχηστρική σύνθεση που έγραψε το 1961 για την κινηματογραφική ταινία «Χαμένα Όνειρα» του Αλέκου Σακελλάριου, με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και την Αντιγόνη Βαλάκου.

Μια μελωδία γεμάτη μελαγχολία, νοσταλγία και τρυφερότητα, που κατάφερε να αποτυπώσει χωρίς ούτε μία λέξη τη θλίψη για όσα χάθηκαν, τις προσδοκίες που διαψεύστηκαν και τα όνειρα που έμειναν ανεκπλήρωτα ενώ έξι δεκαετίες μετά τη δημιουργία της εξακολουθεί να συγκινεί.

Το βαλς των χαμένων ονείρων - Μάνος Χατζιδάκις

«Το Χαμόγελο της Τζοκόντας» και ο «Μεγάλος Ερωτικός»

Το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές της ορχηστρικής δημιουργίας του Χατζιδάκι. Το έργο ηχογραφήθηκε το 1965 στη Νέα Υόρκη, σε παραγωγή του μουσικού και παραγωγού Κουίνσι Τζόουνς, και γνώρισε διεθνή επιτυχία. Πίσω από τις ορχηστρικές συνθέσεις κρύβεται μια κοινή θεματική: η μοναξιά του ανθρώπου μέσα στη σύγχρονη μεγαλούπολη, με επίκεντρο τη γυναικεία μορφή.

«Τα δέκα αυτά τραγούδια γράφτηκαν μ’ ένα συγκερασμό απελπισίας και αναμνήσεων. Το θέμα είναι η γυναίκα έρημη μες τη μεγάλη πόλη. Το κάθε τραγούδι είναι κι ένας μονόλογός της, κι όλα μαζί συνθέτουν την ιστορία της. Μια ιστορία σύγχρονη και παλιά μαζί»: με αυτά τα λόγια έκλεινε ο Μάνος Χατζιδάκις το σημείωμά του στην πρώτη έκδοση Χαμόγελου της Τζοκόντας, σύμφωνα με την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1972, ο Χατζιδάκις δημιούργησε τον «Μεγάλο Ερωτικό», έναν εμβληματικό κύκλο τραγουδιών που έφερε κοντά ποιητικά κείμενα διαφορετικών εποχών. Μελοποίησε, μεταξύ άλλων, Σαπφώ, Κωνσταντίνο Καβάφη, Οδυσσέα Ελύτη, Διονύσιο Σολωμό, Νίκο Γκάτσο και Μυρτιώτισσα. Τα τραγούδια ερμήνευσαν η Φλέρυ Νταντωνάκη και ο Δημήτρης Ψαριανός. Ο ίδιος περιέγραφε τον «Μεγάλο Ερωτικό» ως έναν φανταστικό, αιώνια νέο θεό, που συνοδεύει τον άνθρωπο σε ολόκληρη τη ζωή του.

Στο σημείωμα του δίσκου ξεκαθάριζε ότι με τα τραγούδια επιδίωκε να απευθυνθεί στην κρυφή ευαισθησία των ανθρώπων και στο βαθύτερο αίσθημα της ανθρώπινης επικοινωνίας. Ήταν μια διαφορετική προσέγγιση στον έρωτα:

«Ο Μεγάλος Ερωτικός είναι ένας λαϊκός θεός, που ζει στη φαντασία μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε, ίσαμε να πεθάνουμε, όμορφος, εφηβικός και αδιάκοπα ζωντανός. Ο Μεγάλος Ερωτικός δε φοράει γραφικά τοπικά ρούχα. Φοράει τα δικά του που συνθέτουν δύσκολους συνδυασμούς ήχων, ανάλαφρων χρωμάτων και ποιητικών ονείρων. Δεν περιέχει μηνύματα που εύκολα τα σβήνουν οι βροχές, δεν αντιστέκεται. Με τα τραγούδια αυτά αποτείνομαι στην πιο κρυφή ευαισθησία των νέων ανθρώπων κάθε ηλικίας κι όχι στους εφήμερους κι ανεξέλεγκτους ερεθισμούς τους. Τα τραγούδια αυτά δεν είναι αισθησιακά. Λειτουργούν πέρ’ απ’ την πράξη, στο βαθύ αίσθημα που χαρακτηρίζει οποιαδήποτε σχέση, κάθε μορφής, αρκεί να περιέχει τις προϋποθέσεις γι’ ανθρώπινη επικοινωνία».


Το Όσκαρ για «Τα Παιδιά του Πειραιά» και ο κινηματογράφος

Το 1961, ο Μάνος Χατζιδάκις κατέκτησε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για τα «Παιδιά του Πειραιά», που είχε γράψει για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν, με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη. Η επιτυχία του τραγουδιού υπήρξε τεράστια.

Η μελωδία ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, ηχογραφήθηκε σε πολλές γλώσσες και συνέβαλε στη διεθνή αναγνωρισιμότητα του Έλληνα συνθέτη.

Ωστόσο ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο βραβείο το οποίο δεν πήγε να παραλάβει ποτέ και το έστειλαν σπίτι του. Αλλά μία ημέρα είχε εκνευριστεί και το πέταξε στα σκουπίδια, όπως έγραφε το Πρώτο Θέμα. 

Της βράβευσης ακολούθησε η παραμονή του συνθέτη στη Νέα Υόρκη, από το 1966 έως το 1972, κατά την οποία ήρθε σε επαφή με νέα μουσικά ρεύματα, συνεργάστηκε με το συγκρότημα New York Rock & Roll Ensemble και συμμετείχε σε διεθνείς παραγωγές.

Μελίνα Μερκούρη - Τα Παιδιά του Πειραιά

Η σχέση του με τον κινηματογράφο υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική. Σύμφωνα με το finosfilm.com η πρώτη μουσική που συνέθεσε για τον κινηματογράφο ήταν το 1946 για την ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι» σε σκηνοθεσία Βίων Παπαμιχάλη και πρωταγωνίστρια, σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση, την Έλλη Λαμπέτη. Η συνεργασία του με την Φίνος Φιλμ ξεκίνησε το 1951 με τη μουσική της ταινίας «Νεκρή Πολιτεία», συνέχεια είχε «Η Αγνή του Λιμανιού» (1952) και το 1955 γνώρισε τεράστια επιτυχία με το τραγούδι «Γαρύφαλλο στ’ Αυτί» από την ταινία «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» του Αλέκου Σακελλάριου.

Το 1959 ο Χατζιδάκις, όταν εκλήθη να γράψει τη μουσική για τα τραγούδια της ταινίας «Το Ξύλο Βγήκε απ’τον Παράδεισο» στους ρυθμούς της τσα-τσα-τσα, δεν γνώριζε το συγκεκριμένο μουσικό είδος. Για αυτό τον λόγο, είχε ζητήσει να ακούσει κάποιες άλλες παρόμοιες επιτυχίες της εποχής για να εμπνευστεί. Τα δύο τραγούδια της ταινίας, «Το Γκρίζο Γατί» (νιάου βρε γατούλα) και «Έχω ένα Μυστικό» κυκλοφόρησαν σε singles και έγιναν ανάρπαστα, πουλώντας κοντά στα 100.000 αντίτυπα, γεγονός το οποίο αποτελεί σταθμό στην ελληνική δισκογραφία, αφού απονεμήθηκε ο πρώτος χρυσός δίσκος στην Ελλάδα από τον διευθυντή της ολλανδικής δισκογραφικής εταιρίας «Philips», όπως αναφέρει η Finos Film.

Νιάου βρε γατούλα Το γκρίζο γατί Αλίκη Βουγιουκλάκη lyrics

Λίγο πριν τα γυρίσματα της «Μανταλένας» (1960), ο Μάνος Χατζιδάκις έστειλε στην Αλίκη Βουγιουκλάκη τα τραγούδια «Θάλασσα Πλατιά» και «Μεσα σ’αυτή τη Βάρκα», γραμμένα σε μαγνητοταινία με τη φωνή της Νανάς Μούσχουρη. Το αρχικό γύρισμα έγινε με τα πρωτότυπα τραγούδια και όταν επέστρεψαν στην Αθήνα αντικαταστάθηκε η φωνή της Νανάς Μούσχουρη με της ηθοποιού.

Το 1960 απέσπασε βραβείο για την μουσική του στην ταινία «Το Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.


Ποιητικά τραγούδια

Από τις σημαντικότερες σχέσεις στη ζωή του Χατζιδάκι υπήρξε εκείνη με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο. Οι δύο δημιουργοί συνδέθηκαν με μακροχρόνια καλλιτεχνική συνεργασία, η οποία χάρισε στο ελληνικό τραγούδι ορισμένες από τις σημαντικότερες στιγμές του. Ο ποιητικός κόσμος του Γκάτσου συναντήθηκε με τη μουσική ευαισθησία του Χατζιδάκι σε τραγούδια όπως ο «Κεμάλ», ο «Γιάννης ο Φονιάς», ο «Εφιάλτης της Περσεφόνης», η «Πλατυτέρα των Ουρανών» και πολλά ακόμη.

Σημαντική υπήρξε και η συνεργασία του με τη Νάνα Μούσχουρη, την οποία γνώρισε το 1959 και η οποία αναδείχθηκε σε μία από τις βασικές ερμηνεύτριες των τραγουδιών του. Το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Α΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του Ελληνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας το 1959, με ερμηνεύτρια τη Μούσχουρη. Ο Χατζιδάκις συνεργάστηκε επίσης με ερμηνευτές όπως η Μελίνα Μερκούρη, η Φλέρυς Νταντωνάκη, ο Δημήτρης Ψαριανός, ο Μανώλης Μητσιάς, η Μαρία Φαραντούρη και πολλοί ακόμη.

Δασκάλα κατηγορείται για ισλαμική προπαγάνδα μέσω του «Κεμάλ» του Χατζιδάκι

Ξεχωριστή υπήρξε και η φιλία του με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Μάνος Χατζιδάκις συνδέονταν με μια βαθιά, πολυετή φιλία με τον Μίκη Θεοδωράκη, υπήρχε αμοιβαίος θαυμασμός αλλά και έντονες καλλιτεχνικές και πολιτικές διαφωνίες. Παρότι συχνά παρουσιάζονταν ως αντίπαλοι, στην πραγματικότητα διατηρούσαν έναν ιδιαίτερο προσωπικό δεσμό.

Μάνος Χατζιδάκις: Ο καθοριστικός ρόλος του έρωτα στη ζωή του, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων και το Όσκαρ που κατέληξε στα σκουπίδια

Από το Τρίτο Πρόγραμμα στην Ορχήστρα των Χρωμάτων

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν περιορίστηκε στη δημιουργία μουσικής. Επιδίωξε να διαμορφώσει και τους θεσμούς μέσα από τους οποίους ο πολιτισμός θα έφτανε στο κοινό. Το 1975 ανέλαβε τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, μετατρέποντάς το σε έναν χώρο πολιτισμού, πειραματισμού και δημιουργικής ελευθερίας.

Η περίοδος της διεύθυνσής του, έως το 1981, συνδέθηκε με πρωτότυπες εκπομπές, νέους δημιουργούς και μια διαφορετική αντίληψη για τη δημόσια ραδιοφωνία. Στα χρόνια που ακολούθησαν οργάνωσε πολιτιστικές διοργανώσεις, ανέδειξε νέους καλλιτέχνες και ίδρυσε το 1985 τη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος».

Το 1989 δημιούργησε την Ορχήστρα των Χρωμάτων, με την οποία επιδίωξε να παρουσιάσει στο ελληνικό κοινό σημαντικά έργα κλασικής και σύγχρονης μουσικής, πέρα από τα καθιερωμένα όρια του συμφωνικού ρεπερτορίου. Για τον Χατζιδάκι, η πρόσβαση στην τέχνη αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο της παιδείας. Δεν αρκούσε να παράγονται σημαντικά έργα· έπρεπε να δημιουργούνται και οι συνθήκες ώστε να μπορεί το κοινό να τα γνωρίσει.


«Βιομηχανικά κατασκευάσματα»

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ένας από τους πιο ανεξάρτητους και αιχμηρούς δημόσιους ομιλητές της εποχής του. Δεν δίσταζε να επικρίνει την εμπορευματοποίηση της μουσικής, τη μαζική κατανάλωση και την υποβάθμιση του πολιτισμού. Σε συνέντευξή του το 1989 χαρακτήρισε ορισμένα εμπορικά τραγούδια «βιομηχανικά κατασκευάσματα στα μέτρα των δυνατοτήτων του κόσμου», διαχωρίζοντάς τα από τα τραγούδια που, όπως έλεγε, «εκφράζουν και αποκαλύπτουν», σύμφωνα με την ΕΡΤ. Για τον ίδιο η τέχνη δεν έπρεπε να περιορίζεται στην ψυχαγωγία. Είχε την υποχρέωση να θέτει ερωτήματα, να καλλιεργεί την ευαισθησία και να αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.


Η προειδοποίηση για τον φασισμό

Μία από τις σημαντικότερες δημόσιες παρεμβάσεις του πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1993, όταν η Ορχήστρα των Χρωμάτων έδωσε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών συναυλία διαμαρτυρίας κατά του φασισμού. Στο κείμενο που συνόδευε το πρόγραμμα της συναυλίας, ο Χατζιδάκις κατέθεσε έναν έντονο προβληματισμό για τον φασισμό, τον ρατσισμό, την ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά και το πώς καταπολεμάτε:

«Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται. Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες».

Ο Χατζιδάκις αντιμετώπιζε τον φασισμό όχι μόνο ως πολιτικό φαινόμενο, αλλά και ως έκφραση του φόβου, της παθητικότητας και της έλλειψης ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας.

Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε στις 15 Ιουνίου 1994, στην Αθήνα, σε ηλικία 68 ετών. Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στην Παιανία. Άφησε πίσω του ένα τεράστιο έργο για τον κινηματογράφο, το θέατρο, το τραγούδι και τη συμφωνική μουσική. Άφησε όμως και κάτι ακόμη: μια ξεχωριστή αντίληψη για τον ρόλο της τέχνης και την ευθύνη του δημιουργού απέναντι στην κοινωνία. Άλλωστε ο ίδιος έλεγε:  «Αδιαφορώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη και όχι εγώ».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης