Ο
Άλαν Γκρίνσπαν δεν υπήρξε απλώς ένας ακόμη πρόεδρος της
Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, υπήρξε για σχεδόν δύο δεκαετίες ο άνθρωπος για τον οποίο οι αγορές έτρεχαν πριν ακόμη ολοκληρώσει τη φράση του. Ο
κεντρικός τραπεζίτης που μπορούσε με μια λέξη να μετακινήσει κεφάλαια, δείκτες και προσδοκίες. Ο τεχνοκράτης που έζησε την αποθέωση της αμερικανικής οικονομικής ηγεμονίας, αλλά και την αρχή της μεγάλης αμφισβήτησής της.
Πέθανε σε ηλικία 100 ετών, έπειτα από επιπλοκές της
νόσου Πάρκινσον, σύμφωνα με τη σύζυγό του, την έμπειρη δημοσιογράφο του NBC Άντρεα Μίτσελ. Εκείνη τον περιέγραψε ως «έναν γίγαντα» που διαμόρφωσε την αμερικανική οικονομία επί δεκαετίες, υπό προέδρους και των δύο κομμάτων, αλλά και ως άνθρωπο που είχε την εντιμότητα να αναγνωρίζει τα λάθη του.
Αυτό ακριβώς είναι και το παράδοξο της υστεροφημίας του. Ο Γκρίνσπαν υπήρξε ο «μαέστρος» της
μεγάλης αμερικανικής ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρξε και ο άνθρωπος που, στα μάτια των επικριτών του, άφησε τις αγορές να πιστέψουν πως μπορούν να αυτορυθμίζονται χωρίς όρια. Η ίδια φιλοσοφία που τον έκανε σύμβολο εμπιστοσύνης στη
Wall Street, έγινε μετά το 2008 το κέντρο της κατηγορίας εναντίον του.
Από την τζαζ στην οικονομία
Ο Άλαν Γκρίνσπαν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 6 Μαρτίου 1926. Δεν ξεκίνησε ως οικονομολόγος.
Σπούδασε κλαρινέτο στη φημισμένη Σχολή Τζούλιαρντ και έπαιξε σε ορχήστρα μαζί με τον θρυλικό σαξοφωνίστα της τζαζ Σταν Γκετζ. Περιόδευσε στις ΗΠΑ με μπάντες της εποχής, ζώντας από κοντά έναν διαφορετικό, πρακτικό κόσμο οικονομίας: εισπράξεις, μετακινήσεις, κόστη, μισθούς, συμβόλαια.
Εκεί όπου άλλοι μουσικοί ζούσαν τη νύχτα, ο Γκρίνσπαν διάβαζε
οικονομικά και κρατούσε τα
λογιστικά της μπάντας. Στα 19 του γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Από εκεί ξεκίνησε η διαδρομή του προς τον κόσμο των αριθμών, των αγορών και της πολιτικής εξουσίας.
Η γνωριμία του το 1952 με την Άιν Ραντ, τη συγγραφέα και φιλόσοφο του
ακραίου ατομικισμού, τον επηρέασε βαθιά. Ο νεαρός Γκρίνσπαν γοητεύτηκε από την ιδέα ότι η κοινωνία λειτουργεί καλύτερα όταν τα άτομα επιδιώκουν ανοιχτά το προσωπικό τους συμφέρον. Η δυσπιστία του απέναντι στο κράτος, στη ρύθμιση και στο κοινωνικό κράτος δεν ήταν τεχνική λεπτομέρεια. Ήταν κοσμοθεωρία.
Το 1966 έγραφε ότι το «κράτος πρόνοιας» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μηχανισμός μέσω του οποίου οι κυβερνήσεις αφαιρούν πλούτο από τα παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Αυτή η φράση δεν εξηγεί όλο τον Γκρίνσπαν. Εξηγεί όμως τον πυρήνα της διαδρομής του.
Ο άνθρωπος των προέδρων
Πριν γίνει ο ισχυρότερος
κεντρικός τραπεζίτης της εποχής του, ο Γκρίνσπαν πέρασε από την πολιτική αυλή των Ρεπουμπλικανών. Συμβούλευσε τον
Ρίτσαρντ Νίξον στην προεκλογική εκστρατεία του 1968 και αργότερα ανέλαβε επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων. Για τον Νίξον θα γράψει αργότερα με σκληρότητα, χαρακτηρίζοντάς τον παρανοϊκό, μισάνθρωπο και κυνικό.
Η ικανότητά του όμως να κινείται μέσα στα οικονομικά δεδομένα και να διαβάζει τον πληθωρισμό τον έκανε χρήσιμο σε διαδοχικές κυβερνήσεις. Ο
Τζέραλντ Φορντ τον κράτησε στο Συμβούλιο Οικονομικών Συμβούλων. Ο
Ρόναλντ Ρέιγκαν του ανέθεσε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ρόλο στη μεταρρύθμιση του αμερικανικού ασφαλιστικού συστήματος.
Τον Αύγουστο του 1987 ο Ρέιγκαν τον τοποθέτησε στην προεδρία της Federal Reserve. Από εκείνη τη στιγμή και για σχεδόν είκοσι χρόνια, ο Γκρίνσπαν έγινε ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους του πλανήτη.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία
Η θητεία του ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μέσα σε κρίση. Τον Οκτώβριο του 1987, το
χρηματιστήριο κατέρρευσε. Οι
μετοχές βυθίστηκαν, οι αγορές πάγωσαν και το σύστημα έψαχνε στήριγμα. Ο Γκρίνσπαν το πρόσφερε με τον τρόπο που αργότερα θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του: διαβεβαίωση, ρευστότητα, χαμηλότερο κόστος χρήματος, στήριξη των τραπεζών.
Η παρέμβασή του θεωρήθηκε επιτυχημένη. Οι αγορές ηρέμησαν. Η
Fed έδειξε πως θα στεκόταν πίσω από το σύστημα όταν αυτό έφτανε στα όριά του. Αυτή η αντίληψη θα γινόταν αργότερα γνωστή ως «Greenspan put»: η πεποίθηση ότι η κεντρική τράπεζα θα έσωζε τις αγορές κάθε φορά που εκείνες θα έπεφταν πολύ χαμηλά.
Για τους υποστηρικτές του, αυτή ήταν ψυχραιμία. Για τους επικριτές του, ήταν η πρώτη μεγάλη πρόσκληση στην υπερβολή.