Ποιός ηταν ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο αρχιτέκτονας της σύγχρονης αμερικανικής οικονομίας που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή

Ποιός ηταν ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο αρχιτέκτονας της σύγχρονης αμερικανικής οικονομίας που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή

Για σχεδόν 20 χρόνια βρισκόταν στο κέντρο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος - Ο πρώην πρόεδρος της Fed πέθανε στα 100 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά ισχύος, ανάπτυξης, αλλά και βαριάς αμφισβήτησης μετά την κρίση του 2008

Ποιός ηταν ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο αρχιτέκτονας της σύγχρονης αμερικανικής οικονομίας που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή
Ο Άλαν Γκρίνσπαν δεν υπήρξε απλώς ένας ακόμη πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, υπήρξε για σχεδόν δύο δεκαετίες ο άνθρωπος για τον οποίο οι αγορές έτρεχαν πριν ακόμη ολοκληρώσει τη φράση του. Ο κεντρικός τραπεζίτης που μπορούσε με μια λέξη να μετακινήσει κεφάλαια, δείκτες και προσδοκίες. Ο τεχνοκράτης που έζησε την αποθέωση της αμερικανικής οικονομικής ηγεμονίας, αλλά και την αρχή της μεγάλης αμφισβήτησής της.

Πέθανε σε ηλικία 100 ετών, έπειτα από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον, σύμφωνα με τη σύζυγό του, την έμπειρη δημοσιογράφο του NBC Άντρεα Μίτσελ. Εκείνη τον περιέγραψε ως «έναν γίγαντα» που διαμόρφωσε την αμερικανική οικονομία επί δεκαετίες, υπό προέδρους και των δύο κομμάτων, αλλά και ως άνθρωπο που είχε την εντιμότητα να αναγνωρίζει τα λάθη του.

Αυτό ακριβώς είναι και το παράδοξο της υστεροφημίας του. Ο Γκρίνσπαν υπήρξε ο «μαέστρος» της μεγάλης αμερικανικής ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρξε και ο άνθρωπος που, στα μάτια των επικριτών του, άφησε τις αγορές να πιστέψουν πως μπορούν να αυτορυθμίζονται χωρίς όρια. Η ίδια φιλοσοφία που τον έκανε σύμβολο εμπιστοσύνης στη Wall Street, έγινε μετά το 2008 το κέντρο της κατηγορίας εναντίον του.


Από την τζαζ στην οικονομία

Ο Άλαν Γκρίνσπαν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 6 Μαρτίου 1926. Δεν ξεκίνησε ως οικονομολόγος. Σπούδασε κλαρινέτο στη φημισμένη Σχολή Τζούλιαρντ και έπαιξε σε ορχήστρα μαζί με τον θρυλικό σαξοφωνίστα της τζαζ Σταν Γκετζ. Περιόδευσε στις ΗΠΑ με μπάντες της εποχής, ζώντας από κοντά έναν διαφορετικό, πρακτικό κόσμο οικονομίας: εισπράξεις, μετακινήσεις, κόστη, μισθούς, συμβόλαια.

Εκεί όπου άλλοι μουσικοί ζούσαν τη νύχτα, ο Γκρίνσπαν διάβαζε οικονομικά και κρατούσε τα λογιστικά της μπάντας. Στα 19 του γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Από εκεί ξεκίνησε η διαδρομή του προς τον κόσμο των αριθμών, των αγορών και της πολιτικής εξουσίας.

Η γνωριμία του το 1952 με την Άιν Ραντ, τη συγγραφέα και φιλόσοφο του ακραίου ατομικισμού, τον επηρέασε βαθιά. Ο νεαρός Γκρίνσπαν γοητεύτηκε από την ιδέα ότι η κοινωνία λειτουργεί καλύτερα όταν τα άτομα επιδιώκουν ανοιχτά το προσωπικό τους συμφέρον. Η δυσπιστία του απέναντι στο κράτος, στη ρύθμιση και στο κοινωνικό κράτος δεν ήταν τεχνική λεπτομέρεια. Ήταν κοσμοθεωρία.

Το 1966 έγραφε ότι το «κράτος πρόνοιας» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μηχανισμός μέσω του οποίου οι κυβερνήσεις αφαιρούν πλούτο από τα παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Αυτή η φράση δεν εξηγεί όλο τον Γκρίνσπαν. Εξηγεί όμως τον πυρήνα της διαδρομής του.


Ο άνθρωπος των προέδρων

Πριν γίνει ο ισχυρότερος κεντρικός τραπεζίτης της εποχής του, ο Γκρίνσπαν πέρασε από την πολιτική αυλή των Ρεπουμπλικανών. Συμβούλευσε τον Ρίτσαρντ Νίξον στην προεκλογική εκστρατεία του 1968 και αργότερα ανέλαβε επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων. Για τον Νίξον θα γράψει αργότερα με σκληρότητα, χαρακτηρίζοντάς τον παρανοϊκό, μισάνθρωπο και κυνικό.

Η ικανότητά του όμως να κινείται μέσα στα οικονομικά δεδομένα και να διαβάζει τον πληθωρισμό τον έκανε χρήσιμο σε διαδοχικές κυβερνήσεις. Ο Τζέραλντ Φορντ τον κράτησε στο Συμβούλιο Οικονομικών Συμβούλων. Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν του ανέθεσε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ρόλο στη μεταρρύθμιση του αμερικανικού ασφαλιστικού συστήματος.

Κλείσιμο
Τον Αύγουστο του 1987 ο Ρέιγκαν τον τοποθέτησε στην προεδρία της Federal Reserve. Από εκείνη τη στιγμή και για σχεδόν είκοσι χρόνια, ο Γκρίνσπαν έγινε ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους του πλανήτη.


Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία

Η θητεία του ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μέσα σε κρίση. Τον Οκτώβριο του 1987, το χρηματιστήριο κατέρρευσε. Οι μετοχές βυθίστηκαν, οι αγορές πάγωσαν και το σύστημα έψαχνε στήριγμα. Ο Γκρίνσπαν το πρόσφερε με τον τρόπο που αργότερα θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του: διαβεβαίωση, ρευστότητα, χαμηλότερο κόστος χρήματος, στήριξη των τραπεζών.

Η παρέμβασή του θεωρήθηκε επιτυχημένη. Οι αγορές ηρέμησαν. Η Fed έδειξε πως θα στεκόταν πίσω από το σύστημα όταν αυτό έφτανε στα όριά του. Αυτή η αντίληψη θα γινόταν αργότερα γνωστή ως «Greenspan put»: η πεποίθηση ότι η κεντρική τράπεζα θα έσωζε τις αγορές κάθε φορά που εκείνες θα έπεφταν πολύ χαμηλά.

Για τους υποστηρικτές του, αυτή ήταν ψυχραιμία. Για τους επικριτές του, ήταν η πρώτη μεγάλη πρόσκληση στην υπερβολή.


Η χρυσή δεκαετία και η φράση που έμεινε

Ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος τον ανανέωσε, αν και αργότερα θεώρησε ότι η αργή ανάκαμψη της οικονομίας του κόστισε την επανεκλογή. Ο Μπιλ Κλίντον, Δημοκρατικός πρόεδρος, έκανε κάτι που τότε ξάφνιασε: κράτησε στη Fed έναν σκληρό μονεταριστή με ρεπουμπλικανικές ρίζες.

Η επιλογή δικαιώθηκε πολιτικά. Η αμερικανική οικονομία γνώρισε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 μια περίοδο ισχυρής ανάπτυξης, χαμηλής ανεργίας, τεχνολογικής έκρηξης και διεθνούς οικονομικής αυτοπεποίθησης. Ο Γκρίνσπαν έγινε το πρόσωπο αυτής της εποχής. Ο άνθρωπος που φαινόταν να γνωρίζει πότε να σφίξει και πότε να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική.

Το 1996, όμως, χρησιμοποίησε δύο λέξεις που έμειναν στην οικονομική ιστορία: «irrational exuberance» - παράλογη ευφορία. Ήταν η προειδοποίησή του για την υπερβολική αποτίμηση των αγορών. Το πρόβλημα, όπως θα έλεγαν αργότερα οι επικριτές του, ήταν ότι προειδοποίησε, αλλά δεν σταμάτησε τη φούσκα.

Η dot-com έκρηξη τροφοδοτήθηκε από την πίστη ότι η τεχνολογία είχε καταργήσει τους παλιούς κανόνες. Όταν η φούσκα έσκασε το 2000, η Fed απάντησε ξανά με επιθετικές μειώσεις επιτοκίων. Ο Γκρίνσπαν έσωζε την οικονομία από την ύφεση. Αλλά, για πολλούς, έστρωνε ταυτόχρονα τον δρόμο για την επόμενη φούσκα.


Η 11η Σεπτεμβρίου και το φθηνό χρήμα

Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ο Γκρίνσπαν μείωσε δραστικά τα επιτόκια για να στηρίξει την αμερικανική οικονομία. Εκείνη τη στιγμή η απόφαση έμοιαζε αναγκαία. Η χώρα είχε δεχθεί τρομοκρατικό πλήγμα, η αβεβαιότητα ήταν τεράστια και οι αγορές χρειάζονταν άμεση στήριξη.

Το φθηνό χρήμα, όμως, κράτησε πολύ. Η στεγαστική αγορά πήρε φωτιά. Οι τράπεζες δάνειζαν όλο και πιο επιθετικά. Τα σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα πολλαπλασιάστηκαν. Τα στεγαστικά χαμηλής πιστοληπτικής ποιότητας -τα subprime- έγιναν μέρος ενός συστήματος που έδειχνε αποδοτικό όσο οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν.

Όταν η αγορά κατοικίας άρχισε να γυρίζει, η ψευδαίσθηση κατέρρευσε. Η κρίση του 2008 δεν ξέσπασε επί των ημερών του στην προεδρία της Fed. Όμως η σκιά της έπεσε πάνω του. Οι πολιτικές χαμηλών επιτοκίων, η πίστη στην αυτορρύθμιση και η δυσπιστία απέναντι στην εποπτεία των τραπεζών έγιναν τα τρία βασικά σημεία της κατηγορίας.


Η παραδοχή του λάθους

Το 2008, ενώπιον του Κογκρέσου, ο Γκρίνσπαν έκανε κάτι σπάνιο για άνθρωπο τέτοιας ισχύος. Αναγνώρισε ότι είχε βρει ένα «ελάττωμα» στη δική του θεώρηση. Είχε πιστέψει ότι οι τράπεζες, επειδή θα προστάτευαν το ίδιο τους το συμφέρον, θα αυτορυθμίζονταν. Η πραγματικότητα τον διέψευσε.

Η παραδοχή αυτή δεν έσωσε πλήρως την υστεροφημία του. Την έκανε όμως πιο σύνθετη. Ο Γκρίνσπαν δεν έμεινε στην ιστορία μόνο ως ο τεχνοκράτης που έπεσε έξω. Έμεινε και ως ο άνθρωπος που αναγκάστηκε, δημόσια, να αναμετρηθεί με τα όρια μιας ιδεολογίας την οποία είχε υπηρετήσει σχεδόν σε όλη του τη ζωή.


Η κληρονομιά του

Ο Άλαν Γκρίνσπαν θα μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο επιδραστικές οικονομικές προσωπικότητες του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα. Υπηρέτησε υπό Ρόναλντ Ρέιγκαν, Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Μπους τον νεότερο. Έγινε σύμβολο θεσμικής συνέχειας σε μια χώρα που άλλαζε πολιτικά, αλλά ζητούσε σταθερότητα στο χρήμα.

Η πορεία του ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Ήταν ο κεντρικός τραπεζίτης της ανάπτυξης και ο προάγγελος της απορρύθμισης. Ο άνθρωπος που κατεύνασε τις αγορές το 1987 και ο άνθρωπος που κατηγορήθηκε ότι τις άφησε να πιστέψουν πως δεν θα πληρώσουν ποτέ το κόστος του ρίσκου. Ο τεχνοκράτης που απέφευγε τη δημοσιότητα, αλλά έγινε σχεδόν μυθική φιγούρα της Wall Street.

Στα τελευταία του χρόνια παρέμεινε ενεργός σχολιαστής. Επέκρινε τον λαϊκισμό της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ, χαρακτήρισε το Brexit τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη για τη Βρετανία και συνέχισε να παρεμβαίνει σε οικονομικές συζητήσεις ακόμη και στα βαθιά του γεράματα.

Η ιστορία θα τον θυμάται με διπλό τρόπο. Για τους θαυμαστές του, ήταν ο άνθρωπος που κράτησε όρθια την αμερικανική οικονομία σε μια εποχή μεγάλων μετασχηματισμών. Για τους επικριτές του, ήταν ο άνθρωπος που πίστεψε υπερβολικά στις αγορές και είδε πολύ αργά το τίμημα αυτής της πίστης.

Ίσως αυτή να είναι και η πιο ακριβής αποτίμηση. Ο Άλαν Γκρίνσπαν δεν ήταν απλώς ο φύλακας της αμερικανικής οικονομίας. Ήταν ο καθρέφτης μιας ολόκληρης εποχής: της εποχής που πίστεψε ότι η αγορά γνωρίζει πάντα καλύτερα - μέχρι τη στιγμή που η ίδια η αγορά απέδειξε ότι μπορεί να καταστρέψει όσα υποτίθεται πως θα προστάτευε.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης