Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε χθες, Τετάρτη, από ομοσπονδιακό δικαστή να απορρίψει την ποινική υπόθεση εναντίον της
Halkbank, λέγοντας ότι δεν έχει πρόθεση να ασκήσει δικαστικές διώξεις σε βάρος αυτής της κρατικής τουρκικής τράπεζας.
Δικηγόρος της Halkbank δεν απάντησε αμέσως σε αίτημα για σχόλιο.
Η χθεσινή ανακοίνωση έγινε αφού η Halkbank και η αμερικανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση συμφώνησαν το Μάρτιο να βάλουν τέλος στη μακροχρόνια ποινική υπόθεση. Η διευθέτηση προκάλεσε μεγάλη αύξηση της τιμής της μετοχής της Halkbank στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης.
Σε βάρος της Halkbank είχαν απαγγελθεί κατηγορίες κατά την πρώτη θητεία του
Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία ότι βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει υποστηρίξει πως η άρση των διώξεων κατά της Halkbank θα προωθήσει το συμφέρον των ΗΠΑ να μειωθεί η υποστήριξη προς το Ιράν.
Η συμφωνία απαγορεύει στην Halkbank να κάνει συναλλαγές που οφελούν το Ιράν και απαιτεί επανεξέταση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στην τουρκική τράπεζα και προβλέπει εποπτεία της συμμόρφωσής της με τη νομοθεσία που απαγορεύει το ξέπλυμα χρημάτων.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας δεν περιλαμβάνονται καταβολές χρημάτων και η τράπεζα δεν αναγνωρίζει πως ευθύνεται για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Η Halkbank έχει δηλώσει αθώα στην υπόθεση.
Μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, ο περιφερειακός δικαστής με έδρα το Μανχάταν
Ρίτσαρντ Μπέρμαν πάγωσε την υπόθεση για 90 ημέρες ώστε να επιτρέψει στην Halkbank να δείξει πως συμμορφώνεται με τους όρους της. Η Halkbank προσέλαβε την εταιρεία Ernst & Young για να αξιολογήσει τις πολιτικές συμμόρφωσής της.
Σε δικαστικά έγγραφα που κατατέθηκαν χθες, μετά τη λήξη αυτής της 90ήμερης περιόδου, εισαγγελείς του Μανχάταν αναφέρουν ότι κατά την αξιολόγηση δεν εντοπίσθηκαν οποιοιδήποτε τομείς μη συμμόρφωσης της Halkbank και ζητούν από τον Μπέρμαν να προσυπογράψει το αίτημά τους να μπει η υπόθεση στο αρχείο.
Η υπόθεση είχε μια περίπλοκη διαδρομή στα αμερικανικά δικαστήρια. Τον Οκτώβριο, το
Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επιβεβαίωσε απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που είχε επιτρέψει να προχωρήσει η δίωξη. Η Halkbank είχε υποστηρίξει ότι, ως οντότητα που ανήκει στο τουρκικό κράτος, θα πρέπει να έχει ασυλία έναντι νομικών προσφυγών σε ξένα δικαστήρια. Ο διακανονισμός ανακοινώθηκε αφού άρχισε, το Φεβρουάριο, ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος εναντίον του Ιράν.
Αμερικανοί εισαγγελείς είχαν κατηγορήσει την Halkbank ότι μετέφερε κρυφά κεφάλαια ύψους
20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στα οποία είχαν επιβληθεί περιορισμοί, μετέτρεψε σε χρυσό και μετρητά πετρελαϊκά έσοδα προς όφελος ιρανικών συμφερόντων και παρείχε έγγραφα για ψευδείς αποστολές τροφίμων ώστε να δικαιολογηθούν μεταφορές εσόδων από το πετρέλαιο.
Μετά τη συνάντηση που είχε πέρυσι ο Ερντογάν με τον Τραμπ, ο τούρκος πρόεδρος εξέφρασε ελπίδες για μια επίλυση της υπόθεσης της Halkbank. Ο Τουρκός πρόεδρος δήλωσε τον Οκτώβριο ότι ο Τραμπ του είπε στη διάρκεια συνάντησής τους το Σεπτέμβριο στον Λευκό Οίκο και σε μια επόμενη τηλεφωνική συνομιλία τους ότι «το πρόβλημα Halbank έχει τελειώσει για εμάς».