Στο καμπαρέ «Μαγεία» με τις εύμορφες γυναίκες για αλησμόνητες βραδιές

Στο καμπαρέ «Μαγεία» με τις εύμορφες γυναίκες για αλησμόνητες βραδιές

Μια που όλοι μας είμαστε κατασκασμένοι με αυτά που βιώνουμε καθημερινά, λέω, Σαββατοκύριακο που είναι, να σας πάω τέρμα Αχαρνών σ’ ένα κράμα καμπαρέ-καφέ αμάν που μιλήθηκε πολύ τη δεκαετία του 1930.

Θα μας συνοδεύσει ο αγαπημένος μου ρεπόρτερ Αχιλλέας Μαμάκης, οι ραδιοφωνικές ανταποκρίσεις του οποίου από το Παρίσι, τη δεκαετία του 50, μου φέρνουν νεανικές αναμνήσεις.

«Στα κεντρικώτερα αθηναϊκά κέντρα αυτές τις ημέρες είνε κολλημένα κάτι πελώρια κίτρινα προγράμματα, που αναγγέλλουν γαργαλιστικώτατα πράγματα. Αντιγράφω επί λέξει: «Καμπαρέ «Μαγεία» (τέρμα Αχαρνών), το δροσερώτερον κέντρον των Αθηνών. Θαυμάσιες αρτίστες. Υπέροχα νούμερα. Εύμορφες γυναίκες. Βραδυές αλησμόνητες. Ξημέρωμα νοσταλγικό»!

Τι συμβαίνει;

Εξέλιξις κύριοι. Εξέλιξις και πρόοδος, το υπόγειον καφέ-αμάν μοντερνοποιείται και αναρριχάται πλέον από τα άδυτά του, όχι απλώς εις το κατάστρωμα του δρόμου αλλ’ εις τα ύψη των συνοικιακών ταρατσών. Δεν διηγούμαι υπερβολές. Απεικονίζω γεγονότα. Τω όντι. Η συνοικία δεν μπορούσε ν’ αποκτήση μόνο θεατράκι με περιοδεύοντες θιάσους και οθόνην με όλους τους ομιλούντες και άδοντες αστέρας. Διόλου. Έφθασε τώρα να έχη και… «καμπαρέ».



Φυσικά και το «μιούζικ χωλ» της γειτονιάς δεν μπορούσε παρά να αφομοιωθή –όπως συνέβη και με τα άλλα θεάματα –με το πλαίσιον της αθηναϊκής συνοικίας. Διάβολε, πως θα ήταν δυνατόν το αντίθετον; Δι’ ο και ανεπήδησεν από την δημιουργικήν έμπνευσιν του Νεοέλληνος επιχειρηματίου, κάτι το ιδιόρρυθμο, το πρωτότυπο, το περίεργο. Δεν τολμώ να πω και το ευχάριστο. Ο Θεός θα μου έκοβε τη γλώσσα. Κ’ εάν δεν επενέβαινεν ο Παντοδύναμος, ασφαλώς θ’ ανελάμβαναν να τον αντικαταστήσουν όσοι ατυχείς εσκαρφάλωσαν ήδη εις τα ύψη του πρώτου αθηναϊκού συνοικιακού «καμπαρέ».

Λέγεται «Μαγεία» και ευρίσκεται στο τέρμα της οδού Αχαρνών. Πέρυσι ήταν κινηματογράφος, τώρα; Κάτω στην πόρτα του μερικά πανώ και κάτι φωτογραφίες –αρτιστών- ωραιοτάτων στις εικόνες –δημιουργούν μια ευμενή προδιάθεσι.

Προχωρείτε. Ένας στενός διάδρομος οδηγεί σε μια σκάλα. Πριν αρχίσετε ν’ ανεβαίνετε τα σκαλοπάτια της, σας σταματά μια σπαρταριστή επιγραφή «Απαγορεύεται η είσοδος εις τους μη… ευπρεπώς και… κοσμίως ενδεδυμένους»! Μειδιάτε. Καλός οιωνός, λέτε μέσα σας. Φαίνεται πως το κέντρον προσφέρει πλην της δροσιάς της ταράτσας του και των άλλων ελκυστικών επαγγελιών του και δροσιάν πνεύματος.

Φθάνετε, τέλος, εις το ύψος του κέντρου. Πηκτό σκοτάδι. Ο έναστρος ουράνιος θόλος ρίχνει κάτι αχνοφεγγιές που σας επιτρέπουν να διακρίνετε ότι ευρίσκεσθε σε μια επιμήκη ταράτσα, γύρω-γύρω με τραπεζάκια και στη μέση κάτι σκιές που χορεύουν. Κάθεσθε. Αρχίζετε να βλέπετε καλλίτερα. Διακρίνετε τότε μερικά υψηλά και μεγάλα αμπαζούρ που πλαισιώνουν γύρω-τριγύρω το περίζωμα της ταράτσας και από μέσα από τα οποία διαχύνεται ένα κόκκινο ημίφως που σκορπά μυστικοπάθεια και… (θα ιδούμε παρακάτω ότι έχει και άλλον προορισμόν).
Πλησιάζει το γκαρσόνι.



-Τι θα πάρη ο κύριος; Ένα γουίσκυ;

Αυτή η ερώτησις που σας γίνετε σαν να είσθε στο «Φολί» αυξάνει έτι μάλλον την ευμενή προδιάθεσιν ότι θα ιδείτε κάτι. Το παραγγέλλετε λοιπόν.

Αρχίζουν μετ’ ου πολύ τα «νούμερα». Είνε δε πράγματι νούμερα, αριθμημένα δηλαδή και μάλιστα εις τα δάκτυλα της μιας χειρός. Σας πιάνει τρέμουλα στο αντίκρυσμά τους. Κάτι φοβερές γυναίκες, απαίσιες την όψι, άθλιες το σώμα, τσιρίζουν, νομίζουν ότι χορεύουν, σας αναταράζουν τα νεύρα και σας χαλούν το γούστο.

Εις μάτην ο προβολεύς –της μηχανής της προβολής των ταινιών που εχρησιμοποίει ως κινηματογράφος το κέντρον- ρίχνει τας δέσμας του επάνω τους. Η κατάστασις γίνεται έτσι χειρότερη. Η ασχήμια τους φαίνεται… επιβλητικώτερη. Λέτε ότι ίσως το πράγμα είνε συμπτωματικόν και ότι παρακάτω θα ιδήτε καλλίτερα πράγματα.



Στο χορό που γίνεται στα διαλείμματα βλέπετε να λικνίζονται κάτι σκιές, που φαίνονται κάπως υποφερτές, ως γυναικεία διάπλασις. Φευ! Όμως κάποτε τα κόκκινα φώτα γίνονται άσπρα. Τότε η αυταπάτη διαλύεται. Ζητείτε να ιδήτε αυτές τις γυναίκες που σας μισοσκανδάλισαν στο ημίφως. Χαμένες. Χωμένες στις γωνίες. Δεν σηκώνετε καμμία για να χορέψη και το διατί είνε προφανές και ευνόητον, όπως εξηγείται έτσι καλά διατί το κέντρον προτιμά να έχη κόκκινα ηλεκτρικά. Με το λευκό βλέπετε το θέαμα του κέντρου γυμνόν ως η αλήθεια.

Ένας μεσόκοπος… διαβάζει την εφημερίδα του. Κάποιος νεαρός χασμουριέται. Ένας κοιλαράς της συνοικίας τον έχει πάρη βαρύ γλυκό. Οι μόνες ευχαριστημένες φαίνονται οι πάμπολλες αδειανές καρέκλες. Ίσως διότι μένουν εις την θέσιν τους και όταν ακόμη το γκαρσόνι σας πληροφορεί ότι το πετρέλαιον με το οποίον σας εδηλητηρίασε με το όνομα «ουίσκυ» έχει δρχ.45, παρακαλώ.



Μα, Θεέ μου, ήταν ανάγκη το «καφέ-αμάν» ν’ αναρριχηθή στις συνοικιακές ταράτσες; Ας έμενε στα υπόγεια της οδού Αθηνάς. Καλά ήταν εκεί».

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

Διαβάστε περισσότερα στο www.paliaathina.com


Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

Δείτε Επίσης