Πρόκειται για τη δεύτερη φορά που ελληνική ταινία κατακτά αυτό το βραβείο μετά το «Τοπίο στην Ομίχλη» του Θόδωρου Αγγελόπουλου το 1984.
Νωρίτερα το Σάββατο η ταινία του Αβρανά είχε κατακτήσει το βραβείο των κριτικών FEDEORA και το νεανικό βραβείο Arca.
Η Μόστρα φαίνεται πως ταιριάζει γάντι στους κινηματογραφιστές μας, αν συνυπολογίσει κανείς το βραβείο ερμηνείας που απέσπασε εκεί η Αριάν Λαμπέντ για το «Attenberg», το βραβείο σεναρίου που κατέκτησαν ο Γιώργος Λάνθιμος και ο Ευθύμης Φιλίππου για τις «Αλπεις» πριν από δύο χρόνια ή τις διακρίσεις του μικρομηκά Γιώργου Ζώη τόσο για το «Casus Belli» όσο και για τους «Τίτλους Τέλους» μόλις πέρσι.
Κινηματογραφικό «δόγμα του σοκ»
Η ιστορία που αφηγείται κινηματογραφικά ο Αβρανάς δεν είναι ούτε πρωτότυπη ούτε καινοφανής. Δεκάδες περιστατικά φυλάκισης, εγκλεισμού, βιασμών, εκπόρνευσης, περιπτώσεις όπου ο κοινός νους αδυνατεί να συλλάβει, καλά φυλαγμένες πίσω από κλειστές πόρτες και καλυμμένες από την οικογενειακή ομερτά, αποκαλύπτονται κάθε τόσο στον «πολιτισμένο δυτικό κόσμο». Η ιστορία της Miss Violence είναι εν μέρει βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Ο σκηνοθέτης άντλησε υλικό από την περίπτωση του αποκαλούμενου και Γερμανού Γιόζεφ Φριτσλ (ο Αυστριακός που κρατούσε αιχμάλωτη και κακοποιούσε σεξουαλικά επί 24 χρόνια την κόρη του).
Ο Γερμανός Detlef S. -το πραγματικό όνομά του δεν δόθηκε ποτέ στη δημοσιότητα λόγω της γερμανικής νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων- κακοποιούσε και βίαζε επί 23 χρόνια τόσο τη βιολογική κόρη του όσο και τη θετή κόρη και τον θετό γιο του. Είχε μάλιστα αποκτήσει οκτώ παιδιά -το ένα πέθανε-, από τους βιασμούς της θετής κόρης του, τα οποία όχι μόνο κακοποιούσε αλλά και εκπόρνευε. Η ζοφερή ιστορία εκτυλίχθηκε από το 1987 έως το 2010 στο χωριό Fluterschen, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Βόννη. Στο δικαστήριο, που καταδίκασε το 2011 τον 48χρονο οδηγό φορτηγών σε κάθειρξη 14 ετών και έξι μηνών, αποκαλύφθηκε πως ο συγγενικός κύκλος και οι γείτονες γνώριζαν και σιωπούσαν, αλλά και πως οι λειτουργοί των κοινωνικών υπηρεσιών που επισκέπτονταν ανά περιόδους την οικογένεια δεν είχαν αντιληφθεί το παραμικρό, μια και σε όλες τις συνεδρίες ήταν παρών ο πάτερ φαμίλιας. Ο Αβρανάς άντλησε στοιχεία και ανασύνθεσε τα γεγονότα μέσω της οικουμενικής κινηματογραφικής γλώσσας: «Στόχος μου ήταν να πω μια ιστορία με τον καλύτερο τρόπο και μονάχα αυτό. Κι εφόσον η ιστορία αυτή είχε συμβεί στ’ αλήθεια, ενίσχυε το ρεαλιστικό πλαίσιο στο οποίο θέλαμε να την εντάξουμε. Επ’ ουδενί δεν θέλαμε να αφηγηθούμε κάτι που θα φάνταζε εξωπραγματικό ή ανυπόστατο, αλλά κάτι που θα είχε ανταπόκριση στο θυμικό του καθενός από εμάς, ανεξαρτήτως καταγωγής», επισημαίνει ο σκηνοθέτης που έχει ζήσει μεγάλα διαστήματα της ζωής του στο Βερολίνο.
Η «ταλαιπωρημένη» Τζολί
Εκτός από τον Θέμη Πάνου, που κρατά τον ρόλο του πατέρα της «Miss Violence» και για τον οποίο γράφεται πως συναγωνίζεται στα ίσια για το βραβείο ερμηνείας τον Κρίστοφ Βαλτς, πρωταγωνιστή στο «The Zero Theorem» του Τέρι Γκίλιαμ, τις εντυπώσεις στη Μόστρα έκλεψε και η «μητέρα» της ταινίας, η νεαρή Ελένη Ρουσσινού. Το «Variety» μάλιστα επεσήμανε στην κριτική της ταινίας πως σε ορισμένα πλάνα η Ελληνίδα ηθοποιός θυμίζει κάτι από ταλαιπωρημένη Αντζελίνα Τζολί.
Η Ρουσσινού, όπως η ίδια εξιστορεί στο «thema people», ξεκίνησε τον επαγγελματικό βίο της σπουδάζοντας Οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ - είχε επιτύχει μάλιστα από τις πρώτες. Στη Σχολή του Εθνικού την οδήγησε μια εσωτερική ανάγκη. Οχι το ψώνιο να φαίνεται, να παίζει, να λάμπει στη σκηνή. Οχι η ματαιοδοξία. Ακόμη και στον λόγο της μπορείς να το αναγνωρίσεις, όταν εξηγεί με απόλυτη φυσικότητα, σχεδόν με πραότητα ότι έγινε ηθοποιός γιατί της άρεσε να διαβάζει και να «βουτά» μέσα στα θεατρικά κείμενα αλλά και πως στη μέχρι σήμερα πορεία της εκείνο που έχει μετρήσει δεν είναι η αναγνώριση, η αναγνωρισιμότητα, τα λεφτά ή η φήμη, αλλά η παρουσία σημαντικών σκηνοθετών στο βιογραφικό της, ανθρώπων που η ίδια εκτιμά. Φαίνεται πως τα έχει καταφέρει, αφού μου καταθέτει με τη χαρά της προσωπικής δικαίωσης τα ονόματα της Ρούλας Πατεράκη, του Στάθη Λιβαθινού, του αείμνηστου Λευτέρη Βογιατζή, του Παντελή Βούλγαρη. Δίπλα στον τελευταίο πήρε το κινηματογραφικό βάπτισμα του πυρός στις περίφημες «Νύφες».
Με τον Αλέξανδρο Αβρανά συνεργάστηκε επί δύο χρόνια -τόσο κράτησε όλη η διαδικασία της ταινίας- αφού αναγνώρισε στο πρόσωπό του ένα φυσικό, πηγαίο ταλέντο. Θεωρεί τον δύσκολο -είναι η αλήθεια- ρόλο της μέσα στα «νερά της», ακριβώς στα υποκριτικά μέτρα της, αφού ο Αβρανάς δεν της ζήτησε να ενσαρκώσει τη νέα και ωραία, πράγμα που απεχθανόταν να της ζητείται όταν παλαιότερα της πρότειναν δουλειές στην τηλεόραση. Ωστόσο είναι ειλικρινής. Παραδέχεται πως ζηλεύει συναδέλφους της που μπορούν με ευκολία να ξεπερνούν τη συστολή που αναγνωρίζει στον εαυτό της και να προσαρμόζονται στις ανάγκες του θεάτρου, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης. «Ενας ηθοποιός πρέπει να μπορεί να τα κάνει όλα», λέει.
Λίγο πριν αναχωρήσει για τη Βενετία, η Ελένη ήταν μάλλον σχετικά αγχωμένη. «Πολλοί δημοσιογράφοι, πολλές ερωτήσεις… Είναι κάπως τρομακτικό όλο αυτό», παραδεχόταν στη συζήτησή μας. Ωστόσο διέβλεπε το θετικό feedback που θα απολάμβανε η ταινία μετά την πρώτη παγκόσμια προβολή της. Ο πιο κοντινός στόχος της; Να ακολουθήσει τη «Miss Violence» στη φεστιβαλική πορεία της, η οποία συνεχίζεται. Επόμενη στάση το Τορόντο, όπου το φιλμ θα προβληθεί στο πλαίσιο του αφιερώματος City to City. Ισως η αποσκευή της φτάσει στον Καναδά βαρύτερη κατά ένα βραβείο. Αν βέβαια είχε την επιλογή να διαλέξει μεταξύ του βραβείου ερμηνείας για την ίδια ή του Χρυσού Λέοντα για την ταινία, θα διάλεγε αβλεπί το δεύτερο.