Αντρέι Τσικατίλο: Ο οικογενειάρχης καθηγητής που κατακρεουργούσε γυναίκες και παιδιά, ποιος ήταν ο «χασάπης του Ροστόφ» που ομολόγησε 56 φόνους
Σαν σήμερα, στις 16 Οκτωβρίου 1936, γεννήθηκε ένας από τους πιο διαβόητους κατά συρροή δολοφόνους του 20ού αιώνα - Οι δολοφονίες, ο κανιβαλισμός, τα λάθη των σοβιετικών αρχών και η αίτηση χάριτος στον Μπόρις Γέλτσιν
Στις 20 Νοεμβρίου 1990, η σύλληψη ενός 54χρονου πρώην εκπαιδευτικού στην περιοχή του Ροστόφ έβαζε τέλος σε έναν από τους μεγαλύτερους εφιάλτες της Σοβιετικής Ένωσης. Ο αδύνατος άνδρας με τα γυαλιά και τη φαινομενικά συνηθισμένη ζωή ήταν ο κατά συρροή δολοφόνος Αντρέι Τσικατίλο που επί 12 χρόνια σκότωνε γυναίκες, εφήβους και παιδιά.
Έμεινε γνωστός ως ο «χασάπης του Ροστόφ» και «κόκκινος αντεροβγάλτης» που σκότωνε τα θύματά του με μαχαίρι και στη συνέχεια τα ακρωτηρίαζε ενώ σε ορισμένα εγκλήματα περιλαμβάνονταν και πράξεις κανιβαλισμού. Όταν συνελήφθη ομολόγησε 56 δολοφονίες και το 1992 καταδικάστηκε πρωτόδικα για 52.
Ο Αντρέι Ρομάνοβιτς Τσικατίλο γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1936 στην τότε Σοβιετική Ουκρανία, στο Γιαμποσλόνγιε της επαρχίας του Χαρκόβου. Η οικογένειά του είχε βιώσει τις συνέπειες του μεγάλου λιμού της περιόδου 1932-1933, όταν εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από την πείνα.
Μια από τις πιο ανατριχιαστικές αφηγήσεις που συνδέθηκαν με τα παιδικά του χρόνια αφορούσε τον μεγαλύτερο αδερφό του, Στεπάν. Σύμφωνα με όσα φέρεται να του είχε διηγηθεί η μητέρα του, το παιδί είχε απαχθεί από χωρικούς που λιμοκτονούσαν, οι οποίοι το σκότωσαν και έφαγαν τη σάρκα του. Πρόκειται, ωστόσο, για ιστορία που δεν έχει επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητα ιστορικά τεκμήρια.
Τα δύσκολα παιδικά του χρόνια συνεχίστηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πατέρας του αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και όταν επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση, αντιμετώπισε το στίγμα του αιχμαλώτου πολέμου. Στο σχολείο ο Αντρέι ήταν καλός μαθητής αλλά οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν.
Ο δάσκαλος και οι παρενοχλήσεις μαθητριών
Στην ενήλικη ζωή του, ο Τσικατίλο υπηρέτησε στον σοβιετικό στρατό, εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και απέκτησε πανεπιστημιακή μόρφωση. Παντρεύτηκε τη Φαΐνα το 1963 και απέκτησαν δύο παιδιά, τη Λιουντμίλα και τον Γιούρι. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, διατηρώντας προς τα έξω την εικόνα ενός συνηθισμένου οικογενειάρχη.
Κλείσιμο
Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 άρχισαν να διατυπώνονται καταγγελίες σε βάρος του για σεξουαλική παρενόχληση και επιθέσεις εναντίον ανήλικων μαθητριών. Οι διαμαρτυρίες των γονέων οδήγησαν σε αλλαγές σχολικού περιβάλλοντος και τελικά στην απομάκρυνσή του από την εκπαίδευση.
Αργότερα εργάστηκε ως εμπορικός αντιπρόσωπο σε ένα εργοστάσιο με αποτέλεσμα να κάνει ταξίδια συχνά. Οι μετακινήσεις του σε διάφορες πόλεις του προσέφεραν τη δυνατότητα να επιλέγει θύματα σε διαφορετικές περιοχές, καθιστώντας δυσκολότερη τη σύνδεση των εγκλημάτων του.
Η πρώτη δολοφονία
Στις 22 Δεκεμβρίου 1978, στην πόλη Σάχτι, εξαφανίστηκε η 9χρονη Γελένα Ζακοτνόβα. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη ομολογία του Τσικατίλο, είχε προσεγγίσει το κορίτσι κοντά σε στάση λεωφορείου, προσφέροντάς του γλυκά και πείθοντάς το να τον ακολουθήσει σε σπίτι που διατηρούσε κρυφά από την οικογένειά του.
Ο Τσικατίλο προσπάθησε αρχικά να βιάσει την 9χρονη κι όταν δεν τα κατάφερε, από το μένος που τον κυρίευσε, άρχισε να την μαχαιρώνει στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και το παιδί άφησε την τελευταία του πνοή. Η σορός βρέθηκε δύο ημέρες αργότερα σε ποτάμι κοντά στο σπίτι.
Η 17χρονη Λαρίσα, η 13χρονη Λιούμποφ, ο 9χρονος Όλεγκ
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1981, ο Τσικατίλο συνάντησε τη 17χρονη Λαρίσα Τκατσένκο, η οποία βρισκόταν μόνη της κοντά σε στάση λεωφορείου. Κατάφερε να την πείσει να τον ακολουθήσει σε δασική περιοχή, όπου επιχείρησε να της επιτεθεί σεξουαλικά.
Όταν η κοπέλα αντιστάθηκε, ο Τσικατίλο έβαλε λάσπη στο στόμα της και στη συνέχεια τη στραγγάλισε. Η σορός έφερε ακρωτηριασμούς, με τους ερευνητές να διαπιστώνουν ότι ορισμένες κακώσεις είχαν προκληθεί ακόμη και με τα δόντια του δολοφόνου.
Τον Ιούνιο του 1982, θύμα του έπεσε η 13χρονη Λιούμποφ Μπίριουκ, η οποία δέχθηκε περισσότερες από 40 μαχαιριές. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ακολούθησε η εξαφάνιση του 9χρονου Όλεγκ Ποζιντάγεφ, που αναφέρεται ως το πρώτο αγόρι το οποίο δολοφόνησε. Η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ.
Τα επόμενα χρόνια, γυναίκες και παιδιά συνέχισαν να εξαφανίζονται. Ο Τσικατίλο αναζητούσε θύματα σε σταθμούς λεωφορείων και τρένων και συχνά προσπαθούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους προτού τα οδηγήσει σε απομονωμένες περιοχές. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι σοροί εντοπίζονταν έπειτα από εβδομάδες ή μήνες, φέροντας πολλαπλά τραύματα.
Η 10χρονη Όλγα και ο κανιβαλισμός
Ανάμεσα στα θύματά του ήταν και η 10χρονη Όλγα Σταλματσένοκ, η οποία δολοφονήθηκε τον Δεκέμβριο του 1982. Ο δράστης την είχε προσεγγίσει μέσα σε λεωφορείο και κατάφερε να την παρασύρει σε απομονωμένη περιοχή.
Η σορός της εντοπίστηκε τον Απρίλιο του 1983. Το παιδί είχε δεχθεί δεκάδες μαχαιριές και είχε υποστεί εκτεταμένους ακρωτηριασμούς ενώ ο Τσικατίλο είχε φάει ένα όργανο του παιδιού.
Οι ακρωτηριασμοί αποτελούσαν επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό πολλών επιθέσεων. Σε αρκετά θύματα οι ερευνητές διαπίστωναν αφαίρεση ματιών και γεννητικών οργάνων με αποτέλεσμα ο Τσικατίλο να αποκτήσει τη φήμη ενός από τους πιο βάναυσους κατά συρροή δολοφόνους της εποχής του.
«Μονοπάτι στο Δάσος»
Η αναζήτηση του δολοφόνου εξελίχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες αστυνομικές επιχειρήσεις της σοβιετικής περιόδου. Το 1983 συγκροτήθηκε ειδική ομάδα ερευνητών και η επιχείρηση ονομάστηκε «Μονοπάτι στο Δάσος». Οι αστυνομικοί αναζητούσαν στοιχεία σε σταθμούς, δασικές εκτάσεις και περιοχές όπου είχαν εντοπιστεί θύματα.
Η έρευνα αντιμετώπιζε και ένα ιδεολογικό εμπόδιο. Στη Σοβιετική Ένωση, οι κατά συρροή δολοφονίες παρουσιάζονταν συχνά ως φαινόμενο των δυτικών κοινωνιών, κάτι που συνέβαλε στην καθυστερημένη αναγνώριση της έκτασης των εγκλημάτων.
Τον Σεπτέμβριο του 1984, ο Τσικατίλο βρέθηκε στα χέρια της αστυνομίας. Αστυνομικός τον είχε παρατηρήσει να προσεγγίζει νεαρές γυναίκες, ενώ στην κατοχή του βρέθηκαν ένα μαχαίρι, σχοινί και άλλα αντικείμενα που προκάλεσαν υποψίες. Παρότι το παρουσιαστικό του ταίριαζε με ορισμένα στοιχεία, οι αρχές δεν κατάφεραν να στοιχειοθετήσουν κατηγορία για τις δολοφονίες.
Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι τότε εργαστηριακές εξετάσεις. Η ανάλυση γενετικού υλικού από τις σκηνές των εγκλημάτων εμφάνισε ασυμφωνία με την ομάδα αίματος του Τσικατίλο. Το αποτέλεσμα οδήγησε στον αποκλεισμό του ως υπόπτου, παρότι αργότερα η αξιοπιστία αυτής της ερμηνείας αμφισβητήθηκε. Οι εξετάσεις δεν ήταν DNA, αλλά παλαιότερες ορολογικές μέθοδοι.
Ο Τσικατίλο κρατήθηκε για μικρότερης βαρύτητας αδικήματα και αποφυλακίστηκε έπειτα από περίπου τρεις μήνες συνεχίζοντας την εγκληματική του δράση για έξι χρόνια.
Η τελευταία δολοφονία
Στις 6 Νοεμβρίου 1990, ο Τσικατίλο δολοφόνησε την 22χρονη Σβετλάνα Κορόστικ. Λίγο μετά το έγκλημα, ένας αστυνομικός τον εντόπισε να βγαίνει από δασική περιοχή κοντά σε σιδηροδρομική γραμμή. Η εμφάνιση και οι κινήσεις του προκάλεσαν υποψίες, ωστόσο ο αστυνομικός περιορίστηκε στην καταγραφή των στοιχείων του.
Όταν εντοπίστηκε η σορός της Σβετλάνα, οι ερευνητές επέστρεψαν στην αστυνομική αναφορά. Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος άνδρας είχε απασχολήσει τις αρχές και το 1984 τον έφερε ξανά στο επίκεντρο των ερευνών και στις 20 Νοεμβρίου 1990, ο Αντρέι Τσικατίλο συνελήφθη.
Αρχικά αρνούνταν οποιαδήποτε ανάμειξη στα εγκλήματα. Ωστόσο, ο ψυχίατρος Αλεξάντρ Μπουχανόφσκι, ο οποίος είχε ήδη ασχοληθεί με τη σύνταξη ψυχολογικού προφίλ του δολοφόνου, κατάφερε μέσα από τις συνομιλίες να κάνει τον Τσικατίλο να ομολογήσει και να οδηγήσει τους ερευνητές ακόμα και σε τοποθεσίες όπου δεν είχαν εντοπιστεί σοροί στο παρελθόν.
Δίκη μέσα σε κελί
Στις 14 Απριλίου 1992 άρχισε η δίκη του Τσικατίλο στο Ροστόφ. Ο Τσικατίλο βρισκόταν μέσα σε κελί, καθώς υπήρχαν φόβοι για τη σωματική του ακεραιότητα εξαιτίας της οργής των συγγενών των θυμάτων.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο Τσικατίλο είχε συχνά προκλητική και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά. Φώναζε, διέκοπτε τη διαδικασία και σε ορισμένες συνεδριάσεις ξεγυμνώθηκε μπροστά στους παρευρισκομένους. Η συμπεριφορά του συνδέθηκε με την προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως ψυχικά ασθενής, ώστε να αποφύγει την πλήρη ποινική ευθύνη.
Οι ψυχιατρικές εξετάσεις, ωστόσο, έκριναν ότι ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται τις πράξεις του και να λογοδοτήσει για αυτές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δίκης, οι δολοφονίες για τις οποίες κρίθηκε ένοχος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφορούσαν 21 αγόρια, 14 κορίτσια και 17 γυναίκες.
Στις 15 Οκτωβρίου 1992, το δικαστήριο επέβαλε στον Τσικατίλο θανατική ποινή, αφού τον έκρινε ένοχο για 52 δολοφονίες.
Μετά τη δίκη, ο Τσικατίλο οδηγήθηκε στη φυλακή του Νοβοτσερκάσκ. Η τελευταία του ελπίδα ήταν να αποφύγει την εκτέλεση μέσω αίτησης χάριτος προς τον τότε πρόεδρο της Ρωσίας, Μπόρις Γέλτσιν αλλά το αίτημά του απορρίφθηκε.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1994 ο Αντρέι Τσικατίλο οδηγήθηκε στην εκτέλεση. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, θανατώθηκε με πυροβολισμό στο κεφάλι σε ηλικία 57 ετών.
Η σορός του τάφηκε σε ανώνυμο τάφο στο νεκροταφείο των φυλακών, βάζοντας τέλος στη ζωή ενός ανθρώπου το όνομα του οποίου είχε ταυτιστεί με ορισμένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα στη Σοβιετική Ένωση.
25 χρόνια IKEA στην Ελλάδα. 25 χρόνια ζωής στο σπίτι. Οι χώροι και οι ανάγκες άλλαξαν, οι άνθρωποι πέρασαν σε διαφορετικές φάσεις ζωής και η IKEA μεγάλωσε μαζί τους, κρατώντας όμως ζωντανή την ίδια, θαυμάσια ιδέα: ποιοτικό και λειτουργικό design για όλους, για τη ζωή όπως είναι σήμερα, αλλά και όπως θα είναι αύριο.
Μέσα από τη σειρά «Πετυχαίνουμε μαζί 2026: Success Stories», τα METRO Cash & Carry δίνουν τον λόγο στους ανθρώπους του κλάδου Ho.Re.Ca. για να μιλήσουν για τις επιχειρήσεις τους, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τις συνεργασίες που συμβάλλουν στην εξέλιξή τους.