Η παλιά τριώροφη πολυκατοικία της οδού Ξάνθου στα νότια προάστια προσδιορίζεται πλέον όχι ως ένα απλός δρόμος που χωρίζει τη Γλυφάδα από τη Βούλα αλλά ως η πολυκατοικία του σατανιστή δολοφόνου που αφαίρεσε μία ανθρώπινη ζωή σε γειτονικό πάρκο της περιοχής όπου βρίσκεται, τραγική ειρωνεία, ο ιερός ναός του Αγίου Κωνσταντίνου.
Το πρώτο Θέμα βρέθηκε στο σημείο που τα τελευταία χρόνια ο νεαρός που κατηγορείται για τη φρικτή δολοφονία μίας ανυποψίαστης γυναίκας μελετούσε τα φρικτά μυστικά του σατανισμού, διάβαζε βιβλία για να καταρτιστεί περισσότερο και για να καταφέρει στο δικό του άρρωστο μυαλό να γίνει ο απόλυτος υπηρέτης του κακού το οποίο και ασπάστηκε ως φαίνεται και ορκίστηκε πίστη και αφοσίωση έχοντας στο μυαλό του μόνο το αίμα που θα κυλούσε μπροστά στα αδηφάγα και αιμοσταγή μάτια του όταν τα υποψήφια θύματά του θα κείτονταν μπροστά του νεκρά.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες οι κάτοικοι της περιοχής είχαν εδώ και πολύ καιρό παρατηρήσει τα συχνά σουλατσαρίσματα και αράγματα για ώρες πολλές κυρίως το βράδυ μέχρι και τις πρώτες πρωινές ώρες αλλά κανείς δε μπορούσε να φανταστεί ότι κάποια στιγμή το μαστουρωμένο συνήθως παιδί όπως σημειώνουν με νόημα θα ήταν ποτέ δυνατό να αποτελεί έναν επίδοξο δολοφόνο ο οποίος βυθισμένος στις δικές του σκέψεις και στα σκοτεινά μονοπάτια του σατανισμού θα έφτανε στο σημείο να αφαιρέσει μία ανθρώπινη ζωή.
«Δε το βλέπαμε πολύ τακτικά, κυκλοφορούσε θαρρείς ως φάντασμα», θα πει μία από τις γειτόνισσες η οποία προσθέτει με νόημα πως απέφευγε ακόμη και καλημέρα να του πει καθώς εκείνος μονίμως ήταν «φτιαγμένος» και με μία διάθεση μάλλον επιθετική και τσαμπουκαλεμένη.
«Εδώ και μήνες πάντως είχα καταλάβει πως κάτι δεν πάει καλά σε αυτό το διαμέρισμα, ακουγαμε καβγάδες και φωνές», θα μας πει ένοικος της περιοχής και θα υπογραμμίσει το πόσο η ίδια φοβήθηκε όταν κάποια στιγμή από τις φωνές και τους καβγάδες που ακούγονταν και διαπερνούσαν το σκοτεινό διαμέρισμα της πολυκατοικίας του νεαρού σατανιστή φονιά ο οποίος μάλωνε συνεχώς με τον πατέρα και τη μητέρα του.
Κάτοικος της περιοχής ο οποίος μένει σε κοντινή απόσταση από την πολυκατοικία και γνώριζε την οικογένεια πολύ καλάθα μας πει: «Ζητούσε προφανώς συνεχώς χρήματα και από τους δύο, ήθελε να βρει τρόπο να διασφαλίσει τη δόση του, φυσικά και δε δούλευε πουθενά, ποιος θα τον έπαιρνε σε δουλειά σε τέτοια κατάσταση; Μια μέρα άκουσα τις φωνές της μητέρας του που τον ικέτευε να σταματήσει να ζητάει χρήματα γιατί και εκείνη πλέον δεν είχε τη δυνατότητα να τον χαρτζηλικώνει γνωρίζοντας πως εκείνος θα τα αξιοποιούσε στα αγαπημένα του υπαίθρια προϊόντα που συνήθως έβρισκε από «κολλητούς» που είχε στον κύκλο του και οι οποίοι μετά από αρκετές καθυστερήσεις στα χρήματα από τη δική του πλευρά του κόψανε το βερεσέ και προφανώς εκείνος έψαχνε να βρει τρόπο να αγοράσει ουσίες». Όπως θα υπογραμμίσει κάποια στιγμή ο ίδιος σε συνεννόηση με άλλους γείτονες θα καλούσαν την αστυνομία καθώς φοβόταν πως η κατάσταση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε επίπεδο ανησυχητικό. «Προσωπικά σας λέω, τον πατέρα του νεαρού ούτε που θέλω να το βλέπω, ξέρω πως είναι καλλιτέχνης, ηθοποιός συγκεκριμένα αλλά ως άτομο είναι απαράδεκτος. Είναι επιθετικός, μιλάει πολύ άσχημα στον κόσμο, αγενής με τους υπόλοιπους ενοίκους και εξ όσων γνωρίζω αρνείται να πληρώνει κοινόχρηστα προφανώς έχει οικονομικά προβλήματα όπως όλοι μας φαντάζομαι αλλά νιώθω πως το παιδί αυτό δεν περνούσε πολύ καλά σε ατό το περιβάλλον», θα μας πει κάποια άλλη γειτόνισσα η οποία μάλιστα θα εκφράσει και το φόβο της εξ ου και διατηρεί μυστική την ταυτότητά της.