Ο πρώην πρόεδρος του
ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρης Μελάς, που κατηγορείται για
υπεξαγωγή εγγράφου,
υπόθαλψη εγκληματία και
παράβαση καθήκοντος από κοινού, υποστήριξε ότι πάντα ενήργησε σύννομα και περιέγραψε την πορεία του στον εν λόγω Οργανισμό.
Ο κ. Μελάς, επικαλέστηκε έγγραφα και αναφέρθηκε σε «υπερεντατικοποίηση των ελέγχων» με υπέρβαση του διαθέσιμου προσωπικού, υπογραμμίζοντας ότι είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα.
Ωστόσο, απέρριψε την κριτική περί δημιουργίας
«φραξιών» και στάθηκε στη μετακίνηση της κυρίας Τυχεροπούλου σε ομοβάθμια θέση, την οποία χαρακτήρισε υπηρεσιακά αναγκαία και χωρίς μισθολογικές επιπτώσεις, λόγω λειτουργικών υστερήσεων που, όπως είπε, προκάλεσαν παράπονα συναδέλφων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο αδίκημα της παράβασης καθήκοντος που του αποδίδεται για τη μη κοινοποίηση του πορίσματος Τυχεροπούλου σχετικά με πιθανές παράνομες επιχορηγήσεις.
Πάντα κατά τον κ. Μελά, προτεραιότητα έχει η «δέση» της παρατυπίας πριν τη διαβίβαση στην Εισαγγελία, σημειώνοντας ότι ο ίδιος έχει καταθέσει πέντε μηνυτήριες αναφορές σε «εξόφθαλμες»
περιπτώσεις απάτης.
Ως προς την υπεξαγωγή εγγράφου,
αρνήθηκε ότι απέκρυψε οτιδήποτε, εξηγώντας ότι οι φάκελοι χωρίς υπηρεσιακή συνέχεια αρχειοθετούνται και ότι το σχετικό υλικό υπήρχε και στο πληροφοριακό σύστημα, άρα ήταν αναζητήσιμο.
Όπως περιέγραψε ο κ. Μελάς, η έκθεση Τυχεροπούλου του είχε αποσταλεί χωρίς σαφή πρωτοκόλληση, με σοβαρές ενδείξεις παρατυπιών που διαβίβασε στην υπηρεσία ελέγχου και η μεταγενέστερη εντολή ελέγχου κατέστησε, κατά την άποψή του, περιττή κάθε περαιτέρω ενασχόληση με τη διαδρομή του φυσικού φακέλου.
Σε ερωτήσεις της έδρας, ο κατηγορούμενος εμφάνισε την έκθεση ως κείμενο με ισχυρές ενδείξεις αλλά όχι ως επίσημο πόρισμα κατόπιν εντολής, ενώ για την απώλεια του φακέλου ανέφερε ότι είχε ήδη αποχωρήσει από τον οργανισμό όταν αναζητήθηκε.
Αναφορικά με την αποχώρησή του, υποστήριξε ότι δεν υπήρξε υπουργική απαίτηση και μίλησε για «οραματικότητα» που δεν ικανοποιήθηκε και για έναν οργανισμό που χρησιμοποιήθηκε πολιτικά, με άστοχο ανταγωνισμό ως προς την ταχύτητα πληρωμών.
Επισήμανε ότι επέλεξε
να παραιτηθεί στο τέλος της περιόδου υποβολής αιτήσεων, το μόνο, όπως είπε, «ασφαλές» χρονικό παράθυρο για αλλαγή ηγεσίας, αφού η θητεία του είχε ήδη λήξει από τον Απρίλιο του 2022.
Αναφορά έγινε και στις τηλεφωνικές συνομιλίες που δημοσιοποιήθηκαν έως τον Ιούλιο του 2022, με τον κ. Μελά να κάνει λόγο για «δίνη αρνητικής δημοσιογραφίας» και «δολοφονία χαρακτήρα» με αφορμή ανώνυμη καταγγελία περί δωροδοκιών.
Ακόμη, επανέλαβε ότι ουδέποτε άσκησε πίεση σε υπαλλήλους για παράνομες ενέργειες και ζήτησε να κριθεί αποκλειστικά με βάση τα στοιχεία. Με ένταση σχολίασε την κατάθεση του προκατόχου του Γρηγόρη Βάρρα περί αδιαφάνειας και συγκάλυψης ελέγχων, λέγοντας ότι, αν υπήρχε τέτοια πεποίθηση για τόσο στενό συνεργάτη, θα έπρεπε να είχε τεθεί ευθέως σε πολιτικό επίπεδο.
Η τότε επικεφαλής της Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων, Αθανασία Ρέππα, κατά την απολογία της περιέγραψε έναν οργανισμό με αυξανόμενες απαιτήσεις και ανεπαρκές ανθρώπινο δυναμικό, ιδιαίτερα στη Διεύθυνση Τεχνικών Ελέγχων που, όπως είπε, λειτουργούσε με μόλις τρεις υπαλλήλους παρότι είχε νευραλγικό ρόλο.
Από το 2018, σύμφωνα με την ίδια, στοιχεία ανέδειξαν ασυνήθιστη αύξηση μεγάλων εκτάσεων και εισηγήθηκε ελέγχους για το εθνικό απόθεμα του 2017.
Σε σχέση με την έκθεση Τυχεροπούλου, η κυρία Ρέππα ανέφερε ότι τη χρέωσε στο αρμόδιο τμήμα σχεδιασμού και αξιολόγησης ελέγχου και τη μελέτησε, διαπιστώνοντας ασάφειες.
Εντόπισε αναφορές σε εντολές ελέγχου χωρίς να προσδιορίζεται ο πληθυσμός στόχος, ελλείψεις ως προς τα συνημμένα και απουσία τεκμηριωμένου risk analysis ανά παραγωγό.
Κατά την άποψή της, η μη σαφής εντολή ελέγχου και η αποκλειστική υπογραφή της συντάκτριας αφήνουν περιθώρια διακριτικής μεταχείρισης και αδιαφάνειας στη σειρά και τον τρόπο ελέγχων.
Ακόμα, ανέφερε ότι ενημέρωσε τον προϊστάμενό της Δημήτρη Μελά για τις παρατηρήσεις και, ενόσω ανέμενε πρόσθετο υλικό από την κα Τυχεροπούλου, είχε ήδη διαβιβάσει την έκθεση για περαιτέρω μελέτη στη Διεύθυνση της κυρίας Αδαμοπούλου.