Ελληνίδα της Βενεζουέλας στο protothema: «Πώς έμπαινε στα σπίτια μας ο Μαδούρο»
Οι περιβόητες επιχειρήσεις Tun Tun, οι αδίστακτοι colectivos, τα μπλακ άουτ ημερών, η έλλειψη νερού, ο μηνιαίος μισθός του 1 δολαρίου και τα ελληνικά καταστήματα που πτώχευσαν
Την ιστορία της Βενεζουέλας των τελευταίων δεκαετιών μπορεί κανείς να τη διαβάσει μέσα από αριθμούς, διεθνείς εκθέσεις και τηλεοπτικά πλάνα. Όμως, η πραγματική εικόνα αποτυπώνεται στις μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν εκεί, όχι ως παρατηρητές, αλλά ως πολίτες ενός κράτους που κατέρρεε μέρα με τη μέρα. Η Βασιλική Ανδρουτσοπούλου ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Βενεζουέλα έζησε ολόκληρη τη ζωή της εκεί μέχρι το 2022. Σπούδασε Ιατρική, ειδικεύτηκε στην Πλαστική Χειρουργική και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στον αισθητικό τομέα, μέσα σε ένα περιβάλλον που, όσο εκείνη προχωρούσε επιστημονικά, γύρω της βυθιζόταν κοινωνικά, οικονομικά και θεσμικά.
Σήμερα τη συναντάμε στην Κηφισιά, όπου ζει πλέον μόνιμα με την οικογένειά της. Πρόκειται για Έλληνες της διασποράς που πήραν τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψουν τη χώρα στην οποία είχαν ριζώσει για δεκαετίες και να βρουν καταφύγιο στην Ελλάδα. Η ίδια θυμάται πως η μετάβαση από την εποχή του Ούγκο Τσάβες στη διακυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο ξεκίνησε μέσα σε κλίμα πένθους αλλά και προσδοκίας. Όπως περιγράφει, ο λαός ήταν συντετριμμένος από τον θάνατο του Τσάβες, όμως στήριξε τον διάδοχό του, πιστεύοντας ότι θα συνεχίσει την ίδια πολιτική γραμμή.
Σύμφωνα με την ίδια, η ανοχή αυτή δεν κράτησε πολύ. Η σύγκριση άρχισε σχεδόν αμέσως και έγινε αμείλικτη, κυρίως γιατί η νέα διακυβέρνηση συνέπεσε με την πτώση της τιμής του πετρελαίου και τη μείωση της παραγωγής του, του βασικού οικονομικού πνεύμονα της χώρας. Στην πράξη, όπως λέει, η Βενεζουέλα βρέθηκε σε κατάσταση χρεοκοπίας. Από το 2012 και μετά, τα προβλήματα έγιναν μέρος της καθημερινότητας. Περιγράφει μια χώρα όπου το κράτος αδυνατούσε να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες: συχνές διακοπές ρεύματος, έλλειψη νερού ακόμη και για εβδομάδες σε ολόκληρες περιοχές, πλήρης απορρύθμιση των υποδομών. Αναφέρει χαρακτηριστικά ένα γενικευμένο μπλακ άουτ που διήρκεσε επτά ημέρες, διάστημα στο οποίο δεν υπήρχε ούτε ρεύμα ούτε νερό, ούτε καν βασικά αγαθά όπως πάγος, αναγκάζοντας τους πολίτες να αναζητούν μόνοι τους τρόπους επιβίωσης.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό άρχισε να συσσωρεύεται κοινωνική οργή. Το 2014, όπως θυμάται, πραγματοποιήθηκε η πρώτη μαζική διαδήλωση, με τη συμμετοχή χιλιάδων πολιτών. «Παρά το μέγεθός της, οι εικόνες αυτές δεν έφτασαν ποτέ ολοκληρωμένες στη διεθνή κοινότητα» σημειώνει.
Κλείσιμο
Η αντίδραση της εξουσίας, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ήταν βίαιη και οργανωμένη.
«Εκτός από τον στρατό, το καθεστώς είχε συγκροτήσει παραστρατιωτικές ομάδες, ενώ είχαν εξοπλιστεί και οι λεγόμενοι "colectivos" μέσα από τις φαβέλες. Οι colectivos είναι ένοπλες παραστρατιωτικές ομάδες στη Βενεζουέλα, φιλοκυβερνητικές, που δρουν σε φτωχές περιοχές· ξεκίνησαν ως κοινοτικές οργανώσεις, αλλά εξελίχθηκαν σε μηχανισμό πολιτικού ελέγχου και καταστολής».
Όπως προσθέτει η Βασιλική, «αυτοί οι ένοπλοι αναπτύσσονταν σε κομβικά σημεία, όπως γέφυρες και οδικούς άξονες, και επιτίθεντο σε όσους επιχειρούσαν να φτάσουν στις διαδηλώσεις».
Στην αφήγησή της γίνεται σαφές ότι η καταστολή δεν έκανε διακρίσεις: «Υπήρξαν νεκροί, ακόμη και ανήλικοι, μαζικές συλλήψεις, μεταγωγές σε φυλακές με ακραίες συνθήκες κράτησης, βασανιστήρια, αλλά και εξαφανίσεις πολιτών». Όλα αυτά, όπως τονίζει, είχαν τεκμηριωθεί από την αντιπολίτευση. Αναφέρει ότι συμμετείχε και η ίδια σε διαδηλώσεις μαζί με φίλους της. Το ίδιο συνέβη και το 2017, στο δεύτερο μεγάλο κύμα κινητοποιήσεων, όταν για ακόμη μία φορά χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους, παρά τον φόβο.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η κρίση της Βενεζουέλας δεν εξαντλήθηκε στη φτώχεια και στην καταστολή. Σταδιακά, το καθεστώς, κατά την περιγραφή της, μετέτρεψε τη χώρα σε ναρκοκράτος. Επιβεβαιώνει ότι οι εικόνες που βλέπουμε σήμερα στα διεθνή δελτία, με επιχειρήσεις των Αμερικανών κατά καρτέλ και κατασχέσεις φορτίων κοκαΐνης, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με όσα λέει, διαμορφώθηκαν δύο κυρίαρχα καρτέλ: «Το ένα συνδεδεμένο με το περιβάλλον της συζύγου του Μαδούρο και το δεύτερο, γνωστό ως καρτέλ Σόλες, με επικεφαλής πρόσωπο που φέρεται να ελέγχει τον στρατό και να θεωρείται ο δεύτερος πιο ισχυρός παράγοντας μετά τον ίδιο τον πρόεδρο».
Η μετατροπή της Βενεζουέλας σε κόμβο διακίνησης ναρκωτικών, όπως εξηγεί, συνδέθηκε άμεσα με τις διεθνείς εξελίξεις. «Μετά τον θάνατο του Πάμπλο Έσκομπαρ και τη σύλληψη του Ελ Τσάπο, τα καρτέλ αναζήτησαν νέες διαδρομές. Η γεωγραφική θέση της χώρας την κατέστησε ιδανική για τη μεταφορά κοκαΐνης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη» λέει.
«Tun Tun»: όταν ο φόβος χτυπούσε την πόρτα
Αν οι διαδηλώσεις ήταν η δημόσια όψη της σύγκρουσης, οι νυχτερινές «επιχειρήσεις» ήταν η σκοτεινή της συνέχεια. Εκεί όπου η καταστολή έμπαινε πια μέσα στα σπίτια.
Η Βασιλική Ανδρουτσοπούλου περιγράφει ότι, μετά από κάθε μεγάλο κύμα κινητοποιήσεων, ακολουθούσαν οι λεγόμενες operations tun tun, μια οργανωμένη επιχείρηση εκφοβισμού και συλλήψεων. Επρόκειτο για ομάδες κουκουλοφόρων, για τους οποίους κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος αν ανήκαν στον στρατό ή σε παραστρατιωτικούς μηχανισμούς. Οι επιχειρήσεις αυτές, γνωστές διεθνώς ως Operation Tun Tun, είχαν πάρει το όνομά τους από τη φράση «χτύπος στην πόρτα» και συνδέθηκαν ευθέως με τις εντολές που περιέγραφε δημόσια ο φιλοκυβερνητικός παράγοντας Diosdado Cabello κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2017.
«Δεν ήξερες ποτέ ποιος ερχόταν. Χτυπούσαν πόρτες μέσα στη νύχτα και σε έπαιρναν», λέει.
Σε μία από αυτές τις επιχειρήσεις, όπως αφηγείται, οι ένοπλοι έφτασαν και στο δικό της σπίτι. Προσπάθησαν να σπάσουν την πόρτα με τέτοια ένταση που λίγο έλειψε να τη διαλύσουν. Εκείνη την ώρα βρισκόταν μέσα μαζί με έναν φίλο της από τη Δομινικανή Δημοκρατία, με τον οποίο εργάζονταν στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Βενεζουέλα. Η ίδια περιγράφει ότι, φοβούμενη πως αν δεν άνοιγαν θα άρχιζαν να πυροβολούν για να μπουν, τους παρακάλεσε να μπουν από το παράθυρο, τον μοναδικό τρόπο, όπως λέει, για να αποφευχθεί η κλιμάκωση. Ο φίλος της τους εξήγησε ότι είναι Δομινικανός, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα του είχε καλές σχέσεις με τη Βενεζουέλα, και ότι εργάζονταν και οι δύο ως γιατροί στο στρατιωτικό νοσοκομείο.
Τελικά, τους άφησαν. «Σταθήκαμε τυχεροί», λέει.
Η τύχη αυτή, όμως, δεν επεκτάθηκε στον γείτονά της, έναν όροφο κάτω. Όπως εξηγεί, οι ένοπλοι πιθανότατα αναζητούσαν εκείνον.
«Τον ξυλοκόπησαν άγρια, του άρπαξαν όσα υπήρχαν στο σπίτι και τον μετέφεραν στη φυλακή. Από εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρξε ποτέ καμία πληροφορία για το τι απέγινε. Το μόνο που του είπαν, σύμφωνα με όσα έμαθα αργότερα, ήταν ότι θεωρείται "προδότης"».
Ο μισθός του 1 δολαρίου
Η βία, ωστόσο, δεν ήταν ο μοναδικός μηχανισμός διάλυσης της κοινωνίας. Στην καθημερινότητα, όπως λέει, η οικονομία λειτουργούσε πλέον εναντίον των ίδιων των πολιτών. Στην ερώτηση αν ο λαός περνούσε πράγματι τόσο άσχημα, η απάντησή της είναι απόλυτη. Ο πληθωρισμός, όπως περιγράφει, κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει. Ο βασικός μισθός κατρακύλησε στο ένα δολάριο τον μήνα, καθιστώντας αδύνατη κάθε έννοια αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αναφέρει ότι στην τελευταία της επίσκεψη, τον Οκτώβριο, διαπίστωσε πως η Βενεζουέλα είχε μετατραπεί, παραδόξως, σε μία από τις πιο ακριβές χώρες του κόσμου. Για τρία απολύτως βασικά είδη σούπερ μάρκετ, ζύμη, ρύζι και ακόμη λίγα τρόφιμα χρειάστηκε να πληρώσει εκατό δολάρια. «Απίστευτο», λέει.
Την ίδια ώρα, η χώρα άδειαζε. Σύμφωνα με όσα περιγράφει, περίπου το 25% του πληθυσμού έφυγε στο εξωτερικό: Μεξικό, Ηνωμένες Πολιτείες, Αργεντινή, Χιλή, Ισπανία, Ιρλανδία, ακόμη και Ελλάδα. Αυτοί οι άνθρωποι, όπως εξηγεί, στηρίζουν πλέον τις οικογένειές τους που έμειναν πίσω, στέλνοντας εμβάσματα. Τα χρήματα αλλάζονται σε μικρά ποσά, για να μην εξαϋλωθούν από τον πληθωρισμό. Παράλληλα, η εγκληματικότητα εκτοξεύτηκε. Όπως λέει, όποιος είχε αυτοκίνητο ή κυκλοφορούσε με κινητό τηλέφωνο αποτελούσε αυτόματα στόχο. Οι κλοπές έγιναν καθημερινότητα και η αίσθηση ανασφάλειας καθολική. Η κατάρρευση χτύπησε και την ελληνική κοινότητα. Πολλοί Έλληνες που διατηρούσαν καταστήματα με ρούχα, παπούτσια και άλλα εμπορικά είδη αναγκάστηκαν να βάλουν λουκέτο. Ανάμεσά τους και ο πατέρας της. Το κατάστημα ρούχων που διατηρούσε έκλεισε, καθώς τα ενοίκια εκτοξεύτηκαν σε επίπεδα αδύνατο να καλυφθούν. «Δεν μπορούσαμε πια να κρατήσουμε τα μαγαζιά μας», καταλήγει.
Η συνεργασία της Cooltrends με την Parfois αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μεθοδικής ανάπτυξης βασισμένης στη συνέπεια, την ωριμότητα και τα μετρήσιμα αποτελέσματα