Ο Κώστας Τουρνάς και τα μυστικά της αιώνιας νιότης

Ο Κώστας Τουρνάς και τα μυστικά της αιώνιας νιότης

Σαράντα χρόνια στη μουσική σκηνή και αισθάνεται ότι ακόμα χρωστάει στο κοινό. Σαράντα και πλέον χρόνια κοινής πορείας με τη σύζυγό του, Μαρία και μιλάει για εκείνη με τον πρώτο ενθουσιασμό. Ο Κώστας Τουρνάς επιλέγει να δίνει αντί να παίρνει. Να ελπίζει παρά να φοβάται. Να ζει το τώρα και όχι να αναπολεί το παρελθόν. Και αυτά είναι μόνο κάποια από τα μυστικά της παρατεταμένης εφηβείας του

«Είναι πολλά τα χρόνια της ζωής μου», θα πει στην αρχή της κουβέντας μας ο Κώστας Τουρνάς, πιθανόν επειδή γνωρίζει καλά ότι η εικόνα του τον διαψεύδει. Δεν μπορεί, θα έχει παρατηρήσει ότι το πρόσωπό του δεν είναι σπασμένο, ότι δεν έχει βάλει κιλά και ότι ο χρόνος είναι -το λιγότερο- επιεικής μαζί του.

Αισθάνεται «αιώνιος έφηβος», όπως τον λένε; «Είναι μια υπερβολή, γιατί μεγαλώνω όπως όλη η γενιά μου. Τώρα, αν η ματιά μου, η αισθητική μου ή ο τρόπος που ντύνομαι είναι πιο κοντά σε ένα 30άρη παρά στην ηλικία μου, είναι θέμα εικόνας. Αλλά η εικόνα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια εικόνα. Δεν σημαίνει ότι δεν μεγαλώνω κιόλας. 44 χρόνια μετράω στον χώρο...».

Σε αυτή τη διαδρομή ο Κώστας Τουρνάς έχει ζήσει στιγμές αποθέωσης από την εποχή των Poll, αλλά και στη μετέπειτα σόλο καριέρα του, έχει γράψει τραγούδια-σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής, όπως τα «Ανθρωπε αγάπα» ή «Ελα ήλιε μου», αλλά δεν αγκιστρώνεται στο παρελθόν. Κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή, όπως τώρα στο «Ρυθμός Stage», έχει το ίδιο συναίσθημα: ότι χρωστάει στο κοινό. «Η σκηνή είναι ακριβώς όπως και η κοινωνική μας ζωή. Μόνο που στη σκηνή έχεις δύο ατού παραπάνω: τη μουσική και τον στίχο. Στην κοινωνική σου ζωή δεν θέλεις να νιώθεις ξένος ή αποκομμένος. Θέλεις να επικοινωνήσεις με τον κόσμο. Βέβαια υπάρχουν καλλιτέχνες που θεωρούν ότι ο κόσμος υποχρεούται να τους δει. Ο κόσμος δεν υποχρεούται ποτέ. Εχει την ευγενή καλοσύνη να ξεκινήσει να έρθει να σε δει. Υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι ενοχλούνται που ο κόσμος δεν αντιδρά άμεσα θετικά. Τι σημασία έχει ποιος είσαι ή τι έχεις κάνει στο παρελθόν; Κάθε παράσταση είναι μια πρόκληση», λέει με αφορμή την επικείμενη εμφάνισή του στη γνωστή αθηναϊκή σκηνή.

Οι Poll έζησαν μόνο για δύο χρόνια, όμως έγραψαν ιστορία


«Δεν το λέω από ταπεινότητα. Απλώς έχει μάθει ο κόσμος να κοκορεύεται πολύ. Ακούω, για παράδειγμα, ένα κορίτσι 19 ετών που έχει κάνει μια φωτογράφηση για ένα μικρό περιοδικό να λέει: “Στην καριέρα μου!”. Ρε παιδί μου, εντάξει, μπορεί να εννοεί την καριέρα που θέλει να κάνει. Οι άνθρωποι κοκορεύονται - κι αυτό μου δείχνει μάλλον έλλειψη αυτοπεποίθησης. Οταν έχεις αυτοπεποίθηση κατεβάζεις τους τόνους. Πιστεύω πολύ σ’ αυτό που θα σου πω: είναι μεγαλύτερη η χαρά του να δίνεις παρά του να παίρνεις. Οταν δίνεις, μεγαλώνει η ψυχή σου, σου χρωστάνε συνέχεια. Αν είναι αυτή η αρχή σου, δεν θα σε πτοήσει αν κάποιοι σου φερθούν και άσχημα. Την έχω περάσει αυτή τη δοκιμασία πολλές φορές. Του να δίνω δηλαδή και να μη μου φέρονται καλά. Και δεν πτοήθηκα ποτέ». 

Θεωρεί τον εαυτό του χορτασμένο καλλιτέχνη; «Το αίσθημα είναι ένα γέμισμα και μια ευγνωμοσύνη. Το αίσθημα αυτό δεν με εγκατέλειψε ούτε στις δυσκολότερες περιόδους της ζωής μου. Σε περιόδους όπου δεν έκανα τόσες παραστάσεις. Ακόμα και τότε, λοιπόν, ένιωθα αυτό γέμισμα, την αποδοχή, την αγάπη. Αυτό είναι το “προικιό” που σου μένει. Την αγάπη αυτή την εισπράττω και στην καθημερινότητα. Με σταματάνε στον δρόμο και μου λένε: “A, ρε Κωστάκη, να ’ξερες πόσο έχουμε χαρεί με τα τραγούδια σου ή που έχουμε μεγαλώσει με αυτά!».

Το 1971 είναι η χρονιά που μαζί με τρεις φίλους τoυ, τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς, τον Σταύρο Λογαρίδη και τον Κώστα Παπαϊωάννου, συστήνουν τους Poll: «Εγώ, νεαρούλης τότε, αισθανόμουν ότι κανείς δεν γράφει ένα τραγούδι για τη δική μου ζωή, τα δικά μου ενδιαφέροντα. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει το ρεπερτόριό μου, αλλά σπάνια έχω γράψει τραγούδι καψούρικο, ερωτικό. Γιατί θεωρώ ότι η καψούρα είναι μια πάθηση που θέλεις να γίνει αυτό που θες εσύ. Δεν μπορούσα λοιπόν να μείνω με το κενό. Ετσι, επιχείρησα αυτό που μου έλειπε. Αυτό έγινε με τους Poll. Υπήρχε ένα κενό αγοράς, όπως λένε οι διαφημιστές, ένα κενό της ψυχής μου, όπως λέω εγώ».




Στα δύο χρόνια ζωής της μπάντας οι τέσσερίς τους κατάφεραν να γράψουν ιστορία ως το πιο εμπορικό ελληνικό συγκρότημα όλων των εποχών και να γνωρίσουν την αποθέωση. Αλήθεια, τι γινόταν στα live τους; «Ο,τι βλέπεις και σήμερα με άλλους καλλιτέχνες. Ναι, γίνονταν τρελά πράγματα. Υπερβολές. Να σου τραβάνε τα μαλλιά, για παράδειγμα. Τα έχω ξαναδεί, όμως, να γίνονται αυτά. Τα έχω δει να γίνονται στον Ρουβά ή τώρα στους Boys and Noise».

Υπήρξε κάποια στιγμή που να παρασύρθηκε από την επιτυχία; «Μπορώ να σου μιλήσω μόνο για μένα. Μπορεί να έπαιρνα μεγάλη χαρά, ικανοποίηση με αυτό που ζούσα με τους Poll, αλλά ποτέ δεν θεώρησα ότι αυτό το πράγμα είναι δεδομένο. Οτι όλο αυτό με έκανε “κάποιον”. Ισως γι’ αυτό ποτέ δεν σταματώ να προσπαθώ, να δίνω ό,τι καλύτερο έχω για τον κόσμο». Μετάνιωσε για τη διάλυση του συγκροτήματος; «Κοίτα, ήταν μια μεγάλη απώλεια. Οταν ξεκινήσαμε, πιστεύαμε ότι αυτό που ζούσαμε δεν θα τελείωνε ποτέ. Δυστυχώς, δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Βέβαια, δεν πίστευα τότε ότι ήταν σωστό να αντικατασταθεί ένας από εμάς. Δεν θεωρούσα ότι έπρεπε να κρατηθεί η “επιχείρηση Poll” με το ζόρι. Και γι’ αυτό και ήρθε το τέλος».

Με τη σύζυγο του Μαρία είναι μαζί από το 1971



Στέκομαι λίγο παραπάνω σε εκείνα τα χρόνια και του ζητώ να μας αφηγηθεί πώς γεννήθηκαν κάποια από τα εμβληματικά τραγούδια του συγκροτήματος. «Το “Ανθρωπε αγάπα”, ας πούμε, το έγραψα αφού είδα την ταινία “Φράουλες και αίμα”. Οταν είδα να πετούν σαν σακιά τους Αμερικανούς φοιτητές που είχαν πάει να διαμαρτυρηθούν για τον πόλεμο στο Βιετνάμ σοκαρίστηκα. Η ταινία μού δημιούργησε θυμό και εκνευρισμό. Αυτός ο εκνευρισμός γέννησε το τραγούδι. Ηταν η πρώτη φορά που αντιλήφθηκα ότι οι άνθρωποι δεν είναι έτσι όπως θα ήθελα να είναι ή έτσι όπως τους φανταζόμουν. Τώρα στο “Eλα ήλιε μου”', ο στίχος “κοροϊδεύουν τα κλουβιά” κάτι λέει, γιατί το τραγούδι γράφτηκε μέσα στην επταετία. Και τα δύο τραγούδια γράφτηκαν μια κι έξω. Μονοκοπανιά. Λες και γράφτηκαν μόνα τους».

Πιάνει τον εαυτό του να αναπολεί τη δεκαετία του ’70; «Δεν αναπολώ τίποτα. Δεν έχει να κάνει με τις δεκαετίες. Εννοώ ότι όλοι αναπολούμε την εποχή όπου ήμασταν αθώοι. Από τη στιγμή που χάνεται η αθωότητα ενός ανθρώπου, καμία περίοδος, ούτε τα 70s , ούτε τα 80s ή τα 90s, δεν είναι καλή. Γιατί το “βάσανο” πια δεν είναι απ' έξω. Είναι από μέσα. Aρχίζεις και βασανίζεσαι με τα άγχη, τις εμμονές, τις σκέψεις, τα θέλω, τους εκνευρισμούς σου. Κολλάει το μυαλό σου, που λένε οι πιτσιρικάδες... Μέσα στο κεφάλι μας γίνεται ο πόλεμος. Και ο καθένας από εμάς έχει να παλέψει με το βασικό του ελάττωμα», λέει χαμογελώντας και συνεχίζει: «Εγώ είμαι νευρικός. Αν με ρωτούσες στα 30 μου, θα σου έλεγα: “Εγώ είμαι αρνί, δεν νευριάζω ποτέ”. Αλλά κατάλαβα ότι στη διάρκεια μιας μέρας μπορεί να έχω νευριάσει και δέκα φορές για μικροπράγματα. Αυτά είναι νεύρα». 

Δεν σκέφτηκε ποτέ να σταματήσει, έστω για ένα διάστημα; «Υπήρξαν πολλά μικρά διαλείμματα από το 2000 και μετά. Μέχρι τότε δεν ήξερα τι σημαίνουν διακοπές. Και τρεις ημέρες μου φαίνονταν πολλές. Θυμάμαι ότι ακόμα και στις διακοπές μου δούλευα. Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, ένιωσα την ανάγκη να ξεκουραστώ. Τεμπέλιασα για έξι μήνες. Αυτό όμως δεν μου έκανε καλό. Δεν μου αρέσει να είμαι οκνηρός ή κηφήνας. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η δημιουργικότητα είναι πηγή ζωής. Δεν είναι για μένα τα χρήματα η προτεραιότητα. Ναι, είναι σημαντικό να έχεις χρήματα, να μπορείς να ζήσεις, αλλά δεν είναι ο σκοπός της ζωής. Θυμάμαι, ως παιδί, δεν είχα καθόλου χρήματα. Δεν θυμάμαι ας πούμε να σκέφτομαι: “Δεν έχω λεφτά” ή “είμαι φτωχός’’».

Εχει αισθανθεί ποτέ οικονομική ανασφάλεια; «Πάρα πολλές φορές. Αλλά κάθε φορά αυτή η ανασφάλεια με κινητοποιούσε και όλο και κάτι γινόταν. Εχω μια παιδική αισιοδοξία και πιστεύω ότι πάντα θα γίνει κάτι καλό. Αυτό είναι το αντίδοτο στα άγχη μου. Δεν θέλω ούτε να χαζοαισιοδοξώ αλλά ούτε και να χαζοφοβάμαι κιόλας».



Το 1971, μαζί με τους Poll, γεννήθηκε και ένας μεγάλος έρωτας για τον Κώστα Τουρνά. Είναι η χρονιά που γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, Μαρία. «Με τη Μαρία είμαστε μαζί από το ’71. Πού να πάμε δηλαδή; Αφού και εκείνη ήθελε κι εγώ ήθελα. Τι μας εμπόδιζε; Η Μαρία αγαπάει τόσο πολύ αυτό που κάνω ώστε όταν μιλώ για τη ζωή μου, μιλώ κατά έναν τρόπο και για τη δική της ζωή. Δική της ζωή είναι, δεν είναι μόνο δική μου». 

Πώς νικά κανείς τη φθορά της καθημερινότητας; «Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν γεύεται τέτοια πράγματα. Η αγάπη δεν είναι μόνο στα καλά αλλά και στα δύσκολα. Το θέμα είναι να μη συντηρείς στο μυαλό σου τις κακές στιγμές. Αυτές οι στιγμές να μην μπαίνουν φρένο στη σχέση σου. Η αγάπη είναι αυτή που βάζει στην άκρη τα δύσκολα. Τον τσακωμό, τη διαφωνία, το παράπονο...  Αλλά η αγάπη δεν θέλει προσπάθεια».


ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης

foregein1

«Μη σας φανή παράξενο που μεταχειρίστηκα ξενική λέξι για τίτλο του σημερινού μου άρθρου, ή καλλίτερα που έγραψα με ξένα στοιχεία μια λέξι ολότελα ελληνική. Απλούστατα απεφάσισα να γίνω και γώ μοντέρνος γιατί αλλοιώτικα κινδυνεύω να χαρακτηρισθώ σαν βλάχος.