Το ημερολόγιο της Τίνας Μπράουν: Από τον Νιάρχο μέχρι τον Τραμπ και τη Ντέμι Μουρ

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
vanity_athrooo

Την εποχή που οι σαμπάνιες έρρεαν σε αφθονία, οι Δίδυμοι Πύργοι δέσποζαν ακόμα επιβλητικοί στον ουρανό, οι διασημότητες αποθεώνονταν σε πανάκριβα εξώφυλλα, η νεαρή τότε Αγγλίδα Τίνα Μπράουν μάθαινε για πρώτη φορά τι σημαίνει Νέα Υόρκη. 

Για την ακρίβεια, προσγειωνόταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, κάπως απότομα στο Μανχάταν πριν καλά-καλά κλείσει τα 30, έχοντας ήδη εξασφαλίσει πρόταση να αναλάβει σύμβουλος στο «Vanity Fair» και καταλήγοντας η απόλυτη «πριγκίπισσα» -όπως την αποκαλούσαν- στον χώρο των μίντια. Η αρχική άρνησή της να εργαστεί στον όμιλο ως σύμβουλος της βγήκε σε καλό, αφού, όπως και η βασική της ανταγωνίστρια, η επίσης Βρετανή Αννα Γουίντουρ, δεν συμβιβαζόταν με τίποτε άλλο από την αρχηγική θέση. Εγινε, τελικά, διευθύντρια και άλλαξε για πάντα το τοπίο του Τύπου, καταφέρνοντας, όπως έγραψαν γι’ αυτήν οι «New York Times», να «φέρει αμέτρητα χρήματα στον χώρο των ΜΜΕ ανεβάζοντας το επίπεδο». Για μία δεκαετία η Τίνα Μπράουν έγινε η απόλυτη κυρίαρχη του ομίλου της Conde Nast τον οποίο όριζε από το τιμόνι του «Vanity Fair» διοργανώνοντας αξέχαστα πάρτυ και ζώντας το απόλυτο γκλάμουρ πασπαλισμένο με τη χρυσόσκονη της διασημότητας και την εκλέπτυνση των σπουδαίων συγγραφέων που παρήλαυναν από τις σελίδες του περιοδικού. Το ημερολόγιο που κρατούσε από την εποχή εκείνη πήρε μορφή βιβλίου και κυκλοφόρησε με όλες τις καυτές λεπτομέρειες με τον χαρακτηριστικό τίτλο «The Vanity Fair Diaries 1983-1992».

Επιλέγοντας ως πρώτο εξώφυλλο του περιοδικού του οποίου ηγήθηκε την περίφημη «γοργόνα» της εποχής, την Ντάριλ Χάνα, με δεμένα μάτια να κρατάει στα χέρια της δύο Οσκαρ, η Τίνα Μπράουν έδωσε το ανατρεπτικό της στίγμα καταδεικνύοντας την αδιαφορία του Χόλιγουντ μπροστά στα πραγματικά ταλέντα για χάρη της εικόνας και συνδυάζοντας ιδανικά το παρασκηνιακό ρεπορτάζ με την υψηλής κλάσης δημοσιογραφία. Αλλωστε ήξερε ότι «το κουτσομπολιό είναι ένα είδος εθισμού», όπως έλεγε, και σε αυτό επιδιδόταν στα άπειρα δείπνα που περιγράφει αναλυτικά στο βιβλίο της στο «Le Cirque», στο «Four Seasons», στο «Studio 54» συντρώγοντας με τους σπουδαίους αστέρες, από τον Γουόρεν Μπίτι και τον Μάικλ Τζάκσον έως τον Οσκαρ ντε λα Ρέντα, αλλά και τους σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους όπως ο κολλητός της Μάρτιν Εϊμις και οι πρόσφατα εκλιπόντες Τομ Γουλφ και Φίλιπ Ροθ.

Εν ολίγοις, έζησε την ατμόσφαιρα μεγαλείου που απολάμβαναν τότε τα περιοδικά, μέχρι που κατέρρευσαν ο Dow Jones και η Wall Street στις 27 Οκτωβρίου του 1987, «την ίδια μέρα που άνοιγε το παράρτημα του Κριστιάν Λακρουά στη Νέα Υόρκη», όπως επισημαίνει εμφατικά η Μπράουν. Η «χλιδάτη εποχή του Ρέιγκαν και της Παρκ Αβενιου» έγινε οριστικό παρελθόν και η ίδια άφηνε το αστραφτερό «Vanity Fair» για κάτι πιο ψαγμένο και διανοουμενίστικο όπως το περίφημο «New Yorker». Αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο, ανάμεσα στα άπειρα ονόματα, δεσπόζουν κυρίως δύο από εκείνη τη δεκαετία: ο χαλκέντερος ιδιοκτήτης της Conde Nast, Σάι Νιούχαουζ, και ο καλλιτεχνικός διευθυντής, Αλεξ Λίμπερμαν, τους οποίους προσθέτει στο ιδανικό τρίγωνο της ανήκουστης επιτυχίας.


Ενα χαρακτηριστικό δισέλιδο του πολύκροτου βιβλίου. Δεξιά, δεσπόζει η φωτογραφία της Τίνας Μπράουν την εποχή που μεσουρανούσε ως διευθύντρια του «Vanity Fair»
book1


Η φιλία Νιάρχου - Κίσινγκερ

Από τις πρώτες αποστολές που ανέλαβε η νεαρή Μπράουν φτάνοντας στη Νέα Υόρκη ήταν να γράψει ένα βιωματικό κείμενο για τα 60χρονα γενέθλια του Χένρι Κίσινγκερ (Κίσιντζερ όπως είναι το σωστό), με τον οποίο φαίνεται ότι διατηρούσε στενή φιλία. Για την ακρίβεια, ο πολιτικός και διπλωμάτης διατηρούσε για χρόνια κοινωνικούς δεσμούς με τον σύζυγο της Μπράουν, Χάρολντ Ιβανς, ο οποίος υπήρξε ο θρυλικός διευθυντής των «Sunday Times» και σεβάσμιο πρόσωπο στους πολιτικούς κύκλους των Συντηρητικών. Το πάρτυ μάλιστα που παρέθεσε ο Κίσινγκερ στο διαμέρισμά του στο River House ήταν καλεσμένοι από τον πολυεκατομμυριούχο Τζόνι Κάρσον έως τον Σταύρο Νιάρχο, ο οποίος υπήρξε καλός και στενός φίλος του Κίσινγκερ. «Ο μικρόσωμος Σταύρος Νιάρχος συνοδευόταν μάλιστα από μια πολύ υψηλή Γερμανίδα πριγκίπισσα με ασημί παπούτσια. Οταν κάποια στιγμή βαρεθήκαμε να μιλάμε μεταξύ μας, μέναμε να θαυμάζουμε τα νερά από τους πίνακες του Μονέ που στραφτάλιζαν μέσα στον χώρο», γράφει για τη γνωριμία τους. Το κείμενο από αυτή την εμπειρία τής έδωσε τα διαπιστευτήρια που χρειαζόταν για να εισέλθει στον δύσκολο χώρο του «Vanity Fair» και να καταλάβει στη συνέχεια τη χρυσή διευθυντική καρέκλα.

Η Ελληνίδα καθαρίστρια

Το ελληνικό στοιχείο είναι παραπάνω από προφανές στο βιβλίο της, με κυρίαρχο αυτό της άλλοτε βασιλικής και πριγκιπικής οικογένειας της χώρας μας με την οποία η ίδια διατηρούσε δεσμούς, αλλά και με απλούς Ελληνες εργαζομένους. Ενδεικτικό είναι το περιστατικό με την Ελληνίδα καθαρίστρια η οποία τους φρόντιζε και τους πρόσεχε κατά την πρώτη περίοδο της άφιξής της στον παντοδύναμο όμιλο. Μόνο που την έκλεισαν κατά λάθος ένα ολόκληρο βράδυ στο δωμάτιο όπου φυλούσαν τις τουαλέτες και τα φορέματα για τις φωτογραφήσεις, κάτι που καταγράφεται στο αυθόρμητο και παράφορο κλίμα που χαρακτήριζε τότε το περιοδικό. Ο λόγος; Ηταν κάπως ζαλισμένοι από το πρότζεκτ του Boy George, καθώς είχαν αναγκαστεί να φορτώσουν ένα ολόκληρο αεροπλάνο με νυφικά -τα οποία τελικά δεν χρησιμοποιήθηκαν- για να τον πείσουν να φωτογραφηθεί ως ανδρόγυνο, μια έννοια άγνωστη τότε, τη δεκαετία του ’80.

Ο γάμος της Χάφινγκτον

«Ο γάμος της Αριάννας στις 12 Απρίλη του 1986 ήταν αυτός που κανείς θα περίμενε: όλος ο κόσμος είχε μαζευτεί στο εκκλησάκι του Αγίου Βαρθολομαίου σαν να επρόκειτο για βασιλικούς γάμους [...] Η ίδια έμοιαζε υπέροχη - ένας συνδυασμός Κάλλας και βασίλισσας Αλεξάνδρας. Ο Γαλανός τής είχε φτιάξει μια υπέροχη λευκή τουαλέτα με δαντέλα ενώ η ίδια έμοιαζε ανορεξικά αδύνατη», λέει με τον γνωστό δηκτικό της τρόπο η Τίνα Μπράουν, αντίστοιχο με αυτόν με τον οποίο εξυμνούσε μεν τις ικανότητες της Αριάννας Χάφινγκτον, αλλά δεν ξεχνούσε να τονίσει τις υπερβολές της λέγοντας ότι στην προσπάθειά της να προβάλει την ελληνική της καταγωγή προσπάθησε στον γάμο της να μιμηθεί το τελετουργικό των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων φορώντας μάλιστα στέμμα σαν αυτοκράτειρα. Σε τέτοιο σημείο που ο Χένρι Κίσινγκερ φοβήθηκε μήπως μετά από όλο αυτό το μπερδεμένο τελετουργικό με στοιχεία ορθόδοξης και καθολικής λειτουργίας αρχίσουν κάποια στιγμή να ψέλνουν στα αζτέκικα! Αλλωστε, όπως τονίζει η συγγραφέας, η Αριάννα δεν έκρυψε ποτέ την ελληνική καταγωγή της «παίζοντας με τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό της χαρτί και γράφοντας μάλιστα τη βιογραφία της Μαρίας Κάλλας».

Απαγορευμένες φωτογραφίες του Νιούτον

Ο Χέλμουτ Νιούτον φρόντισε να καλέσει τους πάντες για να τους δείξει τη δουλειά του κυκλοφορώντας ειδικό τεύχος με όλες τις φωτογραφίες που του είχαν απαγορεύσει να δημοσιεύσει στο «Vanity Fair». «Πιστεύω ότι η ρεπορταζιακή δουλειά που κάνει για μας είναι πολύ καλύτερη και μη αναμενόμενη από τις συγκεκριμένες φωτογραφίες», γράφει η Μπράουν θέλοντας να δικαιολογήσει την απόφασή τους να βάλουν όρια στον διάσημο φωτογράφο. «Η ειρωνεία της κίτρινης δημοσιογραφίας, που συνήθως προτιμά ο Νιούτον ως σήμα κατατεθέν, είναι μια κεντρική αφετηρία για τη δουλειά του - πολύ περισσότερο από το πορνό. Βλέπω την Τζουν να ανησυχεί που κάτω από τις φωτογραφίες δεσπόζει το όνομά της ως art director και γι’ αυτό κοιτώντας τες με ρωτάει κατά πόσο, με εξαίρεση τις πεολειχίες, η δουλειά του μου φαίνεται να έχει χιούμορ, για να πάρει την απάντησή μου πως το ‘‘εξαιρετική’’ και το ‘‘γεμάτη χιούμορ’’ δεν είναι ακριβώς οι λέξεις που θα χρησιμοποιούσα για να περιγράψω μια γυναίκα που επιδίδεται σε πεολειχία με ένα ερεθισμένο σεξουαλικά άλογο! Είναι προφανές πως ο Χέλμουτ ήθελε να συμμεριστούμε τις απόψεις του, αλλά κανείς δεν το έκανε. ‘‘Γ... τα!’’ ήταν η απάντησή του. ‘‘Στο Halloween θα κλείσω τα 67. Πότε να περιμένω ακριβώς να δημοσιεύσω τις φωτογραφίες με τις πεολειχίες; Οταν θα πεθάνω; Αντε στον διάολο. Αλλωστε, μόνος μου τις κυκλοφορώ και εγώ τις πληρώνω - από την τσέπη μου”. Σε αυτό δεν είχα πραγματικά τι να του πω», γράφει η Τίνα Μπράουν.


Η θλιμμένη πριγκίπισσα και η κόντρα με τον Κάρολο

«Τι ακριβώς συνέβαινε με αυτή τη φτωχή πριγκίπισσα της Ουαλίας; Τα κουτσομπολιά οργίαζαν. Φαινόταν ότι ο νεανικός της ενθουσιασμός είχε μεταλλαχθεί στο δυσάρεστο αίσθημα της φυλακισμένης πεταλούδας, απολύτως ανίδεης ακόμα και ως προς τους μηχανισμούς της τεράστιας επιδραστικότητας που ασκούσε η ίδια στον κόσμο. Αυθόρμητα ίσως να ήξερε να τη χρησιμοποιεί, αλλά όχι να τη χειραγωγεί αλλάζοντας κάπως τη ζωή και τη μοίρα της, κάτι εντελώς ακατανόητο δεδομένου του νεαρού της ηλικίας της. Ο Πάτρικ Λίτζφιλντ μου είπε ότι αυτή η έντονη μελαγχολία της εκφραζόταν σε ξεσπάσματα οργής τα οποία είχαν κουράσει τον Κάρολο και είχαν αρχίσει να ανησυχούν σοβαρά τη βασίλισσα και τον πρίγκιπα Φίλιππο. Οσο περισσότερο μάλιστα έλαμπε το άστρο της, τόσο περισσότερο βυθιζόταν ο Κάρολος στον επίσης μελαγχολικό εαυτό του. Ισως γιατί πίστευε πως τώρα που δεν έπρεπε πια να υποκρίνεται τον προνομιούχο εργένη, μπορούσε να αποσυρθεί στον πραγματικό εαυτό του, αυτή τη μοναχική παράδοξη φιγούρα την οποία κατέτρυχαν η αμφισβήτηση και η αμφιβολία. Και ενώ θεωρούσε ότι είχε βρει επιτέλους το γλυκό, παθητικό κορίτσι που θα του χάριζε τον διάδοχο και δεν θα αντιδρούσε ως προς το παρελθόν του και τις σχέσεις του με τις άλλες γυναίκες -συγκεκριμένα τη Lady Tryon από το παρελθόν και την Καμίλα Πάρκερ Μπόουλς-, συνέβη το αντίθετο. Ο κόσμος έκανε σαν τρελός για τη Lady D. Ο Ντάρι μού έλεγε πως ο Κάρολος δεν άντεχε την απόλυτη αδιαφορία της Νταϊάνας για τα πνευματικά ζητήματα και την απουσία περιέργειας. Επίσης δεν μπορούσε τη μανία που είχε με τα ρούχα. [...] Η Νταϊάνα περνούσε ώρες χαζεύοντας τα αποκόμματα από τις εφημερίδες, αφιερωμένα σε εκείνη, αναρωτώμενη προφανώς και η ίδια για το μυστικό της μαγείας της. Και όπως η Τζάκι Ο για να αποφορτιστεί ψώνιζε συνέχεια, έτσι και εκείνη. Επίσης περνούσε ώρες ολόκληρες αποκομμένη από τον κόσμο ακούγοντας στο γουόκμαν της μουσική και χορεύοντας μάλιστα μόνη της υπό τους ήχους των Dire Straits και των Wham! Εν τω μεταξύ ο Κάρολος γινόταν έξαλλος με το πόσο αδιάφορη έδειχνε η Νταϊάνα δημόσια προς το πρόσωπό του». Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι λεπτομέρειες για τη θλιμμένη πριγκίπισσα και τον γάμο, από τον οποίο ήθελε απλώς να το σκάσει, οδήγησαν στη διάσημη βιογραφία για την πριγκίπισσα Νταϊάνα με συγγραφέα την ίδια την Τίνα Μπράουν.

Ο άτακτος Τραμπ διαβάζει τα ημερολόγια του Χίτλερ

Η διάσημη δημοσιογράφος δεν μασάει τα λόγια της όσον αφορά τον Ντόναλντ Τραμπ, παρότι παραδέχεται πως το όνομά του δέσποζε στην πόλη τη δεκαετία του ’80 με διαφορετικούς τρόπους και πως η βιογραφία του «Η τέχνη της διαπραγμάτευσης» είχε κάνει αίσθηση. Ηταν γνωστά ο υπερβολικός του χαρακτήρας και η ασωτία του από τότε, την οποία η Μπράουν φαίνεται να γνωρίζει με λεπτομέρειες. Μάλιστα αυτές είναι που εμπλούτισαν το περίφημο κείμενο της φίλης της και καλής δημοσιογράφου Μαρί Μπρένερ στο «Vanity Fair», λίγα χρόνια μετά την πρώτη της γνωριμία με τον Τραμπ, όπου δίνονται πλήρεις λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα και την προσωπική ζωή του. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στη συνήθεια του σημερινού προέδρου των ΗΠΑ να διαβάζει, καθημερινά σχεδόν, τα ημερολόγια του Χίτλερ για να ξεσηκώνει ιδέες. Και αυτό, όπως ξέρουν όλοι, είναι ένα στοιχείο που είχε εκμυστηρευτεί η ίδια η Ιβάνα Τραμπ σε ένα δείπνο στην Τίνα Μπράουν. Για να εκδικηθεί τη δημοσιογράφο που έγραψε το κείμενο στο «Vanity Fair» ο Τραμπ φρόντισε να τη συναντήσει και να της ρίξει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί βρίζοντας -από τότε- τα μίντια. Στο βιβλίο η Μπράουν αποκαλύπτει τους απολαυστικούς διαλόγους με τον άλλοτε φιλικό Τραμπ, που της ομολογεί ότι βαριέται οτιδήποτε αφορά την κουλτούρα: «Πήγα στην πρεμιέρα στη Metropolitan Opera χθες βράδυ. Είδα το ‘‘Ring’’. Πλάσιντο Ντομίνγκο. Πέντε ώρες. Το δείπνο άρχισε στις 12. Αδιανόητο. Είπα στην Ιβάνα: ‘‘Είσαι τρελή; Ποτέ ξανά”».

«Η... τρίχα» του Γουόρεν Μπίτι

Τάδε τουλάχιστον έφη ο στενός του φίλος, συμπληρώνοντας ότι είναι ικανός «για ένα καλό κρεβάτι να ταξιδέψει πέντε ώρες στην άλλη άκρη» και τονίζοντας ότι δεν είναι τυχαία η φήμη που συνοδεύει τον διαβόητο γυναικοκατακτητή. Η ίδια η Τίνα Μπράουν, η οποία δεν δείχνει να συμμερίζεται τον χαμό του #metoo -αφού το επόμενο αφεντικό της και φίλος της ήταν ο Γουάινστιν- και αποφεύγοντας να αναφέρει κάποια σοβαρή σεξουαλική παρενόχληση, παραδέχεται ότι φλέρταρε με τον Γουόρεν Μπίτι. Το απολαυστικό τους γεύμα σε κεντρικό εστιατόριο του Μανχάταν κατέληξε σε διαπραγμάτευση για μια πιθανή συνέντευξη αλλά με όρους... όχι και τόσο επαγγελματικούς. Η νεαρή τότε, εντυπωσιακή και με γαλανά μάτια Τίνα Μπράουν φρόντισε να είναι όσο πιο γοητευτική μπορούσε για να τον πείσει, με μία μόνο λεπτομέρεια: ο ίδιος είχε άλλα πράγματα στον νου του για τη συνέντευξη, η οποία προφανώς θα είχε γίνει αν είχε εκείνη ενδώσει στη γοητεία του.   


Δεν αρνείται ότι είχε μια ικανή ανταγωνίστρια, την Αννα Γουίντουρ, η οποία μόλις είχε καταφτάσει και αυτή από το Λονδίνο διεκδικώντας ηγετικό ρόλο: στην αρχή τής δόθηκε θέση στο «House & Garden» με την προοπτική να της χαρίσουν τη διευθυντική καρέκλα στη «Vogue», μια θέση που άφηνε εντελώς αδιάφορη την πιο διανοούμενη Μπράουν. «Νόμιζαν ότι βάζοντας τα δύο δυνατά σκυλιά το ένα δίπλα στο άλλο θα αλληλοσπαραχθούμε», γράφει με νόημα στα ημερολόγιά της τονίζοντας πως στην πραγματικότητα οι δύο γυναίκες δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν και έτσι ανέπτυξαν μια συναδελφική φιλία. Φυσικά αφήνει αιχμές για την προνομιακή μεταχείριση που είχαν κάποιοι σχεδιαστές από τη Γουίντουρ όπως ο Οσκαρ ντε λα Ρέντα, τον οποίο περιγράφει με τα χειρότερα λόγια. Επιμένει ότι ο διάσημος σχεδιαστής είχε την τάση να κερδίζει την εύνοια των γυναικών -και δη με ηγετική στα μίντια θέση- στέλνοντας εκλεκτά δώρα, από τα οποία όμως η ίδια δεν έδειξε να γοητεύεται. Γενικά, για ελάχιστες διασημότητες εκφράζεται ιδιαίτερα θερμά η Τίνα Μπράουν. Απαριθμεί δε τις παραξενιές τους -τις οποίες ήξερε από πρώτο χέρι-, με μοναδική εξαίρεση... τον Μάικλ Τζάκσον. Χαρακτηρίζει τη μεταξύ τους συνάντηση ιδιαίτερα θερμή και τον ίδιο μια διάνοια «αντίστοιχη με τον Μότσαρτ», για να τονίσει ότι «το χάρισμά του, όπως καθενός με τέτοια παγκόσμια ανταπόκριση, είχε καλλιεργηθεί περαιτέρω από τη μοναχική του πειθαρχία, τη σαρωτική του εμμονή και το απελπισμένο πάθος του για την εξάλειψη του εγώ».


Γνωρίζοντας απόλυτα τα όριά της ή μάλλον καλύτερα πώς να τα ξεπερνά, η δυναμική διευθύντρια του «Vanity Fair» είχε καταλάβει ότι πρέπει να αποχαιρετήσει τη δεκαετία του ’80 αφήνοντας το δικό της στίγμα με κάτι σαρωτικό, για το οποίο όλοι θα μιλούσαν. Παραδέχεται ότι είχε και αυτή τις άτυχες στιγμές της όπως ένα θέμα για τη Μάργκαρετ Θάτσερ, αλλά όλα άλλαξαν με το εξώφυλλο της Ντέμι Μουρ. Παρότι διατηρούσαν φιλική σχέση και έτρωγαν παρέα σε διάφορα πολυτελή εστιατόρια του Μανχάταν, δεν ήταν εκείνη που την έπεισε να κάνει το μεγάλο βήμα, αλλά η φωτογράφος της Ανι Λίμποβιτς. Δεν έδωσε σημασία σε όσα λέγονταν για τον ελευθεριακό χαρακτήρα της Ντέμι Μουρ και από αντικείμενο κάθε κουτσομπολιού τη μετέτρεψε σε απόλυτο φεμινιστικό ίνδαλμα: «Θέλαμε τόσο πολύ να κάνουμε ένα θέμα με το οποίο το ‘‘Vanity Fair’’ θα άφηνε πίσω του με αποφασιστικότητα τη δεκαετία του ’80, καταθέτοντας τη δική του διακήρυξη για το τι είναι μοντέρνο, προοδευτικό, φρέσκο, ανοιχτό μετά την εξαιρετικά προβληματική περίοδο του Τραμπ. Είχα σπάσει το κεφάλι μου να σκεφτώ ποιο κοινωνικό σχόλιο θα ταίριαζε στην περίσταση. Και τώρα, με μια απλή, μεθυστική εικόνα η Ανι έβαζε και πάλι την επιχείρηση μπροστά. Αυτό ήταν. Ετσι πρέπει να φαίνεται μια διασημότητα τη δεκαετία του ’90! Οχι μόνο φυσική, αλλά σύμφωνα με τη φύση της! Επιπλέον την ίδια στιγμή η φωτογραφία αυτή συνιστούσε μια υπέροχη φεμινιστική πρόταση».


Με αυτό τον τρόπο η Τίνα Μπράουν φρόντισε να αποχαιρετήσει το περιοδικό περνώντας στη συνέχεια στον πολύ πιο πνευματικό χώρο του «New Yorker» και από εκεί στο «Talk», το περιοδικό που εγκαινίασε με τον πολυσυζητημένο Γουάινστιν. Σήμερα η διάσημη δημοσιογράφος θεωρείται μία από τις ηγετικές και πιο ακριβοπληρωμένες περσόνες στον χώρο των μίντια διατηρώντας μακροχρόνιες φιλίες (αποκλειστικά) με τους πλούσιους, διάσημους και ισχυρούς. Διόλου τυχαία, δίνει σεμινάρια στον κλειστό κύκλο του Νταβός, εκεί όπου -και σε δικό της δείπνο- λέγεται ότι πρωτοέγινε η αποκάλυψη για την εγκυμοσύνη της Αμάλ Αλαμουντίν. Αλλωστε, αν κάτι δεν το ξέρει η Τίνα Μπράουν, μάλλον δεν ισχύει. Ή, καλύτερα, δεν έχει περάσει καν από το μυαλό του διάσημου συνομιλητή της.


book2
Στο βιβλίο περιγράφεται διεξοδικά η φιλία του Αμερικανού διπλωμάτη Χένρι Κίσινγκερ με τον Ελληνα κροίσο Σταύρο Νιάρχο
book3
book4
Η φωτογράφος Ανι Λίμποβιτς δεν έδωσε σημασία σε όσα λέγονταν για τον ελευθεριακό χαρακτήρα της Ντέμι Μουρ και από αντικείμενο κάθε κουτσομπολιού τη μετέτρεψε σε απόλυτο φεμινιστικό ίνδαλμα
book5
book6

ΣΧΟΛΙΑ (1)

stamos

Αλογομυγες..

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης