Πριν καν κτιστεί το Ζάππειο μέγαρο, πραγματοποιήθηκε η οικοδόμηση του Ιστορικού Συγκροτήματος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.
Ιδρυθέν το 1837, λίγα μόλις χρόνια μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αποτελεί έναν από τους παλαιότερους εκπαιδευτικούς θεσμούς της χώρας, ένα χώρο συνυφασμένο με την επιστημονική πρόοδο, την αρχιτεκτονική ιστορία της χώρας και, βεβαίως, με κορυφαίες στιγμές της νεότερης δημοκρατικής πορείας της Ελλάδας.
Πράγματι, οι περισσότεροι Έλληνες γνωρίζουν το Πολυτεχνείο μέσα από τις εικόνες της εξέγερσης του 1973 ενώ άλλοι το συνδέουν με τη μακρά ιστορία της τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αφού εκεί εκπαιδεύτηκαν ολόκληρες γενιές μηχανικών.
Λίγοι γνωρίζουν, ωστόσο, ότι πίσω από τις εμβληματικές προσόψεις του ιστορικού συγκροτήματος της Πατησίων εξελίσσεται τα δύο τελευταία χρόνια μια εκτεταμένη προσπάθεια αποκατάστασης και επανάχρησης χώρων, που για δεκαετίες παρέμεναν κλειστοί, εγκαταλελειμμένοι ή υποβαθμισμένοι.
Η προσπάθεια, που συντελείται δεν αφορά μόνο στην αισθητική αναβάθμιση ιστορικών κτηρίων αλλά αποτελεί μια συνολική απόπειρα επανασύνδεσης του Πολυτεχνείου με την ίδια την πόλη.
Νέοι συνεδριακοί χώροι δημιουργούνται, ιστορικές συλλογές οργανώνονται για πρώτη φορά σε μουσειακή μορφή, κειμήλια που αφηγούνται την ιστορία του ιδρύματος αναδεικνύονται και χώροι που επί δεκαετίες ήταν απρόσιτοι, αποκτούν ξανά δημόσιο χαρακτήρα.
Κλείσιμο
Πάνω από όλα, όμως, δεσπόζει ένα έργο, που δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, παρά το γεγονός ότι θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό για το συγκρότημα του Πολυτεχνείου: η πλήρης αποκατάσταση του ιστορικού κτηρίου Γκίνη. Ένα νεοκλασικό κτήριο 7.995 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο παραμένει σήμερα κενό και μη λειτουργικό, αναμένοντας την απαραίτητη χρηματοδότηση, που θα επιτρέψει την αποκατάστασή του.
«Η αποκατάσταση του κτηρίου Γκίνη θα λειτουργήσει ευεργετικά όχι μόνο για το Πολυτεχνείο και την κοινότητά του αλλά και για όλους τους Έλληνες πολίτες», τονίζει ο Πρύτανης του ΕΜΠ, Καθηγητής Ιωάννης Χατζηγεωργίου, μιλώντας αποκλειστικά στο protothema. Ο ίδιος, υπογραμμίζει, ότι η αξιοποίησή του συνδέεται άμεσα με τη συνολική αναβάθμιση της περιοχής, καθώς θα συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξη της πολιτιστικής και αστικής φυσιογνωμίας της Αθήνας.
Η Πρυτανεία: Ένα κτήριο-σύμβολο
Η περιήγηση ξεκινά από το κτήριο της Πρυτανείας. Μαζί με το κατοπτρικό κτήριο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, αποτελούν τα περίφημα «δίδυμα» του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, του μεγάλου αρχιτέκτονα, που σφράγισε την εικόνα του ιστορικού συγκροτήματος, βασισμένου σε σχέδια του Κρίστιαν Χάνσεν.
Η σημασία των κτηρίων για την αρχιτεκτονική ιστορία της χώρας είναι τεράστια. Πρόκειται για κτήρια που κατασκευάστηκαν σε μια εποχή κατά την οποία η Αθήνα διαμορφωνόταν ακόμη ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους.
Κι όμως, παρά την ιστορική τους αξία, δεν έμειναν ανεπηρέαστα από τις περιπέτειες των τελευταίων δεκαετιών. Το 1991 η Πρυτανεία υπέστη σοβαρότατες καταστροφές από πυρκαγιά. Οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν στις υλικές καταστροφές. «Ένα πολύ μεγάλο μέρος της συλλογής του Πολυτεχνείου καταστράφηκε τότε», λέει ο Πρύτανης.
Η παραδοχή αυτή αποκαλύπτει το μέγεθος της πρόκλησης, που αντιμετωπίζει σήμερα το Ίδρυμα. Δεν πρόκειται απλώς για συντήρηση κτηρίων αλλά για προσπάθεια διάσωσης μιας ιστορικής μνήμης που σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ήδη τραυματιστεί ανεπανόρθωτα.
Τα τελευταία χρόνια η εικόνα της Πρυτανείας αλλάζει σταδιακά. Χώροι που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για διοικητικές λειτουργίες αποκτούν νέες χρήσεις, ενώ η φιλοσοφία της διοίκησης είναι σαφής: τα ιστορικά κτήρια πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως κλειστά διοικητικά κελύφη και να γίνουν ξανά ζωντανά τμήματα της καθημερινότητας του ιδρύματος.
Η άγνωστη αίθουσα με τα αγάλματα
Ίσως ο πιο εντυπωσιακός χώρος, που δημιουργήθηκε μέσα στην Πρυτανεία να είναι και ο λιγότερο γνωστός. Πίσω από μια διακριτική είσοδο , εκεί που παλαιότερα φιλοξενούνταν η γραμματεία της Συγκλήτου και του Πρύτανη, η αίθουσα έχει μετατραπεί σε έναν εξαιρετικά καλαίσθητο μικρής κλίμακας συνεδριακό χώρο περίπου 110 θέσεων, ο οποίος φιλοξενεί επιστημονικές εκδηλώσεις, παρουσιάσεις, διαλέξεις και πολιτιστικές δράσεις.
Το στοιχείο όμως που τραβά αμέσως το βλέμμα είναι τα τρία μεγάλα αγάλματα, που δεσπόζουν στο βάθος με τον επιβλητικό φωτισμό να τα αναδεικνύει:
Ο Ηρακλής του Farnese, η Φλώρα του Farnese και η Νίκη της Σαμοθράκης, συνθέτουν ένα σκηνικό που παραπέμπει περισσότερο σε αίθουσα μουσείου παρά σε πανεπιστημιακό συνεδριακό χώρο. Τα γύψινα αυτά καλλιτεχνικά δημιουργήματα είναι από τα ελάχιστα αντίγραφα που υπάρχουν στον κόσμο και αποτελούν και αυτά, μαζί με τα υπόλοιπα έργα τέχνης που ανήκουν στην καλλιτεχνική περιουσία του Ιδρύματος, ζωντανή μαρτυρία της ιστορίας του.
Οι ταραγμένες κοινωνικά περίοδοι, που βίωσε το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο άφησαν βίαια τα ίχνη τους σε πολλά έργα τέχνης της συλλογής του. Ένα από αυτά ήταν και ο Ηρακλής του Farnese το οποίο ευρισκόμενο σε πολύ κακή κατάσταση μεταφέρθηκε με απόφαση του Ιδρύματος στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου για προστασία και αποκατάσταση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 2000. Ακολούθως το επιβλητικό γλυπτό μεταφέρθηκε στον φυσικό του χώρο, στο Ιστορικό Συγκρότημα του Πολυτεχνείου.
Η ανακαινισμένη αίθουσα με τα αγάλματα
Ο νέος συνεδριακός χώρος της αίθουσας με τα αγάλματα
Η αίθουσα μεταμορφώθηκε σταδιακά: οι τοίχοι αποκαταστάθηκαν, εγκαταστάθηκε νέος φωτισμός και ο χώρος εξοπλίστηκε με υπερσύγχρονα συστήματα ήχου και εικόνας. Λειτουργεί ήδη περισσότερο από ενάμιση χρόνο και έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον περιζήτητους χώρους του ιδρύματος. «Δεχόμαστε συνεχώς αιτήματα για τη διάθεσή της – διαλέξεις, συνέδρια, παρουσιάσεις», αναφέρει ο Πρύτανης, καθώς πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους χώρους στο κέντρο της Αθήνας, που να συνδυάζει ιδανικά την ιστορική ατμόσφαιρα με τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες.
Η δεύτερη «έκπληξη» βρίσκεται στον κύριο χώρο της αίθουσας. Εκεί εκτίθενται αντίγραφα φωτογραφιών της εξέγερσης του Νοεμβρίου του 1973 από το ιστορικό αρχείο του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα. Εκτίθενται με την άδεια της ΕΡΤ μετατρέποντας τον χώρο σε ένα ιδιότυπο σημείο συνάντησης της ιστορικής μνήμης με τη σύγχρονη πανεπιστημιακή ζωή. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος ο Σαρρηκώστας επισκέφθηκε τον χώρο όταν πληροφορήθηκε ότι φιλοξενούνται εκεί οι φωτογραφίες του. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Πρύτανη, όχι μόνο ενέκρινε την πρωτοβουλία αλλά πρότεινε και την επέκταση της έκθεσης με επιπλέον υλικό.
Η παρουσία των φωτογραφιών λειτουργεί ως διακριτική υπενθύμιση ότι η ιστορία του Πολυτεχνείου δεν εξαντλείται στο 1973, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί ποτέ να αποκοπεί από εκείνη την κορυφαία στιγμή της νεότερης ιστορίας.
Η αίθουσα της Συγκλήτου
Σε μικρή απόσταση βρίσκεται η αίθουσα της Συγκλήτου. Τα πορτρέτα και οι προτομές καθηγητών και πρυτάνεων που κοσμούν τους τοίχους συγκροτούν ένα ιδιότυπο πάνθεον μορφών που σημάδεψαν την εξέλιξη του ιδρύματος. Ανάμεσά τους βρίσκονται πρόσωπα που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ενώ η ιστορία του ιδρύματος ξετυλίγεται μέσα από διαδοχικές γενιές ακαδημαϊκών. Πρόκειται για ένα χώρο, που αποπνέει ιστορική συνέχεια και θεσμική μνήμη, υπενθυμίζοντας ότι το Πολυτεχνείο αποτελεί έναν από τους ελάχιστους ελληνικούς θεσμούς που διατηρούν αδιάλειπτη παρουσία σχεδόν δύο αιώνων.
Η νέα αίθουσα της Συγκλήτου
Στο υπόγειο γεννιέται ένα νέο μουσείο
Η μεγαλύτερη ίσως έκπληξη περιμένει τον επισκέπτη στο υπόγειο της Πρυτανείας.
Για χρόνια ο χώρος αυτός παρέμενε ουσιαστικά αθέατος και αφιλόξενος λόγω των υψηλότατων επίπεδων υγρασίας, που σου έκοβε την ανάσα. Αντικείμενα ιστορικής αξίας βρίσκονταν διάσπαρτα, χωρίς ενιαία αφήγηση και χωρίς τις κατάλληλες συνθήκες έκθεσης.
Σήμερα η εικόνα αλλάζει. Ένα νέο μουσείο βρίσκεται υπό διαμόρφωση, φιλοδοξώντας να αφηγηθεί την ιστορία της τεχνολογίας στην Ελλάδα μέσα από την ιστορία του ίδιου του Πολυτεχνείου. «Προσπαθούμε να αναδείξουμε τη συλλογή του Πολυτεχνείου με τον τρόπο που αξίζει στην ιστορία και την παράδοσή μας – πάντα με τη βοήθεια ειδικών», λέει ο Πρύτανης.
Γεννήτριες, μετασχηματιστές, εργαστηριακά όργανα, πίνακες ηλεκτροδότησης, μηχανήματα και οι πρώτοι υπολογιστές που εγκαταστάθηκαν ποτέ στο Πολυτεχνείο αποκτούν πλέον οργανωμένη θέση μέσα σε μια σύγχρονη μουσειακή διαδρομή.
Η προσπάθεια δεν είναι απλή. Σε πολλές περιπτώσεις τα ίδια τα αντικείμενα έχουν απωλέσει μέρος της τεκμηρίωσής τους, ενώ απαιτείται σημαντική ιστορική έρευνα για την πλήρη καταγραφή και αξιολόγησή τους. Το έργο υλοποιείται συνδυαστικά με τη συγγραφή της συνοπτικής ιστορίας του Ιδρύματος από ομάδα ειδικών με επικεφαλής τον Καθηγητή ΕΚΠΑ Αριστοτέλη Τύμπα, ενόψει της συμπλήρωσης 190 ετών από την ίδρυση του ΕΜΠ τον επόμενο χρόνο.
Ο μουσειακός χώρος που διαμορφώνεται
Παράλληλα, στον ίδιο χώρο εκτίθενται έργα τέχνης σημαντικών γλυπτών και ζωγράφων που δίδαξαν στο Ίδρυμα, δημιουργώντας έναν πρωτότυπο διάλογο ανάμεσα στην τεχνολογία και την καλλιτεχνική δημιουργία.
Η μουσειακή πρόταση συνοδεύεται από έναν μικρό συνεδριακό χώρο, ο οποίος διαθέτει ήδη τις απαραίτητες τεχνικές υποδομές για τη φιλοξενία εκδηλώσεων περιορισμένης κλίμακας.
Ξεχωριστή θέση εδώ, κατέχει η ενότητα που είναι αφιερωμένη στους πρώτους εορτασμούς της 17ης Νοεμβρίου, ένας χώρος με ιδιαίτερο συμβολισμό. Εδώ, επιλέχθηκε να συγκεντρωθεί και να παρουσιαστεί υλικό, που συνδέεται με τους πρώτους εορτασμούς της εξέγερσης του Πολυτεχνείου αλλά και με τα χρόνια της δικτατορίας. Πρόκειται για αντικείμενα, που δεν αποτελούν απλώς μουσειακά εκθέματα, αλλά τεκμήρια μιας περιόδου, που σημάδεψε τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Ο ιστορικός πολύγραφος της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου
Ο νέος μουσειακός χώρος αφιερωμένος στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου
Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο πολύγραφος, που χρησιμοποιήθηκε για την αναπαραγωγή κειμένων, ανακοινώσεων και προκηρύξεων, καθώς και φωτοαντιγραφικός εξοπλισμός της εποχής. Αντικείμενα που σήμερα μπορεί να μοιάζουν τεχνολογικά πρωτόγονα, αλλά πριν από μισό αιώνα αποτελούσαν εργαλεία διάδοσης ιδεών και πολιτικής έκφρασης.
Η φιλοσοφία του εγχειρήματος δεν είναι να δημιουργηθεί ένας ακόμη κλειστός εκθεσιακός χώρος. Αντίθετα, στόχος είναι να προκύψει ένα «ζωντανό μουσείο», ενταγμένο στην καθημερινή λειτουργία του ιδρύματος, σε άμεση γειτνίαση με τον νέο συνεδριακό χώρο του υπογείου.
Μηχανουργείο: Η πιο εντυπωσιακή μεταμόρφωση
Αν η Πρυτανεία συμβολίζει την ανάδειξη της ιστορικής μνήμης, το Μηχανουργείο αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάκτησης ενός χώρου, που για δεκαετίες είχε χαθεί για το ίδιο το πανεπιστήμιο.
Ο χώρος του Μηχανουργείου βρίσκεται στο ισόγειο του κτηρίου της Μπουμπουλίνας, γνωστό και ως κτήριο Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων, το οποίο κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1950. Η ονομασία «Μηχανουργείο» δεν είναι τυχαία. Στον χώρο λειτουργούσαν εργαλειομηχανές, δράπανα, φρέζες και κάθε είδους εξοπλισμός απαραίτητος για την πρακτική εκπαίδευση των φοιτητών - «Ως φοιτητής έκανα κι εγώ μάθημα εδώ», λέει ο Πρύτανης, καθώς διασχίζει τον τεράστιο ενιαίο χώρο των περίπου 1.000 τετραγωνικών μέτρων.
Το Μηχανουργείο πριν και μετά
Το πρώτο πράγμα, που εντυπωσιάζει είναι η κλίμακα του χώρου. Ψηλές οροφές, μεγάλα ανοίγματα, ένα περιμετρικό πατάρι με φρεσκοσυντηρημένο μωσαϊκό κι ένα ιστορικό βιομηχανικό ύφος, που δύσκολα συναντά κανείς πλέον σε εκπαιδευτικά κτήρια.
Για περίπου τρεις δεκαετίες, ωστόσο, ο χώρος βρισκόταν σε κατάσταση κατάληψης.
«Όλο αυτό το διάστημα δεν είχαμε πρόσβαση. Ούτε η τεχνική υπηρεσία, ούτε η υπηρεσία καθαριότητας, ούτε η φύλαξη», αναφέρει ο κ. Χατζηγεωργίου.
Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση του χώρου λόγω των εκτεταμένων καταστροφών που υπέστη κατά τη διάρκεια των πολλών ετών που ήταν κατειλημμένος. Οι υπηρεσίες του ιδρύματος δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν ούτε βασικές εργασίες συντήρησης, ενώ κατά περιόδους ο χώρος συνδεόταν με επεισόδια που εκτυλίσσονταν στην ευρύτερη περιοχή. Η πλήρης εκκένωση ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2025, μετά από μια διαδικασία που διήρκεσε μήνες.
Ο Πρύτανης επισημαίνει, ότι ο τερματισμός της κατάληψης και η εκκένωση του χώρου έγινε χωρίς αστυνομική επέμβαση. «Δεν ήταν εύκολο, υπήρξαν αντιδράσεις, αλλά τελικά ο χώρος εκκενώθηκε και κλειδώθηκε έως ότου ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης».
Παράλληλα όμως αποκαλύφθηκαν και τα στοιχεία που συνθέτουν τον ιστορικό χαρακτήρα του Μηχανουργείου. Εύκολα διακρίνονται οι θέσεις έδρασης των παλιών μηχανημάτων, όπως και τα χαρακτηριστικά του δαπέδου, το οποίο είχε σχεδιαστεί ειδικά για τις ανάγκες μίας βιομηχανικού τύπου δομής. «Το πάτωμα θα το αφήσουμε όπως είναι. Σχεδιάστηκε για μηχανουργείο. Είναι κομμάτι της ιστορίας του χώρου», εξηγεί.
Σήμερα το Μηχανουργείο βρίσκεται ουσιαστικά ένα βήμα πριν από την πλήρη επαναλειτουργία του. Απομένουν περιορισμένες τεχνικές παρεμβάσεις ενώ οι βασικές υποδομές έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Η θέρμανση λειτουργεί, οι βοηθητικοί χώροι έχουν αποκατασταθεί και το πάλαι ποτέ περιβόητο «κατειλημμένο Μηχανουργείο» του οποίου τον έλεγχο είχε απωλέσει το Ίδρυμα για δεκαετίες μπορεί πλέον να φιλοξενήσει πλήθος δραστηριοτήτων.
Οι δυνατότητες είναι μεγάλες: εκθέσεις, ημερίδες, παρουσιάσεις, επιστημονικές διαλέξεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις αλλά και οι ετήσιες Ημέρες Καριέρας του Πολυτεχνείου θα μπορούν στο μέλλον να πραγματοποιούνται εκεί. «Το δύσκολο ήταν να αποκτήσουμε ξανά τον χώρο. Το να βάλεις καθίσματα, οθόνες ή εξοπλισμό είναι το εύκολο», σημειώνει ο Πρύτανης.
«Έχω κινδυνεύσει προσωπικά εδώ»
Η συζήτηση για τους χώρους, που ανακτώνται οδηγεί αναπόφευκτα στο ζήτημα της ασφάλειας. Το θέμα παραμένει ευαίσθητο για το Πολυτεχνείο, καθώς επί δεκαετίες αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων.
Ο Πρύτανης μιλά ανοιχτά για την προσωπική διάσταση που έχει αποκτήσει για τον ίδιο.
«Έχω κινδυνεύσει προσωπικά εδώ», θα πει, ενώ καθώς περπατά στους χώρους του συγκροτήματος, δείχνει ένα σημείο του τοίχου όπου υπήρχε γραμμένο ένα απειλητικό σύνθημα. «Εδώ έγραφε “μία σφαίρα στο κεφάλι του Πρύτανη”».
Παρά τα περιστατικά αυτά, υποστηρίζει ότι η κατάσταση έχει αλλάξει ραγδαία επί τα βελτίω.
«Σήμερα τα θέματα της ασφάλειας έχουν επιλυθεί. Δεν νιώθω φόβο. Υπάρχει έλεγχος και τα προβλήματα είναι μηδαμινά σε σχέση με αυτά που υπήρχαν στο παρελθόν».
Ο Πρύτανης ΕΜΠ, Καθηγητής Ιωάννης Χατζηγεωργίου
Η προσωπική του στάση απέναντι στο ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη δική του διαδρομή.
«Προέρχομαι από μια μικρή κωμόπολη της Μακεδονίας. Αν γύρισα τον κόσμο, το οφείλω στο Πολυτεχνείο. Αν έγινα καθηγητής και Πρύτανης, το οφείλω στο Πολυτεχνείο. Δεν μπορώ να το βλέπω να καταστρέφεται», καταλήγει.
Το κτήριο Γκίνη: το μεγάλο στοίχημα της αποκατάστασης
Παρά τα έργα που έχουν ήδη ολοκληρωθεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη, η μεγαλύτερη πρόκληση για το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα μακριά: το κτήριο Γκίνη.
Το κτήριο Γκίνη
Με συνολική στεγασμένη επιφάνεια περίπου 8.000 τετραγωνικών μέτρων, αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά κτήρια του συγκροτήματος και ένα από τα ελάχιστα μεγάλα νεοκλασικά εκπαιδευτικά κτήρια που διασώζονται σήμερα στην Ελλάδα. Κτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920 και πήρε το όνομά του από τον Άγγελο Γκίνη, καθηγητή της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών και μετέπειτα Πρύτανη του ΕΜΠ. Για δεκαετίες αποτέλεσε κεντρικό χώρο διδασκαλίας. Στα αμφιθέατρά του εκπαιδεύτηκαν γενιές μηχανικών, ενώ το εσωτερικό του περιλαμβάνει πλήθος αιθουσών, γραφείων, εργαστηρίων και μεγάλων αμφιθεάτρων.
Σήμερα, όμως, το κτήριο παραμένει κενό.
Μετά την εκκένωσή του στις αρχές της πανδημίας, διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση του κτηρίου δεν επιτρέπει την ασφαλή χρήση του. «Αυτή τη στιγμή είναι εντελώς κενό και μη λειτουργικό», αναφέρει ο Πρύτανης, τονίζοντας ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε απλές εργασίες συντήρησης - απαιτούνται εκτεταμένες παρεμβάσεις αποκατάστασης, και εξειδικευμένες εργασίες σε ένα διατηρητέο μνημείο.
Η Σύγκλητος έχει ήδη αποφασίσει τη μελλοντική χρήση του. Το όραμα είναι η μετατροπή του σε ένα μεγάλο συνεδριακό και πολιτιστικό κέντρο, ανοικτό όχι μόνο στο Πολυτεχνείο αλλά σε ολόκληρη την κοινωνία. Η επιλογή δεν είναι τυχαία καθώς στην καρδιά της Αθήνας υπάρχουν ελάχιστοι χώροι με τέτοιες δυνατότητες.
Στο συγκρότημα της οδού Πατησίων και συγκεκριμένα στο κτήριο Τοσίτσα βρίσκεται και το Μεγάλο Αμφιθέατρο Χημικών, το γνωστό ΜΑΧ, χωρητικότητας περίπου 700 ατόμων, το οποίο επίσης χρήζει αποκατάστασης. «Δεν υπάρχει συνεδριακός χώρος στο κέντρο της πρωτεύουσας με 700 θέσεις», υπογραμμίζει ο Πρύτανης.
Η συνδυασμένη αξιοποίηση του Γκίνη και των υπόλοιπων υποδομών του Πολυτεχνείου θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν νέο πόλο συνεδριακών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων στο κέντρο της πρωτεύουσας.
Η διοίκηση του Ιδρύματος επιμένει ότι η αποκατάσταση του Γκίνη δεν αφορά μόνο το πανεπιστήμιο. Γύρω από το Πολυτεχνείο συντελούνται ήδη σημαντικές αλλαγές: η κατασκευή του μετρό στα Εξάρχεια, οι παρεμβάσεις στην Ομόνοια, η αναβάθμιση του ιστορικού συγκροτήματος Ακροπόλ και η αναμενόμενη επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Μέσα σε αυτό το νέο αστικό τοπίο, το ανακαινισμένο κτήριο Γκίνη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την περαιτέρω αναβάθμιση της περιοχής. «Η αποκατάστασή του θα προσφέρει στην ανάπλαση ολόκληρης της περιοχής», υπογραμμίζει ο Πρύτανης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ύπαρξη ενός μεγάλου ανενεργού κτηρίου θεωρείται από τη διοίκηση του Ιδρύματος ως χαμένη ευκαιρία. «Δεν γίνεται να έχουμε εδώ έναν χώρο, ο οποίος δυνητικά μπορεί να λειτουργεί ως θύλακας. Η αποκατάστασή του θα αναβαθμίσει σε μέγιστο βαθμό ολόκληρη την περιοχή», υπογραμμίζει ο ίδιος.
Ωστόσο, το έργο απαιτεί σημαντικούς πόρους. Μια πρώτη χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού επέτρεψε την εκπόνηση προκαταρκτικών μελετών. Η προμελέτη έχει ήδη εγκριθεί από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων.
Αυτό όμως αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα. Για να ξεκινήσει η ουσιαστική αποκατάσταση απαιτείται εξασφάλιση χρηματοδότησης και πολυετές πρόγραμμα εργασιών. Ακόμη και αν όλα ξεκινούσαν άμεσα, η ολοκλήρωση του έργου θα απαιτούσε αρκετά χρόνια. «Επαναλαμβάνω, ότι η αποκατάσταση του κτηρίου Γκίνη θα λειτουργήσει ευεργετικά όχι μόνο για το Πολυτεχνείο αλλά για όλους τους Έλληνες πολίτες», επιμένει ο Πρύτανης.
Το μήνυμα προς την Πολιτεία
Το 2027 συμπληρώνονται 190 χρόνια από την ίδρυσή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, γεγονός που αναμένεται να αποτελέσει αφορμή για σειρά επετειακών εκδηλώσεων.
Η ανάδειξη των κτηρίων, των συλλογών και της καλλιτεχνικής του περιουσίας δεν αφορά μόνο την ακαδημαϊκή κοινότητα. Συνδέεται με την ιστορία της βιομηχανίας, της τεχνολογίας, της συμβολής των επιστημών των μηχανικών στην ανάπτυξη του τόπου και εν τέλει της ίδιας της συγκρότησης του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
Παρά τις σημαντικές παρεμβάσεις που έχουν ήδη υλοποιηθεί, ωστόσο, η διοίκηση του ΕΜΠ επισημαίνει ότι οι δυνατότητες του Ιδρύματος έχουν όρια. Πολλά από τα έργα που ολοκληρώθηκαν χρηματοδοτήθηκαν από ίδιους πόρους. Η αποκατάσταση ιστορικών διατηρητέων κτηρίων, όμως, απαιτεί πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις, εξειδικευμένες μελέτες και χρονοβόρες εγκρίσεις, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση, εκείνη του κτηρίου Γκίνη. «Το Πολυτεχνείο χρειάζεται οπωσδήποτε τη στήριξη της Πολιτείας για την αποκατάσταση των ιστορικών του χώρων», διαπιστώνει ο Πρύτανης.
Οι νέοι συνεδριακοί χώροι, το μουσείο που γεννιέται, τα κειμήλια που αναδεικνύονται και οι ιστορικές αίθουσες που ξαναζωντανεύουν, συνθέτουν μια εικόνα ανανέωσης, προόδου και την έναρξη περιόδου ακμής. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η ίδια πορεία θα μπορέσει να ολοκληρωθεί και στο κτήριο Γκίνη - η διάσωση του συγκεκριμένου κτηρίου εκτιμάται πως θα αποτελέσει μία παρέμβαση εθνικής σημασίας, που μπορεί να προσφέρει νέους δημόσιους χώρους, να αναβαθμίσει το κέντρο της Αθήνας και να αναδείξει ένα κομμάτι της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Με διεθνή παρουσία, ισχυρό τεχνολογικό αποτύπωμα και έμφαση στην ανάπτυξη ψηφιακών λύσεων, ο όμιλος Super Technologies εισέρχεται δυναμικά στην ελληνική αγορά.
Η κατάψυξη ωαρίων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της σύγχρονης αναπαραγωγικής ιατρικής, προσφέροντας στις γυναίκες τη δυνατότητα να διατηρήσουν τη γονιμότητά τους και να σχεδιάσουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη ελευθερία και αυτονομία.