Η Ρωσία
απελευθέρωσε την Τετάρτη τον Αμερικανό Στίβεν Χάμπαρντ, ο οποίος είχε χαρακτηριστεί από τις ΗΠΑ ως «παρανόμως κρατούμενος», μετά την επίσκεψη του ειδικού απεσταλμένου της Ουάσινγκτον
Στιβ Γουίτκοφ στην Αγία Πετρούπολη.
Ο 74χρονος
Χάμπαρντ είχε καταδικαστεί πριν από δύο χρόνια από δικαστήριο της Μόσχας, με την κατηγορία ότι είχε υπηρετήσει στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις.
Ο
Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε την απελευθέρωσή του κατά τη διάρκεια
της συνάντησής του με τον Γουίτκοφ, προσθέτοντας ότι ο Χάμπαρντ είχε ήδη μεταφερθεί στο αεροδρόμιο, ενώ λίγο αργότερα συναντήθηκε και με τον Γουίτκοφ.
Ο
Ντόναλντ Τραμπ μίλησε κι εκείνος για την απελευθέρωση με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναφέροντας ότι είχε ζητήσει προσωπικά από τον Πούτιν να αφήσει ελεύθερο τον Χάμπαρντ κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας τους την προηγούμενη εβδομάδα.
Ο Γουίτκοφ, από την πλευρά του, επαίνεσε τον Ρώσο πρόεδρο για την κίνηση.
«Μιλάτε τόσο συχνά για το πόσο ανθρωπιστής είναι ο πρόεδρός μου, ο πρόεδρος Τραμπ», είπε ο Αμερικανός απεσταλμένος.
«Κι εσείς είστε ανθρωπιστής, κύριε, και σας επαινώ γι' αυτό. Σας εκφράζω τον σεβασμό μου και σας ευχαριστώ για ακόμη μία φορά», πρόσθεσε απευθυνόμενος στον Πούτιν.
Την ίδια στιγμή, πάντως, οι Ουκρανοί επισημαίνουν πως οι θανατηφόρες ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές πόλεις συνεχίζονται ακατάπαυστα, ενώ σε βάρος του Πούτιν έχει εκδοθεί - εδώ και τρία χρόνια - ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Οι δηλώσεις αυτές του Γουίτκοφ έγιναν μόλις δύο ημέρες αφότου ο
Τραμπ είχε προχωρήσει σε αντίστοιχες τοποθετήσεις για τη Ρωσία. Στις 19 Οκτωβρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι
«η Ρωσία, ειλικρινά, ήταν εντάξει στο θέμα της Ουκρανίας. Δεν κάνει και πολλά».
Ποιος είναι ο Στίβεν Χάμπαρντ
Ο Χάμπαρντ φέρεται να ζούσε στην Ουκρανία από το 2014. Μετά τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας τον Φεβρουάριο του 2022, φέρεται να εντάχθηκε σε μονάδα εδαφικής άμυνας στην πόλη Ιζιούμ της περιφέρειας του Χαρκόβου.
Λίγους μήνες αργότερα συνελήφθη από τις ρωσικές δυνάμεις.
Ρωσικό δικαστήριο τον καταδίκασε το 2024 σε ποινή φυλάκισης με την κατηγορία ότι πολεμούσε ως μισθοφόρος.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Χάμπαρντ δήλωσε ένοχος για τις κατηγορίες.
Ωστόσο, η αδελφή του, Πατρίσια Χάμπαρντ Φοξ, και ακόμη ένας συγγενής του είχαν αμφισβητήσει την ομολογία του σε συνέντευξή τους στο Reuters τον Σεπτέμβριο του 2024. Όπως υποστήριξαν, ο Χάμπαρντ είχε φιλορωσικές απόψεις και θεωρούσαν απίθανο να είχε αποφασίσει σε αυτή την ηλικία να πάρει τα όπλα.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε χαρακτηρίσει επισήμως την κράτησή του «άδικη».
Οι κρατούμενοι ως διαπραγματευτικό χαρτί
Σύμφωνα με δημοσιεύματα σε ουκρανικά μέσα, η κράτηση Δυτικών πολιτών από τη Μόσχα και η μετέπειτα αξιοποίησή τους σε διαπραγματεύσεις ή ανταλλαγές αποτελεί πρακτική που έχει καταγραφεί επανειλημμένα.
Στις 9 Οκτωβρίου, ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ είχε μάλιστα γράψει στο Telegram ότι «είναι πολύ πιθανό να χρειαστεί να ενισχύσουμε το απόθεμα ανταλλαγών με Ευρωπαίους και Αμερικανούς ηλίθιους, προκειμένου να πάρουμε πίσω τους δικούς μας ανθρώπους».
Η δήλωση είχε γίνει μετά τη σύλληψη στο Μαυροβούνιο του ιδρυτή του ρωσικού πολεμικού ιστολογίου Rybar, Μιχαήλ Ζβίντσουκ, ο οποίος στη συνέχεια απελάθηκε.
Τι έδωσαν οι ΗΠΑ ως αντάλλαγμα
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν χρειάστηκε να δώσουν τίποτα ως αντάλλαγμα» για την απελευθέρωση του Χάμπαρντ, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη πρωτοφανή για τη Ρωσία.
Οι Ουκρανοί σημειώνουν, ωστόσο, με έμφαση ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είχε φροντίσει να προχωρήσει σε εξαίρεση της Ρωσίας από αμερικανικές κυρώσεις, ενώ νωρίτερα είχε συμφωνήσει και στην αγορά ρωσικού ντίζελ.
Παράλληλα, εκφράζονται ανησυχίες ότι η Ουάσινγκτον ενδέχεται να καθυστερεί την παράδοση κρίσιμων συστημάτων αεράμυνας, τα οποία έχουν ήδη χρηματοδοτηθεί από δυτικούς συμμάχους.