Αριάν Λαμπέντ: «Δεν είμαι μόνο η γυναίκα του Λάνθιμου»

Αριάν Λαμπέντ: «Δεν είμαι μόνο η γυναίκα του Λάνθιμου»

Σε ένα παράλληλο φανταστικό σύμπαν όπως εκείνο του «Αστακού», της νέας ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου, η πολυβραβευμένη νεαρή ηθοποιός θα επέλεγε να μεταμορφωθεί σε λέαινα «επειδή είναι αγωνίστριες», όπως λέει. Κάνοντας σινεμά για να νιώθει ελεύθερη, η μούσα του Ελληνα σκηνοθέτη προτιμά να χτίζει την καριέρα της αθόρυβα - και ας πρωταγωνιστεί μαζί με τον Μάικλ Φασμπέντερ στον ρόλο της δολοφόνου, με τον οποίο «περνάμε πολύ όμορφα στα γυρίσματα»

Αριάν Λαμπέντ: «Δεν είμαι μόνο η γυναίκα του Λάνθιμου»
Στην Αριάν Λαμπέντ αρέσουν οι λέξεις «ανοιχτό», «ανοίγω», «ανοίγεται». Τις χρησιμοποιεί αρκετά -και με αγάπη- όταν μιλά για το σινεμά του συζύγου και συνεργάτη της Γιώργου Λάνθιμου, του οποίου ο «Αστακός» («πηγαίνετε να τον δείτε αμέσως») επιτέλους «ανοίχτηκε», συνάντησε το μέγεθος και την αποδοχή που του αξίζει, και, σε περίπτωση που σας διέφυγε, κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών. Οι ίδιες λέξεις επανέρχονται όμως, καθώς η Λαμπέντ μιλά για τον εαυτό της, τις επιλογές και την εξέλιξή της στο σινεμά και το θέατρο, τις ερωτήσεις που της έκαναν οι σταρ της ταινίας (Κόλιν Φάρελ, Ρέιτσελ Βάις, Λεά Σεϊντού, μεταξύ άλλων), για τον Λάνθιμο, τη νέα της συνεργασία με τον Μάικλ Φασμπέντερ και το πώς προτιμά να απογυμνώνεται σε μια ταινία από το να μιλά για τον εαυτό της.



Αυτό το τελευταίο είναι ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία μιας ούτως ή άλλως ενδιαφέρουσας περίπτωσης. Η Λαμπέντ διακτινίστηκε μια ωραία μέρα στο σινεμά χωρίς κανείς να το περιμένει - περισσότερο απ’ όλους η ίδια. Η ζωή της ήταν αφοσιωμένη στο θέατρο όταν την ανακάλυψε η Αθηνά Τσαγγάρη και της έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Attenberg». Με το καλημέρα σας, η Λαμπέντ προσγειώθηκε στη Βενετία και κέρδισε το Βραβείο Volpi Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας. Εκεί μάλιστα που άλλες ηθοποιοί θα αντιμετώπιζαν το κόκκινο χαλί ως την εκπλήρωση του παιδικού τους ονείρου και ως εφαλτήριο ταυτόχρονα για μεγαλύτερες και φλασάτες καριέρες, η Λαμπέντ σχεδόν το αγνόησε και συνέχισε να κάνει όσα ήθελε χωρίς να την ενδιαφέρει τι ορίζει το σύστημα ως «πρέπον» ή «σοφό». 

Κλείσιμο
Οπως ο ρόλος της στον «Αστακό», όπου υποδύεται μια υπηρέτρια σε ξενοδοχείο που ανατρέπει τα στερεότυπα της υπακοής και της παθητικότητας, τα οποία έχουν συνδεθεί με την αποτύπωσή της στο σινεμά. Στην ταινία, όλοι οι single χαρακτήρες πρέπει να διαλέξουν σε τι ζώο θα μεταμορφωθούν σε περίπτωση που δεν προλάβουν να βρουν ταίρι μέσα σε 45 μέρες. Η ίδια θα επέλεγε να γίνει «λέαινα, γιατί είναι αγωνίστριες». Δεν είναι δύσκολο να φανταστείς ότι κρύβεται μια τέτοια αποφασιστικότητα πίσω από τους ήπιους τόνους της. Πέρυσι, η Λαμπέντ κέρδισε ένα ακόμα βραβείο, στο Λοκάρνο αυτή τη φορά, για το «Fidelio» της Λουσί Μπορλετό, μια υπέροχη ταινία για μια γυναίκα που με τη σειρά της ανατρέπει τα στερεότυπα της γυναικείας επιθυμίας και σεξουαλικότητας στην οθόνη. «Δεν είχα κάνει αυτή τη σύνδεση», μου λέει και συνεχίζει: «Χαίρομαι που μπορώ να βγάζω τέτοια ενέργεια και που κάποιοι σκηνοθέτες μπορεί να με βλέπουν έτσι. Και για το “Attenberg” θα μπορούσες να το πεις αυτό. Μπορεί να έχει να κάνει με τον τρόπο που δουλεύω ή παίρνω αποφάσεις. Δεn σκέφτομαι ποτέ την καριέρα μου. Κάνω σινεμά για να είμαι ελεύθερη και πιστεύω ότι μπορείς να βρεις τρόπο να κάνεις όσα σου αρέσουν. Εννοείται ότι έχω κάνει πράγματα που σιχαίνομαι - για τα λεφτά βέβαια. Αυτό είναι κάτι που μαθαίνεις στην πορεία. Στόχος μου είναι να μπορώ να φτιάξω μια διαδρομή, μια καριέρα που να είναι σωστή για μένα και όχι για κάποιον άλλον. Πρέπει απλά να γουστάρω κάτι για να το κάνω». 

Με τον Κόλιν Φάρελ σε σκηνή από τον «Αστακό», στον ρόλο της καμαριέρας  


Της ομολογώ ότι μου άρεσε πολύ η ταινία. «Χαίρομαι», μου λέει χαμογελώντας. «Κι εγώ χαίρομαι», της απαντώ, εννοώντας πως είναι πάντα μεγάλη χαρά να βλέπεις τόσο ωραίο σινεμά, πόσο μάλλον όταν συνδέεται με το ελληνικό. Εκείνη γελάει, αλλά το πάει αλλού: «Ναι, βέβαια. Σκέψου να μη σου άρεσε και να έπρεπε να μου πάρεις συνέντευξη»! Δεν έχει άδικο, αλλά έχει τρομερό ενδιαφέρον η ευκολία με την οποία μπαίνει αυτόματα στη θέση του ανθρώπου απέναντί της. Οπως και η ευχέρειά της με τα ελληνικά, τα οποία έμαθε για να πρωταγωνιστήσει στο «Attenberg». 

Η Λαμπέντ γεννήθηκε στην Ελλάδα από Γάλλους γονείς και μεγάλωσε στη συνέχεια στη Γαλλία, κάτι που έχει προκαλέσει σύγχυση σε διάφορα media. Τα τελευταία χρόνια η πιο δημοφιλής περιγραφή της είναι «η γεννημένη στην Ελλάδα Γαλλίδα ηθοποιός». Της λέω ότι μου αρέσει που παντού αναπαράγεται η ίδια ακριβώς φράση. «Κι εμένα μου αρέσει! Είμαι Γαλλίδα, έχω μεγαλώσει έτσι. Νιώθω όμως πολύ κοντά με την Ελλάδα και το έχω πάρει απόφαση ότι θα είναι ακόμα πιο ωραίο να γίνω με κάποιον τρόπο Ελληνίδα. Να σου πω την αλήθεια, όταν είχα πρωτοδιαβάσει κάπου να με περιγράφουν ως “η Ελληνίδα ηθοποιός Αριάν Λαμπέντ” είχα εκνευριστεί γιατί δεν ήταν αληθινό. Τώρα πια γελάω. Για να καταλάβεις, είχα κάνει κάποτε μια συνέντευξη στη Γαλλία και μου είπαν: “Μιλάς πολύ καλά τα γαλλικά!”»
Ο Λάνθιμος, σε μια πρόσφατη κοινή συνέντευξή τους, είχε δηλώσει πως εκείνης της λείπει πιο πολύ η Ελλάδα απ’ ό,τι σε εκείνον. Οι δυο τους ζουν στο Λονδίνο εδώ και μερικά χρόνια. «Εχει μια ενέργεια η Αθήνα», λέει χωρίς σκέψη. «Η καθημερινή ζωή και η επικοινωνία νομίζω ότι είναι πιο απλή εδώ. Νιώθω ότι έχει λιγότερους κωδικούς. Στην Αγγλία κρύβονται πολλά πίσω από την ευγένεια, στη Γαλλία πίσω από την αλαζονεία. Δεν μπορείς ποτέ να είσαι απόλυτα ειλικρινής με τους ανθρώπους. Για κάποιον λόγο εδώ, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Πολλές φορές, όποτε αναφέρω κάτι καλό για την Ελλάδα, οι Ελληνες μου λένε ότι δεν έχω ιδέα, αλλά πραγματικά έχει μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Λατρεύω που υπάρχει εκεί η Ακρόπολη και δίπλα τα μοντέρνα κτίρια, έχει μια τρελή προσωπικότητα αυτή η πόλη. Το βλέπω κάθε μέρα, ενώ εσείς δεν το βλέπετε πια», προσθέτει. 



Η κουβέντα για τρελές προσωπικότητες μας ξαναγυρίζει στον «Αστακό», όπου αποτυπώνεται η αυθαιρεσία με την οποία επιλέγουμε τα στοιχεία που μας ενώνουν ή όχι με τους συντρόφους μας. Η λογική που υιοθετούμε για να δικαιολογήσουμε τη σύνδεσή μας είναι στη βάση της παράλογη και στην πραγματικότητα δεν καθορίζεται από μας. «Σίγουρα ακολουθούμε κι εμείς κανόνες από το περιβάλλον μας. Συνήθως επιλέγουμε κάποιον που κάνει κάποια δουλειά παρόμοια με τη δική μας. Αυτό που έχουν κάνει όμως στην ταινία ο Γιώργος και ο Ευθύμης Φιλίππου παραπέμπει σε κάτι μεγαλύτερο, το οποίο έχει να κάνει με το πώς λόγω αυτών των κανόνων μπορεί να κάνουμε πολύ παράλογα πράγματα στη ζωή μας χωρίς να το σκεφτόμαστε καν. Αυτό μπορεί να ισχύσει ακόμα και για την αγάπη, ακόμα και για το τέλος μας. Ο καθένας βλέπει ό,τι θέλει στην ταινία, αλλά εγώ θέλω να βλέπω ότι οι χαρακτήρες μπορεί να αγαπιούνται ακόμα και ας μην έχουν κοινά. Ξεχνάμε ότι μπορούμε να σκεφτόμαστε με διαφορετικούς τρόπους. Ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μεγαλώσει δεν είναι απαραίτητα ο σωστός και ο μοναδικός. Μιλώντας για τον εαυτό μου, δεν είχε καμία λογική για μια ηθοποιό να πάει στην Ελλάδα και να αρχίσει να κάνει ταινίες εκεί. Μπορείς όμως να το κάνεις για άλλους λόγους επειδή αγαπάς κάποιον, επειδή δεν έχεις πάει ποτέ κάπου και θες να το δεις, επειδή σε τραβάει κάτι άλλο», λέει. 

Υπάρχει κάτι από το οποίο δυσκολεύεται εκείνη να αποδεσμευτεί; «Πολλά μάλλον. Ο τρόπος που σου μιλάω τώρα είναι φτιαχτός, ξέρω ότι είναι συνέντευξη, ο τρόπος που δουλεύεις ή μιλάς διαφορετικά σε κάποιον αν είναι άντρας ή γυναίκα. Σίγουρα θα ήθελα να είμαι πιο δυνατή και ελεύθερη απ’ ό,τι είμαι, αλλά και πιο κοντά στους χαρακτήρες που κάνω στο σινεμά. Δεν νιώθω ότι έχω το κουράγιο που έχουν κάποιες γυναίκες που έχω υποδυθεί στο σινεμά. Μάλλον από φόβο. Θα ήθελα να μπορώ συνέχεια να είμαι εγώ και να ξέρω τι είναι αυτό, χωρίς να το φτιάχνω ανάλογα με το περιβάλλον μου. Αλλά, εντάξει...». (γελάει)

Ο «Αστακός» είναι η δεύτερη ταινία του Γιώργου Λάνθιμου στην οποία παίζει η Λαμπέντ και αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική ήταν από τις «Αλπεις», οι οποίες γυρίστηκαν εδώ. «Ο τρόπος που δουλεύει ο Γιώργος δεν έχει αλλάξει καθόλου. Είτε δουλεύει στην Ιρλανδία, είτε στην Ελλάδα, έχει το σύστημά του. Ηταν ωραίο όμως που ξέραμε πως όλοι πληρώνονται, χωρίς να έχουμε και κανένα τεράστιο μπάτζετ. Χάρηκα πολύ γιατί νομίζω ότι βοήθησε τον Γιώργο να κάνει κάτι πιο ανοιχτό. Από την άλλη, είναι πολύ ωραίο που η ταινία είναι στα αγγλικά, είναι ευρωπαϊκή: έχει Ελληνες, Γάλλους, Αμερικάνους, Αγγλους, Σκοτσέζους. Δεν έχει κάνει μια αγγλική, ή αμερικάνικη ταινία, είναι πολύ mixed, και αυτό βοηθάει το άνοιγμά της. Δεν έχει ταυτότητα έτσι, κι αυτό είναι ένα δώρο», υποστηρίζει. 

Με έναν τρόπο, η Λαμπέντ και η συμπρωταγωνίστριά της Αγγελική Παπούλια είναι βετεράνοι στο σύστημα του Λάνθιμου, ενώ φτασμένοι σταρ όπως ο Φάρελ και η Βάις ξαφνικά βρέθηκαν αρχάριοι μπροστά του. «Ακόμα και αν έχεις ξαναδουλέψει με τον Γιώργο, ξαναπάς στο μηδέν. Ξέρουμε τι δεν θέλει, αλλά ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε πάει. Ημασταν κι εμείς χαμένοι. Ο χαρακτήρας της Αγγελικής κιόλας ήταν κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ», αναφέρει. Τη ρωτάω αν οι άλλοι ηθοποιοί ζήτησαν ποτέ τη συμβουλή τους. «Αυτό που μας ρωτούσαν μερικές φορές ήταν αν είναι ευχαριστημένος ο Γιώργος ή όχι (γελάει), επειδή δεν το δείχνει και πολύ ανοιχτά. “Αν δεν είναι”, τους λέγαμε, “θα το ξέρεις, αλλά δεν θα σου πει και μπράβο”. Είχε πλάκα, γιατί θέλανε να ξέρουν αν πάνε καλά», απαντά.

Τη ρωτάω πώς ένιωσε, έχοντας κερδίσει βραβεία στο παρελθόν, όταν απέσπασαν το βραβείο στις Κάννες. «Επειδή δεν ήταν δικό μου; (γελάει) Ηταν τέλειο. Είναι πολύ παράξενα αυτά τα βραβεία. Δεν είναι σαν τα σπορ που ξέρεις ότι αν φτάσεις πρώτος θα πάρεις κάτι. Χάρηκα πάρα πολύ για τον Γιώργο, ήταν αυτή η αίσθηση του “επιτέλους”». 

Με τον Μάικλ Φασμπέντερ συμπρωταγωνιστούσε στο «Assassin’s Creed» σε σκηνοθεσία του Τζάστιν Κέρζελ


Την προηγούμενη φορά που είχαμε συναντηθεί αφορμή ήταν η παράσταση «Spectacle» που ανέβασε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών με την ομάδα που έχει ιδρύσει μαζί με την Αργυρώ Χιώτη, τους Vasistas. Προλαβαίνει ακόμα να είναι κομμάτι της; «Είμαι ακόμα στην ομάδα. Εχουμε φέτος την παράσταση “Domino” στο θέατρο Ροές. Είναι το μωρό μου οι Vasistas, δεν το έχω αφήσει ποτέ. Ακολουθώ τα πάντα που κάνουν, αλλά δεν μπορώ πια να λείπω από την Αγγλία για τις πρόβες. Ασχολούμαι περισσότερο με τη σκηνοθεσία κατά κάποιον τρόπο. Μου λείπει ιδίως το να είμαι πάνω στη σκηνή, αλλά κρατάω το σύστημα που έχουμε φτιάξει, τον τρόπο που δουλεύουμε και ψάχνουμε τα πράγματα, μου κάνει πάρα πολύ καλό. Είναι πιο συναρπαστικό διανοητικά και από πράγματα που κάνω στο σινεμά πολλές φορές». Το οποίο σινεμά, όπως της θυμίζω, στην αρχή το φοβόταν.

«Το φοβάμαι ακόμα!» ομολογεί. «Γι’ αυτό μου αρέσει κιόλας για να σου πω την αλήθεια. Είναι κάτι που αλλάζει τόσο πολύ από τη μια ταινία στην άλλη! Είχα δημιουργήσει τους Vasistas με την Αργυρώ γιατί είχα την ανάγκη να δουλέψω σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Στο σινεμά ξαφνικά περνάς από τον έναν σκηνοθέτη στον άλλον και μπορεί να μην έχουν καμία σχέση. Αυτό είναι πανέμορφο, αλλά και πολύ τρομακτικό. Δεν φοβάμαι όπως παλιά όμως. Τώρα κάνω κάτι εντελώς διαφορετικό, που είναι και τεράστιο πράγμα, το “Assassin’s Creed” (του Τζάστιν Κέρζελ, με τον Μάικλ Φασμπέντερ). Μαθαίνω πώς να είμαι σαν παιδί και να κάνω σκηνές μάχης, ιππασία, παρκούρ». Τη ρωτάω για τον Μάικλ Φασμπέντερ. «Σ’ αρέσει;», ρωτά σχεδόν με έκπληξη. «Σε πολλές γυναίκες αρέσει ο Φασμπέντερ», σημειώνει, σαν να μην συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτές και συνεχίζει: «Είναι πολύ ωραίος, περνάμε πολύ όμορφα μαζί. Νομίζω ότι κι οι δύο νιώθουμε σαν παιδιά. Είμαστε κι οι δύο δολοφόνοι, είμαστε σαν κολλητοί που σκοτώνουμε ανθρώπους μαζί. Είναι πολύ σκληρή δουλειά, αλλά έχει και πάρα πολλή πλάκα. Μου αρέσει πολύ ο σκηνοθέτης και αυτό με βοήθησε στο να πάρω την απόφαση να κάνω κάτι τόσο εμπορικό. Επίσης, είμαι η μόνη γυναίκα δολοφόνος στην ταινία, οπότε είπα να το κάνω!».

Επανέρχεται στην κουβέντα το συναίσθημα του φόβου που συνδέεται με τη δημόσια εικόνα της στο κόκκινο χαλί και εκτός. «Δεν μου αρέσει, σίγουρα, αλλά τώρα πια δεν με πειράζει. Ακόμα και σήμερα δεν μου αρέσει να κάνω πολλές φωτογραφήσεις. Δεν μου αρέσει να δείχνω τον εαυτό μου ως Αριάν Λαμπέντ. Δεν έχω πρόβλημα στις ταινίες να είμαι γυμνή, να δείχνω όσο μπορώ από μένα σε έναν σκηνοθέτη, αλλά νομίζω ότι δεν έχει πολύ ενδιαφέρον να μιλάω για τον εαυτό μου ως Αριάν. Πιστεύω ότι η δουλειά μου έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μένα. Οπότε δεν το φοβάμαι πια, απλά μερικές φορές μού φαίνεται χάσιμο χρόνου. Οχι όπως τώρα που μιλάμε, να σου πω την αλήθεια, αλλά το κόκκινο χαλί σίγουρα». 

Παρόλο που το δημόσιο προφίλ της έχει συνδεθεί πρόσφατα τόσο πολύ με τον σύζυγό της, η Λαμπέντ έχει χτίσει, πριν και πέρα από τον Λάνθιμο, μια καριέρα βασισμένη σε προσωπικές, δικές της επιλογές.

Στα προσεχή της πρότζεκτ, εκτός του «Assassin’s Creed», βρίσκονται αρκετές γαλλικές ταινίες, μία εκ των οποίων, το «Voir du pays», είναι και συμπαραγωγή με την Ελλάδα («Τρομερό δεν είναι; Ηταν εντελώς τυχαίο. Είναι σαν η Ελλάδα να έρχεται κάπως σε μένα»), αλλά και μια δεύτερη συνεργασία με τον φοβερό και τρομερό Γκάι Μάντιν. Η ανεξαρτησία είναι πολύτιμη για εκείνη και το να έχει τη δική της φωνή είναι «πολύ σημαντικό, και το είχα προτού καν γνωρίσω τον Γιώργο. Τον γνώρισα, κάναμε τις ταινίες, ήμουν φαν από την αρχή, αλλά υπήρχα πριν από τον Γιώργο και δεν νιώθω ότι είμαι μόνο η “γυναίκα του Λάνθιμου”. Oταν μου λένε κάτι τέτοιο, απορώ. Εννοείται ότι είμαι και αυτό, μου αρέσει πολύ να τον στηρίζω και είμαι πολύ περήφανη που είμαι γυναίκα του, αλλά πρώτα είμαι η Αριάν».



Κλείσιμο
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

BEST OF NETWORK

Δείτε Επίσης