Ενεργειακός χειμώνας: Οι G7 ψάχνουν... βαρέλια για να ρίξουν τις τιμές, κόκκινος συναγερμός στη διεθνή αγορά
Η σύγκρουση στο Ιράν, ο πόλεμος στην Ουκρανία και τα προβλήματα στους βασικούς διαδρόμους εφοδιασμού πιέζουν πετρέλαιο, φυσικό αέριο και καύσιμα - Ο Μακρόν συγκαλεί τους G7, ο Τραμπ απειλεί με περιορισμό των αμερικανικών εξαγωγών
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Σε κατάσταση «κόκκινου συναγερμού» βρίσκονται κυβερνήσεις, διεθνείς οικονομικοί και ενεργειακοί οργανισμοί, κεντρικές τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς η ενεργειακή κρίση κλιμακώνεται. Η σύρραξη στο Ιράν κυρίως, αλλά και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχουν προκαλέσει το μεγαλύτερο ιστορικά σοκ στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου σε όρους ημερήσιων απωλειών, αναδεικνύοντας τις νέες ευπάθειες της διεθνούς αγοράς ενέργειας.
Η σημερινή κρίση διαφέρει ποιοτικά από ανάλογες προηγούμενες, όπως του 1973, του 1979 ή του 1991, καθώς επηρεάζει ταυτόχρονα πολλαπλούς κρίκους της ενεργειακής αλυσίδας: από το αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έως τα διυλισμένα καύσιμα, τα λιπάσματα, φυσικά και το ηλεκτρικό ρεύμα.
Η ραγδαία επιδείνωση των τελευταίων ημερών στο ενεργειακό τοπίο, με τις τιμές των καυσίμων στα ύψη και την προσφορά πετρελαίου προβληματική, η μη διαφαινόμενη προοπτική άμεσης αποκλιμάκωσης και η επέκταση της κρίσης στο διεθνές εμπόριο και την εφοδιαστική αλυσίδα, τελικά στην παγκόσμια οικονομία, υποχρεώνουν σε επείγουσες πρωτοβουλίες και δράση διάφορα κορυφαία διεθνή θεσμικά όργανα.
Μακρόν καλεί G7
Ηδη ο Εμανουέλ Μακρόν προανήγγειλε τη σύγκληση των οργάνων της G7 μέσα στον Οκτώβριο με βασικό θέμα τον καλύτερο συντονισμό των παρεμβάσεών τους στην ενεργειακή αγορά για την αντιμετώπιση της κρίσης και πρώτο ζητούμενο τη συμφωνία για νέα απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου (SPR - Strategic Petroleum Reverses).
Ο Μακρόν, που προεδρεύει φέτος στην G7, έθεσε το πλαίσιο και τη στοχοθεσία αυτής της πρωτοβουλίας: να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των μεγαλύτερων αναπτυγμένων οικονομιών όσον αφορά τα διαθέσιμα αποθέματα πετρελαίου, τις εξαγωγές και την παραγωγική δυναμικότητα.
Σύμφωνα με τον Γάλλο πρόεδρο, στη συνάντηση θα εξεταστούν τρόποι ώστε να αποφεύγονται «περιττές εντάσεις» μεταξύ των κρατών της G7 και των βασικών εταίρων τους, ενώ στο τραπέζι θα βρεθεί και η συντονισμένη χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων.
Υπενθυμίζεται ότι ανάλογη παρέμβαση είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα, στην αρχή της νέας ενεργειακής κρίσης, λίγο μετά την έναρξη (28 Φεβρουαρίου) του πολέμου στο Ιράν. Στις 11 Μαρτίου οι G7, σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, προχώρησαν στη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα απελευθέρωση πετρελαίου από στρατηγικά αποθέματα, συνολικού ύψους 400 εκατομμυρίων βαρελιών. Με τα 172 εκατομμύρια εξ αυτών να προέρχονται από τις ΗΠΑ, επί 714 εκατομμυρίων διαθεσίμων.
Κλείσιμο
Η απελευθέρωση των ποσοτήτων από τα αποθέματα, σκοπίμως, προχώρησε με αργά βήματα. Υπολογίζεται ότι μέχρι τα τέλη Αυγούστου έφτασε το 80%-85%. Πάντως, προχθές, ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron Μάικ Γουίρθ προειδοποίησε ότι ήδη οδεύουν προς εξάντληση, άρα χρειάζεται νέα παρέμβαση.
Κοκτέιλ κρίσης
Αυτό και άλλα πολλά φαίνεται ότι ανάγκασαν τον Μακρόν να επιζητήσει τη νέα πρωτοβουλία των G7 για την ενεργειακή κρίση. Το τοπίο έχει αλλάξει δραματικά επί τα χείρω:
Παρά τις συμφωνίες πολεμικής αποκλιμάκωσης, τα Στενά του Ορμούζ ουσιαστικά έχουν κλείσει, ο σαουδαραβικός αγωγός πετρελαίου σταμάτησε να λειτουργεί για εβδομάδες, οι Χούθι απειλούν αδιαλείπτως τα φορτία πλοίων στο Μπαμπ αλ Μαντέμπ, ενώ στον πόλεμο της Ουκρανίας καταστρέφονται μεγάλες ενεργειακές υποδομές.
Το πετρέλαιο «σκαρφάλωσε» ξανά πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι, το ντίζελ στις ΗΠΑ πάνω από τα 6 δολάρια/γαλόνι, οι τιμές των καυσίμων στα πρατήρια των ευρωπαϊκών χωρών έχουν απογειωθεί, ενώ παράλληλα οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν εκτοξευτεί για πολλές χώρες σε ιστορικά επίπεδα. Ακόμη, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι αισθητά μικρότερα των περσινών (70% έναντι 86%) και τα SPR των ΗΠΑ βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο τεσσάρων δεκαετιών.
Ολα αυτά, όμως, δεν είναι ξεχωριστοί τίτλοι. Από κοινού περιγράφουν ένα διεθνές ενεργειακό σύστημα σε απόλυτη κρίση, με τις οδούς διαφυγής να περιορίζονται συνεχώς και τις περισσότερες οικονομίες του πλανήτη να βιώνουν νέες πληθωριστικές πιέσεις, να οδηγούνται σε ασφυξία και την αστάθεια να μεταγγίζεται στις αγορές ομολόγων γενικοποιώντας το πρόβλημα.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς οι αδιανόητα αυξημένες τιμές ενέργειας και τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου ενισχύουν τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη εν όψει του επερχόμενου χειμώνα.
Ολα αυτά σε περιβάλλον έντονης πολιτικής και κυρίως κοινωνικής αναστάτωσης σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Την οποία και ο ίδιος ο Μακρόν βιώνει, με κοινωνικές ομάδες να δια δηλώνουν για την πανάκριβη ενέργεια, ενώ στο τέλος της προσεχούς άνοιξης υπάρχουν προεδρικές εκλογές.
Τα παραπάνω, επιβεβαιώνουν εκείνους τους αναλυτές που εδώ και καιρό προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις στην αγορά πετρελαίου θα διαρκέσουν για πολλούς μήνες, ενώ στην αγορά φυσικού αερίου ενδέχεται να παραμείνουν για χρόνια. Θεωρούν ότι η τρέχουσα κρίση συνιστά ένα πολυεπίπεδο ενεργειακό σοκ με μακροχρόνιες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια.
Ο παράγοντας «Τραμπ»
Η κοινή δράση των G7 και η απελευθέρωση περαιτέρω στρατηγικών πετρελαϊκών αποθεμάτων ασφαλώς θα ανακουφίσουν, έστω και πρόσκαιρα, την αγορά, καθώς θα υπάρξει αυξημένη προσφορά - και φυσικά τους καταναλωτές, τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις αφού οι τιμές θα πέσουν. Αλλά η μοναδική πραγματική διέξοδος βρίσκεται στο τέλος της αντιπαράθεσης στα Στενά του Ορμούζ και των επιθέσεων στους ενεργειακούς διαδρόμους (αγωγούς, τάνκερ κ.ά.).
Οι ελπίδες στρέφονται επομένως στη νέα Σύνοδο των G7, ωστόσο υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την προηγούμενη του Μαρτίου. Αιτία, ο παράγοντας «Τραμπ». Τον Μάρτιο οι ΗΠΑ είχαν προσέλθει στις συζητήσεις των υπουργών Ενέργειας με πλαίσιο τη γνωστή ρήση του Αμερικανού προέδρου ότι «η Αμερική θα αποτελέσει τώρα τη σανίδα σωτηρίας για την Ευρώπη», διασφαλίζοντας τον εφοδιασμό της με πετρέλαιο και LNG - με το αζημίωτο βεβαίως.
Σήμερα, όμως, έχουν υπάρξει εξελίξεις που διαφοροποίησαν το τοπίο. Η κυριότερη αφορά τη διατυπωθείσα, μετά τη δήλωση Μακρόν, πρόθεση του Τραμπ να απαγορεύσει τις αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ για 90 ημέρες, κάτι που προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια και ανησυχία των Βρυξελλών, αλλά και πολλών Ευρωπαίων κυβερνητικών αξιωματούχων. Αν και ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ περιόρισε την αμερικανική κίνηση στο πλαίσιο μιας μερικής και όχι καθολικής απαγόρευσης των εξαγωγών ντίζελ, η ευρωπαϊκή ανησυχία παραμένει.
Στη σύνοδο θα φανεί αν πρόκειται για «περιττές τριβές» ή συνθήκη απόκλισης μεταξύ των G7, γι’ αυτό και το αποτέλεσμα είναι νωρίς να προεξοφληθεί. Ο Τραμπ, είναι αλήθεια, πιέζεται εσωτερικά εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς η ακρίβεια -λόγω του πολέμου στο Ιράν και των συνεπειών του- έχει εκτιναχτεί.
Ο συνολικός λογαριασμός ανά νοικοκυριό από την έναρξη της σύγκρουσης έως τις 11 Σεπτεμβρίου είναι 1.760 δολάρια σύμφωνα με ανάλυση της Moody’s Analytics. Εξ αυτών, τα 930 δολάρια αφορούν την επιβάρυνση από το υψηλότερο κόστος ενέργειας λόγω αύξησης των τιμών σε βενζίνη, ντίζελ και καύσιμα αεροσκαφών. Η συνολική επιβάρυνση λόγω ενέργειας ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ποσό των 63,93 δισ. δολαρίων.
Από την άλλη, οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ. Τον Αύγουστο οι εξαγωγές αυτές έφτασαν το 1,6 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα, από 1 εκατομμύριο τον Φεβρουάριο. Αν όλα (ή έστω κάποια) παραμείνουν εντός αμερικανικής αγοράς, οι τιμές για τους καταναλωτές θα μειωθούν.
Οι τιμές του ντίζελ
Οι τιμές του αργού πετρελαίου έχουν ανέβει κατακόρυφα από την αρχή του πολέμου, αλλά η τιμή του ντίζελ αυξήθηκε ακόμα ταχύτερα. Η σύγκρουση προκάλεσε προβλήματα στην παραγωγή και τις εξαγωγές καυσίμων από τη Μέση Ανατολή, ενώ οι επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια περιόρισαν περαιτέρω την παγκόσμια προσφορά.
Σύμφωνα με την Transport & Environment (T&E) που εδρεύει στις Βρυξέλλες, οι εξαγωγές ντίζελ και πετρελαίου θέρμανσης από Μέση Ανατολή και Ρωσία μειώθηκαν κατά 75% τον Αύγουστο σε σύγκριση με πέρυσι.
Η διαφορά μεταξύ τιμής του αργού και χονδρικής του ντίζελ ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Σεπτεμβρίου, με σύνηθες εύρος μεταξύ 10-30 δολαρίων. Τούτο μαρτυρά έλλειψη επεξεργασμένου ντίζελ πέρα από την ακρίβεια του αργού πετρελαίου.
Η μέση τιμή του ντίζελ στην Ε.Ε. έφτασε τα 2,159 ευρώ το λίτρο στις 14 Σεπτεμβρίου, υψηλότερο επίπεδο από το 2005. Ειδικοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ανέφεραν την περασμένη εβδομάδα στο Euronews Business ότι με βάση τα προθεσμιακά συμβόλαια καυσίμων τα περιθώρια διύλισης του ντίζελ αναμενόταν να φτάσουν σε κορύφωση τον Οκτώβριο. Η προσφορά ενδέχεται να πιεστεί κι άλλο το φθινόπωρο, καθώς αυξάνεται η ζήτηση για πετρέλαιο θέρμανσης, αγροτικά μηχανήματα και εμπορευματικές μεταφορές.
Υπόψη ότι η Ε.Ε. είναι η οικονομία με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από το ντίζελ παγκοσμίως. Από την έναρξη του πολέμου και μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου οι αυξημένες τιμές των καυσίμων έχουν κοστίσει στην Ε.Ε. περίπου 53 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την T&E. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών, δηλαδή 40 δισ. (75,5%), οφείλεται στο πετρέλαιο κίνησης (ντίζελ).
Η Citi εκτιμά ότι μια αμερικανική απαγόρευση θα είχε σχεδόν αμελητέα άμεση επίπτωση στον αμερικανικό πληθωρισμό, αλλά αισθητά μεγαλύτερο κόστος για την Ευρώπη. Στο δυσμενές σενάριο, η συνολική επίπτωση στην Ευρωζώνη θα φτάσει τις 0,35-0,45 ποσοστιαίες μονάδες.
Το ακριβότερο ντίζελ αυξάνει το κόστος σε οδικές μεταφορές, γεωργία, βιομηχανία, κατασκευές και διανομή τροφίμων. Μέσω των μεταφορικών επιβαρύνσεων, περνά σταδιακά στις τιμές των αγαθών και τελικά στον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή.
Πετρέλαιο και αέριο
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αργού έχουν επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας αύξηση περίπου 50% σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στο Ιράν. Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή απειλεί όλο και περισσότερες οδούς ενεργειακού εφοδιασμού, ενώ οι αγορές παραγώγων δείχνουν ότι οι επενδυτές δεν περιμένουν ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών στο άμεσο μέλλον.
Ανάλογη είναι η εικόνα στο φυσικό αέριο. Η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς (συμβόλαιο TTF) διαπραγματευόταν μέσα στην εβδομάδα ακόμα και στα 81 και αργότερα στα 75 ευρώ/MWh (μεγαβατώρα), αυξημένη κατά 150% σε ετήσια βάση. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι θα μπορούσε να φτάσει τον χειμώνα ακόμη και τα 100 ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, τον Αύγουστο, καύσιμα και λιπαντικά για ιδιωτικά μέσα μεταφοράς ήταν κατά μέσο όρο 23,8% ακριβότερα στην Ε.Ε. σε σχέση με τον Αύγουστο του 2025. Η επιτάχυνση είναι αισθητή, αφού τον Ιούλιο η αντίστοιχη ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 16,9%.
Στην Ελλάδα η άνοδος ήταν χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά παρέμεινε σημαντική, φτάνοντας το 16%. Μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου η τιμή του ντίζελ στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 8,3% και της βενζίνης κατά 3,3%, στην Ελλάδα αντιστοίχως κατά 6,4% και 1,9%.
Οι ενεργειακές πιέσεις έχουν ήδη περάσει και στον πληθωρισμό. Τον Αύγουστο ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ε.Ε. διαμορφώθηκε στο 3,2%, με την ενέργεια να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που τον τροφοδότησε.
Τα παραπάνω ανάγκασαν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναζητήσουν νέα μέτρα στήριξης, με αρκετές χώρες να ζητούν πλέον έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των ενεργειακών εταιρειών σε ολόκληρη την Ε.Ε. και όλες να προετοιμάζουν συγκεκριμένα μέτρα της επιλογής τους. Πάντως, οι οίκοι και οι επενδυτικές τράπεζες όπως η JP Morgan εκτιμούν ότι εάν υπάρξει τερματισμός της σύγκρουσης αναμένεται σημαντική υποχώρηση της τιμής, περίπου στα 64 δολάρια.
Η Κίνα βοηθάει
Από την άλλη, η μείωση της ζήτησης συγκρατεί κάπως τις αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου. Η ζήτηση μειώνεται απότομα, καθώς οι τιμές και οι ελλείψεις επηρεάζουν αρνητικά την κατανάλωση. Αλλά οι προσαρμογές από την πλευρά της προσφοράς έχουν ενισχυθεί από μια εξίσου σημαντική ανταπόκριση στη ζήτηση.
Η Τορίλ Μποσόνι, επικεφαλής του Τμήματος Βιομηχανίας και Αγορών Πετρελαίου του ΙΕΑ, σημείωσε την Παρασκευή ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου τους τελευταίους 6 μήνες ήταν κατά μέσο όρο 5,8 mb/d (εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα) λιγότερη από ό,τι τον Φεβρουάριο. Σωρευτική μείωση δηλαδή πάνω από 1 δισ. βαρέλια.
Ωστόσο, αποφασιστικός παράγοντας πτώσης της ζήτησης αποδείχτηκε η Κίνα, με τις εισαγωγές πετρελαίου, τη δραστηριότητα των διυλιστηρίων και τις παραδόσεις προϊόντων να είναι σημαντικά χαμηλότερες από ό,τι πριν τον πόλεμο. Η κινεζική ζήτηση στο προηγούμενο εξάμηνο ήταν 1,7 mb/d κάτω από τα επίπεδα του Φεβρουαρίου.
Οι κινεζικές εισαγωγές αργού πετρελαίου μέσω θαλάσσης μειώθηκαν από 11,5 mb/d τον Φεβρουάριο σε χαμηλό 6 mb/d τον Ιούνιο, μειώνοντας σημαντικά την πίεση για άλλους εισαγωγείς αργού στην Ασία. Γενικότερα, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε κατά 5,3 mb/d σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026 για πρώτη φορά μετά την πανδημία.