Την πίτσα μου, τη selfie μου και ένα Οσκαρ για να φύγω!

Την πίτσα μου, τη selfie μου και ένα Οσκαρ για να φύγω!

Απ' όλα είχε ο φετινός οσκαρικός μπαξές που γέμισε με λιπαρές πίτσες, δάκρυα και ιδρώτα που έριξε με το παραπάνω η απρόβλεπτη Ελεν Ντε Τζένερις στην 86η τελετή. Δεν έλειψαν τα απρόοπτα με τη διάσημη πλέον selfie που ξεπέρασε σε χτυπήματα αυτή του Ομπάμα και το «μαύρο» παρασκήνιο με τους συντελεστές του «12 χρόνια σκλάβος»

Την πίτσα μου, τη selfie μου και ένα Οσκαρ για να φύγω!
Αν εξαιρέσεις το στυλάκι της άπαιχτης Ελεν Ντε Τζένερις, υπάρχει κάτι που δεν συγχωρείται -και κυρίως δεν βραβεύεται- ποτέ στα Οσκαρ: το να είσαι κουλ. Αυτή η αγγλική λέξη που χαρακτήριζε από το ψύχραιμο στυλάτο παίξιμο του Λεονάρντο Ντι Κάπριο στον «Λύκο της Wall Street» μέχρι την αδικημένη ταινία «Οδηγός διαπλοκής», που προτάθηκε για 10 Οσκαρ και τελικά δεν πήρε ούτε ένα, είναι το απόλυτο μυστικό της οσκαρικής αποτυχίας.

Για τους Αμερικανούς η έννοια του «coolness» φέρνει στον νου κάθε λογής αμαρτία και κυρίως ένα ευρωπαϊκό χαρακτηριστικό που απεχθάνονται βαθιά. Οι ταινίες που βραβεύονται στο Χόλιγουντ πρέπει να έχουν γερές δόσεις υπερβολής: μαύρους που μαστιγώνονται, διαστημανθρώπους που χάνονται στο υπερπέραν, ομοφοβικούς που πεθαίνουν από AIDS και κυρίως ιστορίες που αποκαλύπτουν προσπάθεια, υποταγή και κόπο.

Ο Ντι Κάπριο δεν χρειάστηκε να καταβάλει τεράστιες προσπάθειες γι' να αποδείξει ότι η υποκριτική είναι για αυτόν απλώς ο τρόπος που αναπνέει: δεν έχασε ούτε γραμμάριο, δεν έθεσε σε κίνδυνο τη σωματική ή ψυχική του υγεία και κυρίως δεν ήταν ποτέ διατεθειμένος να κλάψει για τον Θεό, τη μαμά ή τον μπαμπά για να κρατήσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο. Οι Γάλλοι με αρκετή δόση κακεντρέχειας αναλύοντας τη μεγάλη αυτή αδικία μίλησαν για το «syndrome du bosse gosse» (σύνδρομο του ωραίου γκόμενου), που σημαίνει ότι οι Αμερικανοί εχθρεύονται βαθιά τους ωραίους, ανεξάρτητους, ακομπλεξάριστους πρωταγωνιστές που εναλλάσσουν στο κρεβάτι τους τα πιο όμορφα μοντέλα και πόρρω απέχουν από τα λεγόμενα «καλά παιδιά». Αντίστοιχα πάλι ο «Οδηγός διαπλοκής» ήταν μια ταινία περίτεχνα φτιαγμένη χωρίς τα γνωστά κόλπα των σπουδαίων ερμηνειών ή της τρυφερής ανθρωπίλας που τόσο αγαπάνε οι κριτικοί κινηματογράφου.

Κλείσιμο


Επιπλέον και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για ταινίες που έφερναν στον νου των Αμερικανών κριτικών τις δικές τους ανεξίτηλες αμαρτίες: τόσο στον «Οδηγό διαπλοκής» όσο και στον ανίερο «Λύκο της Wall Street» τα σενάρια αναφέρονται σε πραγματικές ιστορίες που θίγουν τη σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού καπιταλισμού -βρόμικο χρήμα και υψιπετείς κομπιναδόροι- θυμίζοντας στους παράγοντες του Χόλιγουντ ότι η τέχνη της υποκριτικής κατά κύριο λόγο ξεκινά από τη χοντρή μπίζνα. Αν ξέρεις να υποκρίνεσαι τον πλούσιο, τον διάσημο και τον ωραίο, τότε γίνεσαι αυτομάτως το πολυπόθητο λαμόγιο που κατακτά τα λαμπερά σαλόνια. Τίποτα, επομένως, δεν είναι όπως φαίνεται για τον αστραφτερό κόσμο των ανθρώπων του χρήματος και κυρίως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται για το αμερικάνικο όνειρο που στήθηκε πάνω στις πιο συντηρητικές και άτεγκτες συνθήκες.





Γι’ αυτό και στα Οσκαρ δεν συγχωρείται να μιλάς για σεξ, απωθημένα, γκόμενες/γκόμενους και ναρκωτικά, κάτι που υπενθύμιζαν με κάθε τρόπο οι περιπτώσεις της «Διαπλοκής» και του «Λύκου». Ο άνθρωπος δεν τρέφεται μόνο με πίτσες, αλλά με κάτι ακόμη πιο χυδαίο - γεγονός που δεν θέλουν να θυμούνται τα μέλη της Κινηματογραφικής Ακαδημίας, αποκλείοντας από το ενδεχόμενο βραβείων ταινίες όπως το προπέρσινο «Shame» του φετινού νικητή Στιβ ΜακΚουίν, τη «Διπλή ζωή της Αντέλ» και τον «Λύκο της Wall Street». Το σεξ ισοδυναμεί με αμαρτία σε έναν θεσμό που ήδη συμπλήρωσε τα 86 του χρόνια και έχει αφήσει προ πολλού πίσω του οτιδήποτε μπορεί να μοιάζει με νεανική αφέλεια ή «αταξία».



Πίτσες, selfies και ρεκόρ τηλεθέασης

Η αλήθεια είναι ότι η πετυχημένη παρουσιάστρια της φετινής τελετής Ελεν Ντε Τζένερις προσπάθησε με κάθε τρόπο να δώσει στην απαρχαιωμένη λειτουργία ενός θεσμού που εξαντλούνταν στα κόκκινα χαλιά και στους δακρύβρεχτους λόγους μια νεανική νότα ή τουλάχιστον ένα διαφορετικό πλαίσιο.

Η γνωστή τηλεπαρουσιάστρια που, σημειωτέον, είναι ιδιαίτερα αγαπητή τόσο στους celebrities όσο και στο ευρύτερο αμερικανικό κοινό, έκανε ό,τι μπορούσε για να φέρει τους αστέρες κοντά στον κόσμο: τους έβαλε να ποζάρουν για την περιβόητη selfie, τους τάισε πίτσα και τους ζήτησε ψιλά για το φιλοδώρημα. Επιπλέον, δεν φοβήθηκε να τους αποκαλέσει αγράμματους ή ρατσιστές χωρίς καν να τους θίξει. Ξέροντας ότι άπαντες την εμπιστεύονται για την ειλικρίνεια και τον αυθορμητισμό της -ας μην ξεχνάμε ότι είχε κάνει το περιβόητο outing ότι είναι λεσβία-, έδωσε την εντύπωση ότι είναι φίλη τους και όχι μια απλή παρουσιάστρια. Απόδειξη ότι παρά τα αρνητικά σχόλια για τη μεγάλη διάρκεια της τελετής η τηλεθέαση έσπασε κάθε ρεκόρ ξεπερνώντας τα 43 εκατομμύρια τηλεθεατές, ενώ η πανέξυπνη ιδέα του selfie -στον βαθμό που τα social media είναι εξίσου ισχυρά με τους τηλεοπτικούς δέκτες- ξεπέρασε σε χτυπήματα την αντίστοιχη του Ομπάμα.



«Την ώρα που ο Μπράντλεϊ Κούπερ πατούσε το κουμπί θα μείνει για πάντα στην Ιστορία όπως η στιγμή που ο Μάρτιν Λούθερ έβγαζε την περίφημη ομιλία και ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος ξεκινούσε για τη γνωστή του βόλτα», έγραφε το «Vanity Fair» σχολιάζοντας μισοαστεία-μισοσοβαρά, θέλοντας να τονίσει τη σημασία της φωτογραφικής πόζας για την ιστορία του θεσμού. Πάντως, η όλη κίνηση δεν ήταν τόσο αυθόρμητη όσο φαινόταν, καθώς, όπως αποδείχθηκε, η Samsung είχε επενδύσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για να βρεθεί το κινητό της στα χέρια του Κούπερ από την Ντε Τζένερις.

Περισσότερο αυθόρμητη, πάντως, αποδείχθηκε η κίνηση με την πίτσα που στόχευε απλώς στο ασυνείδητο των Αμερικανών, οι οποίοι δεν μπορούν επ’ ουδενί να αντισταθούν στο λιωμένο τυρί και στο καυτό πεπερόνι - περισσότερο απ’ ό,τι εμείς στον πατροπαράδοτο κεφτέ. Ο τρόπος που η Μέριλ Στριπ καταβρόχθισε το λιπαρό έδεσμα ή η μανία του Μάρτιν Σκορσέζε να αρπάξει όσο περισσότερα κομμάτια αποδεικνύουν ότι η πίτσα είναι καλύτερο υποκατάστατο (για το χαμένο σεξ ή το χαμένο Οσκαρ) και από τη σοκολάτα. Ο δε ντελιβεράς έγινε διάσημος εν μια νυκτί παρελαύνοντας κατόπιν από όλα τα κανάλια και τσεπώνοντας 1.000 δολάρια φιλοδώρημα (τα περισσότερα χρήματα τα έβαλε η Ντε Τζένερις -γενναιόδωρη όνομα και πράμα- αφού δεν κατάφερε να συγκεντρώσει και πολλά στο καπέλο του Φάρελ Γουίλιαμς που περιέφερε με χάρη ανάμεσα στο κοινό).



Μόνο που λησμόνησε ότι πάνω στα χάρτινα κουτιά δέσποζε το σήμα της Coca-Cola, γεγονός που έκανε έξαλλη την Pepsi, η οποία προμοτάρει και χορηγεί γενναία τον οσκαρικό θεσμό και τώρα απειλεί με μηνύσεις. Σε γενικές γραμμές, πάντως, ο θεσμός βγήκε κερδισμένος από τις καινοφανείς ιδέες της Ντε Τζένερις. Κατά τ’ άλλα, αν εξαιρέσεις τη φρεσκαδούρα που λέγεται Λουπίτα Νιόνγκο, ήτοι τη μαυρούλα που απέσπασε το Οσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για το «12 χρόνια σκλάβος» και σκλάβωσε κυριολεκτικά άπαντες με τον αυθόρμητο λόγο της, κυριάρχησε και πάλι το οσκαρικό ιερό τρίπτυχο που λέγεται «μαμά, σκηνοθέτης, θρησκεία». Σε αυτήν υπέκυψε ασμένως ο Μάθιου ΜακΚόναχι αποδεικνύοντας ότι παραμένει το καλό παιδί από το Τέξας, η Κέιτ Μπλάνσετ (με τη μόνη διαφορά ότι ο σκηνοθέτης της -Γούντι Αλεν- έχει τη ρετσινιά της παιδεραστίας), αλλά και ο Τζάρεντ Λίτο προσθέτοντας στις ευχαριστίες του και τους αδικημένους λαούς όπως αυτόν της Ουκρανίας.



Η πολιτική ορθότητα, αναμφίβολα, είναι το φάντασμα που απλώθηκε και φέτος πάνω από το Dolby Theatre μαζί με τα σύννεφα βροχής που απείλησαν σοβαρά τις θρυλικές εμφανίσεις. Σε αυτές σίγουρα την παράσταση έκλεψαν τα νέα στήθη της Αντζελίνα Τζολί, που δέσποζαν κάτω από τη διάφανη τουαλέτα δίνοντας άλλη νότα στην πρόσφατη περιπέτειά της. Το ίδιο έκαναν και τα συγκλονιστικά στήθη της Σαρλίζ Θέρον, η οποία είναι τρελή και παλαβή με τον πρώην της Μαντόνα, Σον Πεν,  τον οποίο συνοδεύει τελευταία παντού. Μαζί εμφανίστηκαν και στο πριβέ πάρτι του μάνατζερ της διάσημης τραγουδίστριας Γκι Οσερι, όπου παρέστησαν η Τζούλια Ρόμπερτς, οι Μπρατζελίνα, ο ΜακΚόναχι, η Μίλα Κούνις, η Σάντρα Μπούλοκ και η Τζένιφερ Λόρενς.



Η δε τελευταία πρέπει να ήταν η μόνη που έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης όταν ακούστηκε ότι δεν θα είναι αυτή η φετινή νικήτρια του Β’ Γυναικείου Ρόλου, ίσως γιατί γνώριζε ότι δύο χρονιές βράβευσης για μια πιτσιρίκα δεν συγχωρούνται εύκολα από το σινάφι.  Σε αντίθεση με τη Λόρενς, αυτόν που συγχώρεσαν για την προπέρσινη ντροπή του («Shame») είναι τον Βρετανό σκηνοθέτη Στιβ ΜακΚουίν δίνοντάς του το Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας και αναγκάζοντάς τον να χοροπηδάει, δυο μέτρα ντερέκι, πάνω στη σκηνή.

Κάτι που ωστόσο δεν πρόσεξαν οι παρευρισκόμενοι είναι ότι το «12 χρόνια σκλάβος» δεν ένωσε και τόσο τους συντελεστές που θα είχαν πολλούς λόγους να μιλήσουν από κοινού ως μαύροι για τον υφέρποντα ρατσισμό της Ακαδημίας, αλλά, όπως φάνηκε, πρέπει να τα είχαν τσουγκρίσει στα παρασκήνια. Για παράδειγμα, ο βραβευμένος με Οσκαρ Σεναρίου για το «12 Χρόνια Σκλάβος» Τζον Ρίντλεϊ δεν δίστασε να περάσει επιδεικτικά μπροστά από τον σκηνοθέτη του χωρίς καν να τον ευχαριστήσει στην ομιλία του, ενώ αντίστοιχα στο άκουσμα του ονόματος του σεναριογράφου του, ο ΜακΚουίν χειροκρότησε περιπαικτικά (όπως κάνουν όταν κοροϊδεύουν τα πεντάχρονα!).



Ακόμη και στην αναμνηστική φωτογραφία που έβγαλαν οι συντελεστές της ταινίας, ο Ρίντλεϊ φρόντισε να μη φαίνεται καν, παραμένοντας κρυμμένος πίσω από το πλήθος.
Εκτός από τον Βρετανό ΜακΚουίν, ξένος πήρε και το έτερο μεγάλο βραβείο, δηλαδή ο Μεξικανός -μόνιμος κάτοικος Λονδίνου- Αλφόνσο Κουαρόν, που βραβεύτηκε με το Οσκαρ Σκηνοθεσίας για το «Gravity», αποδεικνύοντας την εμμονή που απέκτησε το Χόλιγουντ με τους «εισαγόμενους» σκηνοθέτες.



Εννοείται ότι το κοινό απόλαυσε απενοχοποιημένα την «Τέλεια Ομορφιά», που δεν είχε λεσβιακές σκηνές και σαδομαζοχιστικούς ερωτικούς καβγάδες παρά έναν μεσήλικα πρωταγωνιστή με τον οποίο θα ταυτίστηκαν πολλά μέλη της Ακαδημίας. Ακόμη περισσότερο πρέπει να απόλαυσαν τον ευχαριστήριο λόγο του σκηνοθέτη Πάολο Σορεντίνο, ο οποίος αφιέρωσε το βραβείο του στα παιδιά του, στους γονείς του αλλά και στον Ντιέγκο Μαραντόνα! Ο κόσμος της κουλτούρας, άλλωστε, ποτέ δεν σνόμπαρε την μπάλα, τις πίτσες και τα τουριστικά φωτογραφικά ενσταντανέ που αποθεώθηκαν στην αίθουσα της γκλαμουράτης τελετής των Οσκαρ.

Τουλάχιστον φέτος η τελετή απέδειξε ότι οι θεατές έχουν παραπάνω λόγους να ταυτίζονται με τους αστέρες την εποχή της κρίσης απολαμβάνοντας τις ίδιες διατροφικές συνήθειες, τα ίδια απωθημένα και -γιατί όχι;- τις ίδιες φωτογραφίες αφού το selfie κυκλοφόρησε σε χιλιάδες παραλλαγές στα πέρατα του πλανήτη δίνοντας την ευκαιρία στον καθέναν να μπλεχτεί στην ίδια φωτογραφία με τους celebrities. Ακόμη και στον δικό μας Αδωνη Γεωργιάδη, o οποίος πρωταγωνίστησε στην ελληνική παραλλαγή της διάσημης πλέον selfie. Ποια άλλη τελετή, αλήθεια, θα μπορούσε να καταφέρει ποτέ κάτι ανάλογο;


Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης