Νόμιμο κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο το ύψος του "εξωτραπεζικού " επιτοκίου (16,50%) που επιβάλλουν οι Τράπεζες στις πιστωτικές κάρτες, ανεξάρτητα εάν το επιτόκιο αυτό είναι μεγαλύτερο από το συνήθως επιβαλλόμενο διατραπεζικό.
Τον Νοέμβριο του 2004 εκδόθηκε πιστωτική κάρτα. Το τραπεζικό επιτόκιο, όπως είχε καθορισθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το σχετικό νόμο, ανερχόταν στο χρόνο της σύμβασης [16.11.2004] σε ποσοστό 8% ετησίως, αλλά η Τράπεζα στο έντυπο του συμβολαίου το οποίο και υπέγραψε η ενδιαφερόμενη καταναλώτρια ανερχόταν σε ποσοστό 15.90%.
Το Επιτόκιο αυτό υπολογίζεται επί του άληκτου πιστωθέντος κεφαλαίου, δηλαδή του υπολοίπου, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σ' αυτό και η προβλεπόμενη εισφορά του νόμου 128/1975, με την άθροιση της οποίας το συνολικό ετήσιο επιτόκιο ανέβαινε σε ποσοστό 16,50%.
Έτσι η καταναλώτρια διαπίστωσε ότι ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο συμβατικό (τραπεζικό) επιτόκιο για την απόκτηση και χρήση της πιστωτικής κάρτας ανερχόταν τότε σε 8%, αυτή δέχθηκε υπογράφοντας την σχετική σύμβαση να πληρώσει τραπεζικό επιτόκιο 15,90%, που ήταν πολύ μεγαλύτερο από το εξωτραπεζικό και υπολογιζόμενη και η εισφορά έφθανε στο 16,50%.
Από το Εφετείο δικαιώθηκε η καταναλώτρια, αλλά ο Άρειος Πάγος είχε αντίθετη άποψη.
Οι αρεοπαγίτες έκριναν ότι δεν είναι παράνομο το επιτόκιο, ότι δεν είναι άκυρος ο όρος και η σύμβαση που κατάρτησαν τα δύο μέρη, ενώ δεν υπάρχει το στοιχείο του παρανόμου για να θεμελιωθεί αξίωση από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ούτε από τις διατάξεις του νόμου 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή.
Επιπλέον, δεν παραβιάσθηκε η θεμελιώδης αρχή της προστασίας του καταναλωτή, που είναι η διαφάνεια, επισημαίνει ο Άρειος Πάγο.