«Δεν υπάρχουν αντίπαλοι και φίλοι, αλλά όσοι υποτάσονται ή αντιστέκονται» το τελεσίγραφο του Αμερικανού προέδρου - Ανοιχτή αμφισβήτηση της συμμαχικής ασφάλειας ως κοινό αγαθό στη Δύση - Ο ρόλος του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, βαρόμετρο οι αγορές
Η εμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός δεν είχε χαρακτήρα επανένταξης της Ουάσινγκτον στο πολυμερές σύστημα και μάλλον κανένας δεν περίμενε πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο από την άλλη πλευρά του «μεγάλου υπέροχου ωκεανού», όπως αρέσκεται ο Αμερικανός πρόεδρος να επισημαίνει σε κάθε ευκαιρία. Η παρουσία του, παρά ταύτα, είχε ξανά χαρακτήρα επίδειξης ισχύος και κυρίως προειδοποίησης προς τους συμμάχους. Η υπόθεση της Γροιλανδίας δεν παρουσιάστηκε ως γεωπολιτική συζήτηση, αλλά ως τελεσίγραφο με περιτύλιγμα «δεν θα ασκήσω στρατιωτική βία»...
Ο Αμερικανός πρόεδρος για μία ακόμη φορά δεν «λοξοδρόμησε» στα όσα έχει δηλώσει. Παρέμεινε στη δική του γραμμή και εξέφρασε ξανά δημόσια χωρίς δισταγμό τις θέσεις και το δόγμα του. Ο Τραμπ δεν πήγε στο Νταβός για να ακούσει. Πήγε για να επιβάλει ατζέντα. Και το έκανε χρησιμοποιώντας ένα εργαλείο που οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν καλά από την πρώτη του θητεία: την απειλή αποσταθεροποίησης ως μοχλό συμμόρφωσης. Οι δηλώσεις του για τη Γροιλανδία δεν ήταν αόριστες. Ηταν σκόπιμα διατυπωμένες ώστε να λειτουργούν ως στρατηγικός εκβιασμός. Δεν αρνήθηκε τη χρήση πίεσης, μόνο τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Πάντως οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε πως όταν ένας Αμερικανός πρόεδρος μιλά για «πλήρη πρόσβαση» σε έδαφος συμμάχου χωρίς να αναγνωρίζει ρητά κυριαρχία δεν διαπραγματεύεται.
Η Γροιλανδία δεν επιλέχθηκε τυχαία. Είναι έδαφος συνδεδεμένο με κράτος-μέλος της Ε.Ε., είναι κρίσιμος κόμβος για την αμερικανική στρατηγική στον Αρκτικό Κύκλο και είναι περιοχή που η Ευρώπη δεν μπορεί να υπερασπιστεί στρατιωτικά χωρίς τις ΗΠΑ. Με μία κίνηση, ο Τραμπ υπενθύμισε αυτό που οι Ευρωπαίοι προσπαθούν ή θέλουν να κρύψουν: η ασφάλεια της ηπείρου παραμένει κυρίως αμερικανική υπόθεση.
Οι αναλύσεις των διεθνών μέσων συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: η Γροιλανδία δεν αφορά την ίδια την περιοχή, αλλά την «πειθαρχία» των συμμάχων. Ο Τραμπ χρησιμοποίησε το θέμα για να δείξει ότι είναι διατεθειμένος να ανοίξει μέτωπα ακόμη και εντός του ΝΑΤΟ αν αυτό εξυπηρετεί αυτό που για τον ίδιο είναι «αμερικανικό» συμφέρον.
Συμφωνία-υποταγή
Στο Νταβός οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσπάθησαν δημοσίως να υποβαθμίσουν τη σύγκρουση. Ιδιωτικά, όμως, η ανησυχία ήταν ξεκάθαρη και εκτεταμένη. Γιατί η κίνηση Τραμπ δεν εντάσσεται σε πλαίσιο διαπραγμάτευσης, αλλά πρόκειται για καταναγκαστική διπλωματία. Ο στόχος δεν είναι συμφωνία. Είναι υποταγή στο πλαίσιο «America first».
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η πίεση αυτή δεν αφορά μόνο τη Γροιλανδία, αλλά και το σύνολο των ευρωπαϊκών επιλογών: άμυνα, εμπόριο, ενέργεια και κυρίως την Ουκρανία. Η λογική είναι ξεκάθαρη: αν η Ευρώπη θέλει αμερικανική στήριξη, θα πρέπει να αποδεχτεί τους αμερικανικούς όρους.
Αυτός είναι ο λόγος που οι διεθνείς αναλυτές μίλησαν για επικίνδυνη κανονικοποίηση της απειλής μεταξύ συμμάχων. Ο Τραμπ δεν διαφοροποιεί αντιπάλους και εταίρους. Διαχωρίζει μόνο όσους συμμορφώνονται και όσους αντιστέκονται. Και η Ευρώπη σε αυτή τη φάση -ή καλύτερα και στη συγκεκριμένη- εμφανίζεται αδύναμη -για άλλους προκλητικά άβουλη- να αντιδράσει.
Η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες στο Νταβός. Οχι γιατί δεν έχει θεωρητική βάση, αλλά γιατί δεν συνοδεύεται από ισχύ. Και χωρίς ισχύ κάθε στρατηγική είναι απλώς ευχή όταν στο τραπέζι κάθεται ως συνομιλητής ο Τραμπ.
Η Γροιλανδία ήταν το πρώτο τεστ, όχι το τελευταίο. Ο Τραμπ έδειξε ότι είναι έτοιμος να εργαλειοποιήσει κάθε ευρωπαϊκή αδυναμία για να αποσπάσει οφέλη αποκλειστικά για τις ΗΠΑ. Χωρίς συμμαχικό ρομαντισμό. Χωρίς προσχήματα. Μόνο με όρους ισχύος.
Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, Αντόνιο Κόστα, Φρίντριχ Μερτς στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. για τη Γροιλανδία
Σύμφωνα με τις αναλύσεις των διεθνών μέσων, ο Τραμπ χρησιμοποιεί την υπόσχεση της ειρήνης ως μοχλό προς τρεις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Προς τη Ρωσία, για να τεστάρει τα όρια παραχωρήσεων. Προς το Κίεβο, για να το φέρει μπροστά στο δίλημμα αποδοχής τετελεσμένων. Και κυρίως προς την Ευρώπη, για να τη φορτώσει με το βάρος εφαρμογής μιας λύσης που δεν σχεδίασε ή στην οποία θα έχει τον ρόλο αυτού που θα εγγυάται και θα αναλαμβάνει και το τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Η παρουσία του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Νταβός είχε ακριβώς αυτό το υπόβαθρο. Οι παρεμβάσεις του δεν είχαν τον χαρακτήρα έκκλησης για βοήθεια, αλλά προειδοποίησης. Η Ευρώπη, είπε με σαφήνεια, κινδυνεύει να βρεθεί σε ρόλο εγγυητή μιας ειρήνης που θα παγιώνει την απώλεια ουκρανικών εδαφών και θα μεταφέρει το κόστος αποτροπής εξ ολοκλήρου στις ευρωπαϊκές πλάτες.
Η συνάντηση Τραμπ - Ζελένσκι, παρά τις θετικές δηλώσεις, δεν δίνει και πάλι απτά αποτελέσματα. Από μόνες τους οι ποσοστώσεις στα συμφωνηθέντα και οι θετικές δηλώσεις δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα τι γίνεται με τα κατεχόμενα εδάφη. Ο Τραμπ απέφυγε και πάλι να δεσμευτεί. Γιατί η ασάφεια λειτουργεί ως πίεση από την πλευρά του. Οσο δεν υπάρχει σαφές πλαίσιο, το Κίεβο βρίσκεται σε θέση άμυνας και η Ευρώπη σε κατάσταση ακραίων πιέσεων.
Μόνη η Ευρώπη
Το σενάριο που προβάλλει από το Νταβός είναι πολύ πιο ανησυχητικό από όσο κάποιοι πίστευαν: μια συμφωνία που θα παγώνει τη γραμμή του μετώπου χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας και παράλληλα θα απαιτεί μαζική ευρωπαϊκή εμπλοκή. Στρατιωτική παρουσία, χρηματοδότηση, πολιτική διαχείριση και όλα τα παραπάνω χωρίς τις ίδιες τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες θα έχουν διαμορφώσει τους όρους, αλλά θα αποσυρθούν από την καθημερινή ευθύνη εφαρμογής - και μαζί με αυτό και τη «συγκράτηση» της Μόσχας. Αυτό ακριβώς είναι που φοβάται και το Κίεβο, όχι μόνο την απώλεια εδαφών, αλλά τη μετατροπή της Ουκρανίας σε ευρωπαϊκό προτεκτοράτο ασφάλειας, χωρίς αμερικανική ομπρέλα και με μόνιμη απειλή επανακλιμάκωσης. Η «ειρήνη» σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι σταθερότητα. Είναι αναβολή σύγκρουσης.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, εμφανίζεται βαθιά διχασμένη. Ρητορικά στηρίζει την Ουκρανία. Στην πράξη, όμως, προετοιμάζεται για ένα σενάριο στο οποίο θα κληθεί να διαχειριστεί μόνη της τις συνέπειες. Οι κυβερνήσεις φοβούνται δύο πράγματα ταυτόχρονα: την αποχώρηση των ΗΠΑ και την άμεση αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Αυτός ο διπλός φόβος οδηγεί σε παράλυση.
Για την Ευρώπη το διακύβευμα είναι ιστορικό. Αν αποδεχθεί έναν ρόλο χρηματοδότη και εγγυητή χωρίς στρατηγικό έλεγχο, θα παγιώσει την εξάρτησή της. Αν προσπαθήσει να αντιδράσει χωρίς ισχύ, θα εκτεθεί. Η επιλογή δεν είναι εύκολη, αλλά η αναβολή ισοδυναμεί με απόφαση. Το Νταβός κατέγραψε ωμά αυτή τη μετάβαση. Η εποχή της ευρωπαϊκής αναμονής τελειώνει όχι επειδή η Ευρώπη το επέλεξε, αλλά επειδή οι ΗΠΑ το επέβαλαν. Και η Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αναδιάταξης όχι ως αποδέκτρια αλληλεγγύης, αλλά ως πεδίο πάνω στο οποίο δοκιμάζεται η νέα, πιο σκληρή τάξη πραγμάτων.
Μέτωπο με το Ιράν
Πίσω από τον θόρυβο της Γροιλανδίας και την ένταση με την Ευρώπη, οι διεθνείς αναλύσεις εντοπίζουν ένα ακόμη επίπεδο αμερικανικής στρατηγικής, αυτή τη φορά πιο σιωπηλό. Αυτό δεν αφορά την Αρκτική, αλλά το Ιράν και το επόμενο στάδιο της αμερικανικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή. Η Γροιλανδία σε αυτό το πλαίσιο δεν λειτουργεί μόνο ως μοχλός πίεσης προς τους συμμάχους, αλλά κυρίως ως αντιπερισπασμός. Η κυβέρνηση του Τραμπ δεν έκρυψε ποτέ ότι θεωρεί το Ιράν τον βασικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής. Αυτό που αλλάζει τώρα δεν είναι ο στόχος, αλλά η μέθοδος.
Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να επαναφέρει την πίεση προς την Τεχεράνη, όχι απαραίτητα με άμεση στρατιωτική σύγκρουση, αλλά με πολυεπίπεδη στρατηγική κλιμάκωσης, στην οποία η προσοχή των συμμάχων και των αγορών διασπάται. Η ανάδειξη της Γροιλανδίας σε παγκόσμιο ζήτημα εξυπηρετεί ακριβώς αυτό. Ενώ η Ευρώπη αναλώνεται σε εσωτερικές διαβουλεύσεις, νομικές αναλύσεις και πολιτικές αντιδράσεις απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, η Ουάσινγκτον κερδίζει χρόνο και ελευθερία κινήσεων αλλού. Και το αλλού είναι κυρίως η Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τις διεθνείς αναλύσεις, το επόμενο στάδιο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν στηρίζεται σε τρεις άξονες: πρώτον, εντατικοποίηση της πίεσης μέσω συμμάχων και περιφερειακών παικτών. Δεύτερον, αποδυνάμωση των ιρανικών δικτύων επιρροής σε Λίβανο, Συρία και Ιράκ. Τρίτον, επαναφορά της λογικής της αποτροπής μέσω απειλής χρήσης ισχύος, χωρίς όμως άμεση ανάληψη ευθύνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη αντιμετωπίζεται και πάλι όχι ως στρατηγική εταίρος, αλλά ως παθητική παρατηρήτρια. Η σύγκρουση γύρω από τη Γροιλανδία έχει ήδη απορροφήσει πολιτικό κεφάλαιο, διπλωματικό χρόνο και προσοχή. Και αυτό μειώνει την ικανότητα αλλά και τα αντανακλαστικά των Ευρωπαίων να αντιδράσουν συντονισμένα σε μια νέα φάση έντασης με το Ιράν.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ουάσινγκτον δεν χρειάζεται ευρωπαϊκή συναίνεση για να πιέσει. Αυτό που θέλει μόνο είναι να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη δεν θα λειτουργήσει ως φρένο. Και αυτό ακριβώς επιτυγχάνεται μέσω της παράλληλης κρίσης στο βόρειο μέτωπο. Η Γροιλανδία δεν είναι αποκομμένο επεισόδιο, αλλά μέρος της διαχείρισης προτεραιοτήτων.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία
Παράλληλα, η αμερικανική ρητορική περί ειρήνης στην Ουκρανία λειτουργεί συμπληρωματικά. Αν η Ουάσινγκτον μπορεί να εμφανιστεί ως δύναμη που κλείνει μέτωπα στην Ευρώπη, αποκτά μεγαλύτερη νομιμοποίηση για να ανοίξει ή να κλιμακώσει μέτωπα στη Μέση Ανατολή όχι γιατί ο Τραμπ θα ζητήσει ποτέ συναίνεση, αλλά κυρίως γιατί αυτό που δεν θέλει είναι θόρυβος και κριτική από πολιτικούς και μέσα ενημέρωσης. Η εικόνα της ειρηνοποιού δύναμης χρησιμοποιείται για να καλύψει την πραγματικότητα της ανακατανομής ισχύος.
Για το Ιράν αυτό το σκηνικό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Η Τεχεράνη βλέπει μια Ουάσινγκτον λιγότερο δεσμευμένη σε πολυμερείς ισορροπίες, πιο πρόθυμη να κινηθεί μονομερώς και πιο ανεκτική σε περιφερειακές συγκρούσεις χαμηλής έντασης. Η έλευση αμερικανικού αεροπλανοφόρου στην περιοχή μαζί με την κορύφωση των μαζικών διαδηλώσεων στο Ιράν έχουν δώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία στις ΗΠΑ προκειμένου ο Τραμπ να πράξει κατά το δοκούν.
Η Γροιλανδία, λοιπόν, μοιάζει αλλά δεν είναι το κέντρο της παγκόσμιας στρατηγικής. Είναι το σκηνικό. Ενα σκηνικό που επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να αναδιατάξει δυνάμεις, να μετρήσει αντιδράσεις και να προετοιμάσει το έδαφος για την επόμενη φάση σε όλα ή σε όσα από τα μέτωπα ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί σημαντικά. Οχι με θόρυβο, αλλά με υπολογισμένη ένταση.