Το Σούλι και οι Σουλιώτες: Έλληνες ή Αλβανοί οι πρώτοι κάτοικοί του;

Το Σούλι και οι Σουλιώτες: Έλληνες ή Αλβανοί οι πρώτοι κάτοικοί του;

Πότε δημιουργήθηκαν οι αρχικοί οικισμοί στην περιοχή - Οι αγώνες των Σουλιωτών εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως τα χρόνια του Αλή Πασά-Οι «φάρες» των Σουλιωτών.

Στον… απόηχο του άρθρου μας για την ετυμολογία της λέξης "λουλούδι, θα ασχοληθούμε με την ιστορία του Σουλίου και τους κατοίκους.

Η γεωγραφική θέση του Σουλίου

Το Σούλι είναι περιοχή της Ηπείρου, που υπάγεται σήμερα διοικητικά στο νομό Θεσπρωτίας. Βρίσκεται ανάμεσα στα όρη Μούργκα (1.340 μ.), Ζαβρούχο (1.137 μ.) και Τούρλιας (1.982 μ.)στη συμβολή του Αχέροντα με τον παραπόταμό του Τσαγκαριώτικο.
Στους πρόποδες των χωριών, υψώνονται αντικριστά δύο λόφοι: το Κούγκι, πάνω στο οποίο βρίσκεται το ναΰδριο της Αγίας Παρασκευής και η Κιάφα, στην οποία είναι χτισμένο φρούριο. Απέναντι από το Κούγκι, υπάρχει κι άλλος λόφος στον οποίο βρίσκεται ο ναός του Αγίου Δονάτου, όπου συναθροίζονταν οι Σουλιώτες κατά τα "Γενικά Συνέδρια" τους. Πάνω από το χωριό Κιάφα, υψώνεται ο βράχος της Μπίρας (Τρύπας), το βορειοδυτικό τμήμα του οποίου λέγεται Μπρέκε Βετετίμε (Ράχη της Αστραπής). Η όλη περιοχή του Σουλίου, είναι ορεινή, άγρια, με απόκρημνους "υψηλούς, διαβόητους βράχους", όπως γράφει ο Ανδρέας Κάλβος και μοιάζει με γιγαντιαίο φρούριο (Στοιχεία: ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ, τ.54)





Η ετυμολογία της λέξης Σούλι

Ας ξεκινήσουμε από την ετυμολογία της λέξης Σούλι. Ο αείμνηστος γλωσσολόγος Δικαίος Βαγιακάκος έχει συγκεντρώσει πολλές εκδοχές. Η προσπάθεια για ετυμολόγηση της λέξης Σούλι, ξεκίνησε από τον Χριστόφορο Περραιβό, στο έργο του "Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας", που εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1815.



Γράφει λοιπόν ο Περραιβός, στηριζόμενος σε προφορική παράδοση των Σουλιωτών, ότι το τοπωνύμιο οφείλεται σε κάποιον Τουρκαλβανό Σούλη ή Σούλιο, τον οποίο σκότωσαν οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής. Ο Περραιβός γράφει ότι Άγγλος περιηγητής παρατήρησε πως η λέξη είναι ομηρική (Ιλιάδα Π, 234), όπου αναφέρονται οι Σελλοί ή σχετική με την πόλη Σόλλιον την οποία αναφέρει ο Θουκυδίδης (2,30).

Ο Πουκεβίλ δέχεται την ετυμολογία της λέξης από τους Σελλούς και ονομάζει Σελληίδα, όλη τη γύρω περιοχή. Ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει για τους "Συλίονες, έθνος της Χαονίας", η οποία όμως βρισκόταν βόρεια της Θεσπρωτίας. Ο Ι. Φιλήμων στο "Δοκίμιον", γράφει: «Σούλιον εστί το αρχαίον Σύλιον. Παρονόμασαν τούτο οι Αλβανοί της Ηπείρου Κακοσούλιον από της εποχής καθ' ην επολέμει αυτό ο Αλή πασάς. Έχει δε παρωνυμικώς παρά τοις κοινοίς η λέξις κακός την σημασίαν του ισχυρός, πολύς, ανδρείος, δεινός, ακαταμάχητος». Ωστόσο, όπως  παρατηρεί ο Δικαίος Βαγιακάκος: "Σύλιον όμως δεν υπάρχει, το δε Σύλλειον ή Σύλιον είναι πόλις της Φρυγίας εν τη Μ. Ασία".

Ο Λάμπρος Κουτσονίκας στη "Γενικήν Ιστορίαν της Ελληνικής Επαναστάσεως", ανάγει την ίδρυση της συμπολιτείας του Σουλίου στα χρόνια του Λεύκιου Αιμιλίου Παύλου, ο οποίος κατέστρεψε πολλές πόλεις της Ηπείρου. Κάποιοι από τους κατοίκους των πόλεων αυτών εγκαταστάθηκαν στο Σούλι και έδωσαν στην περιοχή το όνομα αρχαίας πόλης της Ηπείρου. "Τοιούτον όμως αρχαίον εκεί όνομα δεν μαρτυρείται", παρατηρεί ωστόσο ο Δικαίος Βαγιακάκος.

Ο Ηπειρώτης λόγιος Αθανάσιος Πετρίδης, ανάγει το όνομα Σούλι στον 12ο αιώνα και γράφει ότι η περιοχή του Σουλίου εποικίστηκε από κατοίκους των Σουλανών και των Στύλων χωριών της Β. Ηπείρου, στη Δρόβιαννη και το ετυμολογεί από το Sola – Sula – Sole. Άλλη εκδοχή, αναφέρει ότι οι πρώτοι που κατοίκησαν το Σούλι, προέρχονταν από τα χωριά Σούλιασι και Σουλιάτας και από αυτά τα ονόματα "παράγονται" οι λέξεις Σούλι και Σουλιώτες. Ο βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός Κ. Άμαντος γράφει ότι η λέξη Σούλι προέρχεται από το όνομα Σούλης που το θεωρεί παρεφθαρμένο τύπο του Σαούλ. Δεν φαίνεται όμως να ευσταθεί ούτε αυτή η ετυμολογία, καθώς τέτοιος τύπος ονόματος δεν μαρτυρείται αλλά και ούτε η ορεινή αυτή περιοχή ήταν ιδιοκτησία κάποιου.

 Ο Δ. Βαγιακάκος, θεωρεί πιθανότερη την εκδοχή του Δ. Φουρίκη, σύμφωνα με την οποία η λέξη Σούλι προέρχεται από την αλβανική λέξη "σουλ", που με το άρθρο παίρνει τη μορφή σουλ – i. Η λέξη αυτή σημαίνει κορμό δέντρου ο οποίος μπήγεται στο έδαφος, σε επίκαιρο σημείο, όταν δεν υπάρχει δέντρο και μπορεί να χρησιμεύσει και ως βίγλα (παρατηρητήριο σε δεσπόζουσα θέση). Αυτό το όνομα και με αυτή τη σημασία έδωσαν στην περιοχή  οι πρώτοι αλβανόφωνοι οικιστές της, επειδή η κορυφή του Σουλίου υψώνεται "οξεία ως στύλος και επέχει θέσιν βίγλας", γράφει ο Δ. Βαγιακάκος κλείνοντας.

Ο διαπρεπής Ηπειρώτης λόγιος Ιωάννης Λαμπρίδης στα "Ηπειρωτικά Μελετήματα", θεωρεί ότι το όνομα Σούλι προέρχεται από αρχηγό εποικιστικού γένους. "Στρατιώτης και φυλάρχης πατριός εκ της φυλής των Τσιάμηδων ην ο Σούλης, ος (= ο οποίος) σκηνώσας εν τη νυν ομώνυμω περιοχή δέδωκε κατά το σύνηθες και το όνομα αυτού εις ταύτην".

Ο Χ.Ι. Σούλης, γράφει ότι στα αλβανικά "Σούλι", σημαίνει σκοπιά, βίγλα (soul – i), που δικαιολογείται απόλυτα από την τοπογραφική θέση του Σουλίου.

Ο Κ. Μπίρης, στο έργο του "Αρβανίτες", γράφει ότι οι πρώτοι έποικοι του Σουλίου καταγόταν από τα Σουλανά της Δίβρης (του Δέλβινου προφανώς, γιατί υπάρχει και Δίβρη στην Αχρίδα και, φυσικά, Δίβρη στην Αχαΐα) οι οποίοι εγκατέλειψαν το χωριό τους, αφού σκότωσαν ένα Τούρκο που απήγαγε μια κοπέλα απ' αυτό. Όσο για το επίθετο Σούλης, κατά του Κ. Μπίρη είναι αλβανικό και σημαίνει "ψηλός" ή "λεβέντης". 

Υπάρχει δε στα αρχεία της Βενετίας, ως όνομα στρατιωτικών. Όπως βλέπουμε, η ετυμολογία της λέξης Σούλι, είναι αβέβαια. Σαφώς μεγαλύτερη σημασία έχει ποιοι ήταν οι Σουλιώτες και τι πρόσφεραν στην Ελλάδα. Αυτά τα θέματα θα μας απασχολήσουν στην συνέχεια του άρθρου.

Ο εποικισμός του Σουλίου
Και για το πότε εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι κάτοικοι στο Σούλι, υπάρχει διχογνωμία: Οι απαντήσεις είναι αλληλοσυγκρουόμενες και αντιφατικές και στο ερώτημα "από πού καταγόταν οι πρώτοι κάτοικοι του Σουλίου;". Ας δούμε τις διαφορές εκδοχές. 

Ο Χ. Περραιβός στην "Ιστορία του Σουλίου" που γράφτηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, στηριζόμενος σε προφορικές μαρτυρίες Σουλιωτών, αναφέρει ότι η ιστορία του Σουλίου δεν ξεπερνά τα 250 χρόνια, τοποθετεί δηλαδή την εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων γύρω στο 1550. 

Ο Ι. Λαμπρίδης, στα "Ηπειρωτικά Μελετήματα", χωρίς επίσης να κατανομάζει τις πηγές του γράφει ότι οι Σουλιώτες "ήδη το 1635 ήσαν εχθροί των εξισλαμισθέντων περιοίκων".
Αν σκεφτούμε ότι οι μαζικοί εξισλαμισμοί στην Ήπειρο άρχισαν μετά τα αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του Διονύσου του Φιλόσοφου το 1611, η ημερομηνία που παραθέτει ο Λαμπρίδης (τον οποίο έχουμε μελετήσει αρκετά και τον θεωρούμε ιδιαίτερα αξιόπιστο )είναι ακριβής.

Αναφέρει μάλιστα τοπωνύμια της περιοχής του Σουλίου (Λακκιά Παπαζαφείρη, Λακκιά του Γκαίλη, Συκιά, Νερό της Προβατίνας, Καστανιά, Κουλούρια), τα οποία μνημονεύονται "προ του τέλους του πρώτου ημίσεως του 12' (17ου) αιώνα". Προφανώς κάποια από τα τοπωνύμια αυτά, καταρρίπτουν την άποψη του κύριου Πάγκαλου ότι οι Σουλιώτισσες ήταν αποκλειστικά αλβανόφωνες…

Ο Παναγιώτης Αραβαντινός στη δίτομη «Χρονογραφία της Ηπείρου» αναφέρει: «Οι πρώτοι κάτοικοι του τοσούτον γυμνού και φαραγγώδους όρους του Σουλίου υπήρξαν ποιμένες και αιπόλοι (γιδοβοσκοί) προσφυγόντες εκείσε μετά των οικογενειών και βοσκημάτων των, ίνα αποφύγωσι τας των Οθωμανών καταπιέσεις, των επαυξηθέντων εν τη Θεσπρωτία. Οι πλείστοι των εις το Σούλιον προκατοικησάντων υπήρχον αλβανικής φυλής καταγόμενοι εκ της Γαρδίκης κώμης της Παραμυθίας ασυμφωνούμεν όμως μετά των γνωματευόντων ότι η τοιαύτη αποικία εγένετο περί τα μέσα της ΙΖ’ (17ης) εκατονταετηρίδος, καθότι θεωρούμεν τους Σουλιώτας ικανώς ενισχυμένους κατά το 1734 ότε επίφοβος οθωμανική δύναμις προσέβαλε την χώραν του Κακοσουλίου και ίνα ματαιώσωσι την τοιαύτην δύναμιν, ως και την εματαίωσαν, ήσαν βεβαίως οι τολμηροί αυτοί χριστιανοί ερριζωμένοι εκείσε, προ ενός τουλάχιστον αιώνος της ανωτέρω εποχής».

Δηλαδή, ο Αραβαντινός θεωρεί ότι τουλάχιστον από το 1630 είχαν εγκατασταθεί κάτοικοι στο Σούλι. Ο Γιώργος Καραμπελιάς, στο βιβλίο του «Συνωστισμένες στο Ζάλογγο», γράφει:
«Γύρω στα 1600, πολλοί χριστιανοί - που ήθελαν να αποφύγουν την καταπίεση και τους αναγκαστικούς εξισλαμισμούς των Τούρκων, οι οποίοι είχαν επεκταθεί σε όλη την Τσαμουριά – ίδρυσαν το χωριό Σούλι, στα Κασσιώπεια όρη, περίπου 100 χλμ ΝΑ των Ιωαννίνων σε ένα μικρό οροπέδιο, 600 μέτρα πάνω από την κοίτη του Αχέροντα»

Ενδιαφέρουσες είναι όμως και άλλες απόψεις, τις οποίες καταγράφει ο Ανάργυρος Φαγκρίδας στη Μονογραφία «Σούλι – Το Ορμητήριο του Προεπαναστατικού Αγώνα».

Διαβάζουμε λοιπόν εκεί ότι στη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» ο Γ.Δ. Κορομηλάς, γράφει: «Αναφέρεται (η φάρα των Μποτσαραίων) πολύ ενωρίτερον από την τουρκοκρατίαν και δη ως συμπράττουσα μετά του Γεωργίου Καστριώτου (Σκεντέρμπεη)».



Και στη συνέχεια, ότι κατά τον Αναστάσιο  Γούδα, μετά την καταστροφή του Σκεντέρμπεη, απόσπασμα 200 μάχιμων Αλβανών, Χριστιανών Ορθόδοξων στο θρήσκευμα, κατέφυγε στην Ήπειρο και οι αρχηγοί του, Μπότσαρης και Τζαβέλας, διάλεξαν τα απρόσιτα Όρη του Σουλίου για να εγκατασταθούν, προκειμένου να διατηρήσουν τη θρησκεία τους.

Ο Βασίλης Κραψίτης στο βιβλίο του «Η Αληθινή Ιστορία του Σουλίου», γράφει ότι η άποψη αυτή «δεν αντέχει στην κριτική βάσανο». Πραγματικά, δεν υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες για κάθοδο συμπολεμιστών του Καστριώτη στο νότιο τμήμα της Ηπείρου. Κάποιοι απ’ αυτούς μετανάστευσαν στη Νότια Ιταλία, ενώ άλλοι, για να αποφύγουν την εκδίκηση των Οθωμανών αναγκάστηκαν να εξισλαμισθούν (Αυτοί ήταν, κυρίως, οι προύχοντες).

Να θυμίσουμε απλά, ότι ο Γ. Καστριώτης, πέθανε το 1468.

Ο Τ. Ευαγγελίδης, στη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» επίσης, υποστηρίζει ως πιθανότερη την εκδοχή, οι Σουλιώτες να ήταν αυτόχθονες Ηπειρώτες από την περιοχή γύρω απ’ το Σούλι.

Ο Α. Φαγκρίδας, θεωρεί ότι οι Μποτσαραίοι και οι Τζαβελαίοι, οι δύο σημαντικότερες «φάρες» των Σουλιωτών, κατάγονταν από τη Δράγανη (σημ. Αμπελιά) της Θεσπρωτίας. Χωριό που βρίσκεται κοντά στην Παραμυθιά.

Ο Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, στο έργο του «Ήπειρος», γράφει: «Ο τραχύς και με ακατάβλητο θάρρος οπλισμένος Σουλιώτης διεξήγαγε ατελείωτους αγώνες για την ελευθερία της πατρίδας του, στην οποία εγκαταστάθηκε γύρω στα τέλη του 16ου – αρχές 17ου αιώνα, στο φυσικό φρούριο που σχηματίζουν τα Κασσώπεια Όρη επάνω από τον Αχέροντα… Οι Σουλιώτες ήταν δίγλωσσοι. Πολλές από τις πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στο Σούλι κατάγονταν από ελληνόφωνα χωριά και οι ίδιοι διατηρούσαν στενότατες επαφές με τους ελληνόφωνους Παρασουλιώτες (υποτελείς στους Σουλιώτες) με αποτέλεσμα να επικρατεί η ελληνική γλώσσα ως πλουσιότερη έναντι του φτωχότατου ιδιώματος των αλβανόφωνων Σουλιωτών. Από τη σύζευξη Αλβανών και Ελλήνων προέκυψαν (όπως παρατηρεί ο Ι. Λαμπρίδης) οι αλβανόφωνοι του Σουλίου».





Ο Κ. Μπίρης, στο έργο του «ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ – ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», γράφει τα εξής: «Είτε με την κάθοδο Αρβανιτών στην Ήπειρο κατά τον 12ο αιώνα είτε με εκείνην των χρόνων του Στεφάνου Ντουσάν, είτε μετά την επανάσταση του Σκεντέρμπεη, είχαν έλθει στην περιοχή του Δελβίνου οι πρόγονοι των Σουλιωτών, ένα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιον, ότι τόπος προέλευσής των, ήταν στις νοτιανατολικές παρυφές της χώρας των Γκέγκηδων γύρω στην Δίβρη, κάποιο μέρος, όπου επικρατούσε απόλυτα το ελληνικό στοιχείον …οι Σουλιώτες εξύριζαν τους κροτάφους και όλο το εμπρόσθιον μέρος του κρανίου, πράγμα που εσυνήθιζαν οι Γκέγκηδες. Συγχρόνως όμως, ήσαν άσχετοι προς τους Γκέγκηδες, αφού δεν είχαν στη στολή τους το μαύρο κοντόσι (είδος κοντού επενδύτη) που εκείνοι φορούσαν ως αιώνιον πένθος για τον θάνατο του μεγάλου τους αρχηγού, του Γεωργίου Καστριώτη».

Συνεχίζουμε το κεφάλαιο αυτό, με την άποψη του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου:
«Οι Σουλιώτες ήσαν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών και εις (ένας) των επιφανεστέρων γόνων του συνοικεσίου των δύο φυλών, του από της 14ης εκατονταετηρίδος αρξαμένου και τελουμένου μέχρι σήμερον. Η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανικήν τα ευγενέστερα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας».

Τέλος, ο Αδαμάντιος Κοραής σε επιστολή του προς τους Σουλιώτες τον Απρίλιο του 1803, γράφει: «Εκείνο δε, δια το οποίον…είσθε μάλιστα αξιοθαύμαστοι είναι ότι έχετε έμφυτον εις την καρδίαν σας την ευτυχίαν όλης της Ελλάδος…Ναι…η Ελλάς όλη με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς, εσάς βλέπει, εις εσάς καυχάται, από σας παρηγορείται και από σας μετά τον Θεόν ελπίζει την ελευθερίαν των λοιπών αυτής τέκνων και αδελφών σας…».

Όσο για εκείνους που πιστεύουν ότι οι Σουλιώτες ήταν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, θα τους απογοητεύσουμε, γιατί δεν υπάρχουν ιστορικά ευρήματα που να επιβεβαιώνουν ότι στο Σούλι υπήρχαν άνθρωποι και κτίσματα από την αρχαιότητα…
 
Το Τετραχώρι(ον) του Σουλίου - Η επέκτασή του - Οι φάρες
Οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στο Σούλι, ίδρυσαν το ομώνυμο χωριό. Ακολούθησε η ίδρυση των χωριών Κιάφα, Σαμονίβα και Αβαρίκος. Στις αρχές του 18ου αιώνα (γύρω στο 1720), τα 4 χωριά του Σουλίου είχαν την παρακάτω πληθυσμιακή συγκρότηση:
Σούλι: 22 φάρες με 450 οικογένειες, συνολικά 2.000–2.100 άτομα  Οι φάρες αυτές ήταν: Τζαβελαίοι (που αρχικά ονομάζονταν Παπαζαχαίοι ή Παπαζαχάτες, με γενάρχη τον ιερέα Παπαζάχο), Βοτσαραίοι, Δρακαίοι, Δαγηλαίοι, Κουτσονικαίοι, Καραμπιναίοι, Μπουτζαίοι, Σεχαίοι (ή Σεάταις), Καλογεραίοι, Ζαρμπαίοι, Βελιαίοι, Θανασαίοι, Κασκοραίοι, Τοραίοι, Μαντζαίοι, Παπαγιανναίοι, Βασιαίοι, Τονταίοι, Σαχιναίοι, Παλαμαίοι, Ματαίοι, Μπουσμπαίοι).

Κιάφα: 4 φάρες (Ζερβαίοι, Νικαίοι, Φωταίοι, Πανταζαίοι), με 90 οικογένειες και πληθυσμό 360-450 άτομα.

 Αβαρίκος: 3 φάρες (Σαλαραίοι, Μπουφαίοι, Τζιοραίοι), με 65 οικογένειες και πληθυσμό 260-300 άτομα και 

 Σαμονίβα: 3 φάρες (Μπεκαίοι, Δαγκλιαναίοι, Ηραίοι), με 50 οικογένειες και πληθυσμό 200-250 άτομα.

 Γύρω στο 1740, αφού είχε σταθεροποιηθεί η διαμονή και η κατοχή στο «Τετραχώρι», άρχισε η επέκταση των Σουλιωτών, σε ακτίνα 10-15 χλμ γύρω από τις εστίες τους. Η επέκταση αυτή έγινε για οικονομικούς («φεουδαλικούς» γράφει ο Γ. Μ. Σαρηγιάννης) λόγους αλλά και για την απελευθέρωση των πεδινών χωριών από τους Οθωμανούς. Πραγματικά, οι Σουλιώτες έδιωχναν τους μωαμεθανούς από όσα χωριά «καταλάμβαναν».

Έτσι έχουμε τις εξής επεκτάσεις:

- 1740-1741: Αλποχώρι, Παληοχώρι, Σκιαδάς, Ρουσιάτσα (τσιφλίκι)
- 1741-1744: Κοντάταις, Βίλλια, Γκιονάλα, Σερζιανά, Τσεκουράτι, Γόρανα, Ζαβρούχο.

Επτά από τα παραπάνω χωριά (Τσεκουράτι, Περιχάτι, Γκιόνολα, Κοντάταις, Βίλλια, Ρουσιάτσα και Αλποχώρι), συμπεριλήφθηκαν στη συμπολιτεία του Σουλίου και ονομάστηκαν «Επταχώριον», ενώ οι υπόλοιποι αποτελούσαν τους «Παρασουλιώτες». Η επέκταση συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια και στη μεγαλύτερη ακμή της η Ομοσπονδία των Σουλιωτών περιλάμβανε 60 χωριά με 7.000 κατοίκους περίπου, σε μια έκταση 5-10  χιλιόμετρα από το Τετραχώρι.

Η πρώτη μνεία δράσης των Σουλιωτών ενάντια στους Οθωμανούς, ανάγεται στο 1685. Ακολούθησαν συγκρούσεις το 1721, το 1732, το 1754, το 1759, το 1762, το 1771, με αφορμή τα Ορλοφικά και στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 91788-1792). Θρυλικοί είναι οι αγώνες των Σουλιωτών εναντίον του Αλή πασά, με τους οποίους θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο μας, όπως βέβαια και η τεράστια συνεισφορά τους στον Αγώνα του 1821. Από τους χιλιάδες Σουλιώτες πολεμιστές ,στο τέλος της Επανάστασης, είχαν επιζήσει μόνο 200, που δεν επέστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους…

Πηγές:
  • Δικαίος Βαγιακάκος, «Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Τοπωνυμιών»
  • Γεώργιος Μ. Σαρηγιάννης, «Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ (16ος-18ος αι), ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, Ιωάννινα 1981
  • ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ ΦΑΓΚΡΙΔΑΣ, «ΣΟΥΛΙ ΤΟ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ», Μονογραφία του περιοδικού «ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», 2003
  • Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, «ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», εκδόσεις ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, 2004
  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΑΜΠΡΙΔΗΣ, «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ», ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, Ιωάννινα 1993
  • ΒΑΣΩ Δ. ΨΙΜΟΥΛΗ, «ΣΟΥΛΙ ΚΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ», ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Δ’ έκδοση, 2006
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ, «ΣΥΝΩΣΤΙΣΜΕΝΕΣ ΣΤΟ ΖΑΛΟΓΓΟ», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Β’ Έκδοση, 2014
  • Κ. ΜΠΙΡΗΣ, «ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ, ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑ, Ε’ Έκδοση, 2005
  • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Θεσσαλονίκη 1992
  • Χ. ΠΕΡΡΑΙΒΟΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ», Αθήνα 1857 (διαθέσιμο και στο διαδίκτυο)



ΣΧΟΛΙΑ (191)

Αλή αλ-Γιουνάνι

Μπότσαρης β μέρος) Από δω και πέρα τα πράγματα για τη φάρα αυτή Γκέγκηδων είναι γνωστά. Ίσως αναμίχθηκαν στη Δράγανη με Βλάχους ίσως και όχι. Kάνοντας αναζητήση (SEARCH) στο Google Earth: 'Kalaja e Gjon Boçarit', θα σας βγάλει στο σημείο όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα το κάστρο του Gjon Boçari κοντά στο χωριό Tragjasi i Vjetër. «Αμέσως μετά την άφιξη μου, ο Νότης Μπότσαρης με παρουσίασε στον ανιψιό του, τον Κώστα, αδερφό του πασίγνωστου Μάρκου, αλλά τόσο κατώτερος εκείνου από κάθε άποψη, που δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει κάποιος ότι είχαν τους ίδιους γονείς. Με καλωσόρισε ευγενικά , αλλά με το χαρακτηριστικό αλαζονικό τρόπο των Αλβανών, και βάλθηκε να μου δώσει κατάλλυμα και ό,τι άλλο θα χρειαζόμουν.» ("Memoirs of the Affairs of Greece", relating to Lord Byron, by Julius Millingen, London, 1831, p. 60;) Αξίζει εδώ να ειπωθεί ότι μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν βασιλιάς πλέον της Ελλάδας ήταν ο Όθωνας, στο Μεσολόγγι έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του Μάρκου Μπότσαρη. Ο ίδιος ο Όθωνας συγκινημένος έβγαλε με τα ίδια του τα χέρια από το κρανίο του Μάρκου το μοιραίο βόλι με το οποίο σκοτώθηκε ο ήρωας, μα σε λίγο, καθώς ακούει τον ρήτορα που εκφωνούσε τον επικήδειο λόγο να προσφωνεί τον Μάρκο Μπότσαρη και τους άλλους ήρωες της Επανάστασης ως «Αρβανίτες Εθνάρχες της Ελλάδος», το πρόσωπο του γεμίζει με έκπληξη. Ο Μητροπολίτης Άρτας Πορφύριος που το βλέπει, πετάει οργισμένος την ράβδο του στο χώμα και του λέει: «Ναι μεγαλειότατε, η Αλβανία εγέννησε τους Εθνάρχας του Έθνους σου.». Ο Όθωνας απέμεινε αποσβωλομένος και γυρνώντας προς τον Κώστα Μπότσαρη του έδωσε εντελώς μηχανικά την μοιραία σφαίρα. Ο Πορφύριος που νόμισε πως η κίνηση αυτή έδειχνε αποστροφή, γύρισε στον συναθροισμένο λαό και φώναξε απογοητευμένος: «Αλοίμονο στο Έθνος! Ο Βασιληάς του αγνοεί την Ιστορία του!» (Λεοντιος Λεοντιου, 'Το Αλβανικόν Ζήτημα', 1897, σελ. 45-47)

Αλή αλ-Γιουνάνι

Μπότσαρης α μέρος) H φάρα των Μποτσαραίων κατάγεται από την βόρεια Αλβανία και είχαν στενή σύνδεση με την οικογένεια του Καστριότι. Μαζί με την σπουδαία φάρα τον Καστριότι γύρω από το τέλος του 14ου αιώνα κατέβηκαν στην περίφημη τότε πόλη της Kρούγια (ιδιαίτερα γνωστή για την αντοχή της σε τρεις Οθωμανικές πολιορκίες για 25 χρόνια, σε έναν πόλεμο ασύμμετρο σε νούμερα και μέτρα). Μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη (Μάρτιος 1467), ο απόγονος της φάρας τον Μποτσαραίων, ο Γκιον Μποτσάρι, σκοτώνει κάποιον σε μονομαχία. Σύμφωνα με το έθιμο των Αρμπερ (προγώνων των Αρβανιτών και τον σημερινών Αλβανών), η οικογένεια του νεκρού έπρεπε να ζητήσει εκδίκηση, αλλά δεν το κάνουν για κάποιο λόγο. Έτσι οι Μποτσαραίοι αναγκάστηκαν να τραβήξουν προς τα νότια και τελικά μετά από συμφωνία με τους ηγέτες της Κανίνα, η οποία ήταν τότε ένα μεσαιωνικό οικοδόμημα σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από 5 χιλιόμετρα από την σημερινή πόλη της Αυλώνα, κατέβηκαν στο Tragjas, όπου ακόμα και σήμερα υπάρχουν απόγονοι της οικογένειας των Μποτσαραίων. Οι Μποτσαραίοι χτίσανε και το δικό τους κάστρο στον τόπο αυτό γύρω στο έτος 1471, που υπάρχει ακόμα και σήμερα και λέγεται Kalaja e Gjon Boçarit. Μετά το 1700, το κάστρο τον Μποτσαρέων άρχιζε να νιώθει το βάρος του πολέμου όλο και πιο μεγάλο. Είναι τότε που οι πρόγονοι του Μάρκου Μποτσάρι (Μάρκου Μπότσαρη), αποφάσισαν να αφήσουν το Tragjas και την υπόληπη φάρα τους εκεί και να κατέβουν προς τα νότια και αργότερα προς το Σούλι και να απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα ως παρακλάδι μιας μεγάλης φάρας που ήταν.

Αλή αλ-Γιουνάνι

ζ μέρος) «Τέτοιοι ήταν οι άνθρωποι του Σουλίου, χριστιανοί Αλβανοί οι οποίοι ποτέ δεν υποτάχτηκαν μέχρι το 1803, όταν ηττήθηκαν από τον Αλή των Ιωαννίνων. Ήταν μία κατάκτηση Χριστιανών από μουσουλμάνους, αλλά δεν ήταν κατάκτηση χριστιανών από Τούρκους. Ήταν στην πραγματικότητα μία κατάκτηση Αλβανών από Αλβανούς. Ο Αλή ήταν βάναυσος και άπιστος τύραννος. Ακόμα, δεν ήταν Τούρκος αλλά Αλβανός. Στασίασε κατά του Σουλτάνου και μέχρις αυτού ήταν ένας έμμεσος φίλος των εχθρών του Σουλτάνου.» (Henry Noel Brailsford, ‘Macedonia: Its Races and their future’, London: Methuen & Co. – 1906, p. 222) Ας δούμε τι είπε και ο Richard Clogg, από τους παγκοσμίως πιο έγκριτους ειδικούς σε θέματα της νεώτερης Ελλάδας: «Οι Σουλιότες ήταν μία πολεμοχαρής αλβανική χριστιανική κοινότητα which που αντιστάθηκε στον Πασά στην Ήπειρο στα χρόνια που άμεσα προηγήθηκαν του ξεσπάσματος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας το 1821.» (Richard Clogg, Minorities in Greece: Aspects of a Plural Society, Hurst & Company Publishers, London 2002, p.178) «Η περιοχή του Σουλίου, του οποίου οι κάτοικοι αποκαλούνταν Σουλιότες, όλοι Χριστιανοί, όχι Έλληνες αλλά Αλβανοί στη γλώσσα, τα έθιμα και την καταγωγή.» (Ibrahim Manzour Efendi, Mémoires sur la Grèce et l’Albanie pendant le government d’Ali-Pacha, (Paris: Paul Ledoux, 1827) - Translated from the French by Robert Elsie)

Αλή αλ-Γιουνάνι

στ μέρος) Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι οι Σουλιότες δεν είναι Τσάμηδες αλλά Γκέγκηδες Αλβανοί, προερχόμενοι από την Δίβρη (Dibër) της κεντρικής Αλβανίας. Οι Σουλιότες ξύριζαν τους κροτάφους τους, που είναι συνήθεια γκέγκικη και φορούσαν τη γνωστή μας φουστανέλλα που είναι το συνηθισμένο φόρεμα στην κεντρική Αλβανία. Ο Αν. Γούδας βλέπει να καταφεύγει στην περιοχή του Σουλίου στρατιωτικό απόσπασμα ορθοδόξων Αλβανών από τη βόρεια Αλβανία, οπαδών του Σκεντέρμπεη: «Μετά την καταστροφήν του Σκεντέρμπέη, απόσπασμα ορθοδόξων Αλβανών εκ 200 περίπου μάχιμων συγκειμένον, διεσώθη εν Ηπείρω και απεφάσισε να εγκατασταθεί εν αυτή. Οι προϊστάμενοι του αποσπάσματος, Μπότσαρης και Τζαβέλλας, εξελέξαντο τα απρόσιτα όρη του Σουλίου, ίνα διατηρήσωσι εν αυτοίς το τε μάχιμον ήθος και την θρησκείαν.» (Αθ. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι», 1876, τ. Η1, σ. 46-47;) Την παράδοση αυτή επιβεβαιώνει μέσω μαρτυριών Σουλιωτών και ο Λεόντιος Λεοντίου. («Το Αλβανικόν ζήτημα», 1897, σελ. 122 επ.)

Αλή αλ-Γιουνάνι

ε μέρος) «Το γένος των Αλβανών ή Αρβανιτών, Αρναούτων και όπως λέγονται στη γλώσσα τους Σκιπετάρων, όσοι κατοικούν ιδιαίτερα στην επαρχία της Αλβανίας, στην πρώην μακεδονική Ιλλυρία και στην Ήπειρο και διασκορπισμένοι σε διάφορες άλλες ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού βασίλειου. Έχουν αρχαία ιλλυρική καταγωγή, είναι πολύ ρωμαλέοι, μάχιμοι, τραχείς στα ήθη και λιτότατοι κατά τη διατροφή. Εύθυμοι και εραστές του χορού και της μουσικής, διάγουν βίο κυρίως ένοπλο και αθλητικό…το μεγαλύτερο μέρος τους πρεσβεύει το Κορανικό δόγμα. Διαχωρίζονται μεταξύ τους σε φυλές με επικρατέστερους τους Γέγες ή Γκέγκιδες και τους Μιρδίτες, που κατοικούν μεταξύ των συνόρων της Σερβίας και του Δρίνου ποταμού, τους Τόσκηδες (ή Τόσκους ή Τόξιδες) που ζουν πιο νότια από τους προηγούμενους, έχοντας ως κέντρο τους το Μπεράτι, σλαβικής καταγωγής σύμφωνα με ορισμένους [θεωρείται ότι η ονομασία Μπεράτι προέρχεται από τη σλαβική ονομασία Βέλεγκραντ], τους Ιάπυγες ή Λιάπηδες ή Λάπηδες που κατικούς στην κάτω Αλβανία και στα Κεραύνια όρη, που διασώζουν τον αρχαίο σκληρό τους χαρακτήρα και τη ληστρική ζωή, και πρεσβεύουν οι περισσότεροι το δόγμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και τους Τσάμηδες ή Τσιάμηδες που κατοικούς γύρω από τον ποταμό Αχέροντα και από τους οποίους προέρχονται οι Σουλιώτες και οι Παργηνοί, ευφυέστεροι και ημερότεροι των άλλων.» («Νεώτατη Διδακτική Γεωγραφία, προς εύχερη γνώσιν όλων των μερών και κατοίκων της γης» -συγκεντρώνει στοιχεία από τις νεώτερες γεωγραφίες και στατιστικά συγγράματα των Σομμέρ, Α.Βάλβη, Ρεττέρου, Κανναβίχου, Φρ.Σχιουβέρτου και άλλων- του Νικόλαο Λωρέντη, Β τόμος, σελ. 373-374, εκδ. Γκαρπολά και Ρεφερενδάρη, Βιέννη 1838)

Αλή αλ-Γιουνάνι

δ μέρος) «Οι Σουλιώτες ήταν ένα σύνολο χριστιανών Αλβανών, οι οποίοι ανέπτυσαν περίπου 1500 πολεμηστές στην καλύτερη των περιστάσεων και ήταν ανεξάρτητοι από την Πύλη [την Οθωμανική Αυτοκρατορία], όπως είναι οι Μιρδίτες σήμερα. Ανήκαν στη φυλή των Τσάμηδων και σε αναλογία με τη δύναμη τους και το ιδιαίτερο φυλετικό αίσθημα του ανήκειν, υπαρκτό στους Αλβανους, είχαν τους σκληρότερους αντιπάλους τους σε μία άλλη τοσκική φυλή, τους Λιάπηδες, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων τους με τον Αλή [τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων]. Κατά τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας είχαν υποταχτεί, όπως και οι άλλες φυλές γύρω τους και για πολλούς αιώνες συνέχιζαν να πληρώνουν το χαράτσι [φόρο υποτέλειας]. Δεν ήταν παρά τον 18ο αιώνα που βρήκαν τους εαυτούς τους σε θέση να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους και το δικαίωμα τους να φέρουν όπλα…» (“Researches in the highlands of Turkey: Visits to mount Ida, Athos, Olympus and Pelion, to the Mirdite Albanians and other remote tribes”, by the Henry Fanshawe Tozer. Vol. 2, p. 210, London 1869)

Αλή αλ-Γιουνάνι

γ μέρος) Αναμφίβολα, μέσω της ελληνορθόδοξης εκκλησίας αλλά και των κοινών αγώνων που έδωσαν οι χριστιανοί ορθόδοξοι Σουλιότες μαζί με τους Έλληνες εναντίον των Οθωμανών, απέκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση, η καταγωγή τους όμως ήταν αλβανική. Ο Pouqueville αποκαλεί τους Σουλιότες ως Έλληνες, επειδή ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Το καταλαβαίνουμε αυτό επειδή τους μουσουλμάνους του Αλή Πασά που επιτέθηκαν στους Σουλιότες, τους αποκαλεί Αλβανούς. (François Charles Hugues Laurent Pouqueville, Travels in Greece and Turkey: Comprehending a Particular Account of the Morea, Albania, &c., 2nd edition (London: Henry Colburn and co., 1820), p. 390-394) Οι Σουλιότες δηλαδή ήταν Αλβανοί, που μέσω της Ορθοδοξίας και της εν-μέρη συμμετοχής τους στην ελληνική επανάσταση, εξελληνίσθηκαν. Θα ξέραμε πιο πολλά για το Σούλι αλλά παρακρατικοί με τον Μαμούρη και τον Παπακώστα έκαψαν το αρχείο της Σουλιότικης φάρας των Μποτσάρι, που μέχρι το 1932 διατηρούσε ο Νώτης Μπότσαρης στην Άμφισσα. (Λεόντιος Λεοντίου, Το Αλβανικόν Ζήτημα, σελ. 135, 1897) «Σουλιότες, η πιο αξιοσημείωτη φυλή Αλβανών Ορθοδόξων» είχε πει ο George Finlay το 1861. (George Finlay, A History of Greece, vol. 6, Cambridge University Press, 2014) «Οι εντυπώσεις του Finlay από τα τέλη του 19ου αιώνα μας δίνουν κάποιες εικόνες της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε αυτή την περιοχή. Όσο για τους Σουλιώτες (δοξάστηκαν από τον Byron και στην ελληνική εθνική ιστορία για τον ρόλο τους στην απελευθέρωση της Ελλάδας) ήταν {κλάδος των Τσάμηδων, μία από τις τρεις μεγάλες υποδιαιρέσεις των Τόσκηδων} (Finlay 1939:42), με άλλες λέξεις κυρίως μιλούσαν αλβανικά… ερώτηση εδώ περί της εθνικής (τους) ταυτότητας, δύσκολα θα μπορούσε να τεθεί.» (Laurie Kain Hart, “Culture, Civilization, and Demarcation at the Northwest Borders of Greece”, American Ethnologist, Vol. 26, No. 1 (Feb., 1999), pp. 196-220. Blackwell Publishing on behalf of the American Anthropological Association)

Αλή αλ-Γιουνάνι

β μέρος) Τέλος ο Ι. Λαμπρίδης θεωρεί τον σουλιώτικο πληθυσμό κράμα μιας αρχικής ποιμενικής αλβανικής πατριάς, ήδη εγκατεστημένης στην περιοχή, στην οποία είχε δώσει και το όνομά της, και περιοίκων, αλβανοφώνων και ελληνοφώνων χριστιανών, που κατέφυγαν στο Σούλι στις αρχές του 17ου αιώνα προκειμένου να αποφύγουν οθωμανικές αυθαιρεσίες και συγγενικές αντεκδικήσεις. Αναφέρει σχετικά με την ίδρυση του Σουλίου: «Προς τους κατοίκους του Σούλη, πολλαχού της περιοχής αυτού κατά πάτριας εις 84 οικογεν. σκηνούντας, εχθρούς δε των εξισλαμισθέντων περιοίκων από του 1635 επισήμως κεκηρυγμένους και εκ φύσεως καλώς οχυρουμένους, προσέτρεχον προς αποφυγήν βιαιοπραγιών ή και ματαίωσιν αντιποίνων συγγενικών τιμωριών (γκιάκ) εν τη πατρίδι των ου μόνον Χριστιανοί Τσιάμιδες, Αλβανοί δηλ. κατά το πλείστον αλλά και Ελληνες αλλαχόθεν. Μεταξύ δε των διαφόρων πατριών, αίτινες εκεί μετανάστευσαν από της δης' ιδίως δεκαετηρίδος του ΙΖ' αιώνος μέχρι των αρχών του IH' μνημονεύονται η του "Ζέρβα" εξ ομωνύμου της Λάκκας Λελόβου χωρίου Ζερβό• η του Δράκου εκ του παρά την Καμαρίναν χωρίου Μαρτινιών, ένθα μόνη ανέκαθεν η Ελληνική γλώσσα ομιλείται• η του Τζαβέλα εκ Δράγανης• η του Μπούσμπου εκ Κορίστιανης• η των Πασσάτων εκ Βασταβέτζ• η του Δαγκλή εκ Φαναριού κ.λ.π.» (Ι. Λαμπρίδης, 1971, τ. 10, σ. 20;) Ας δούμε τι είπε και ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, συγγραφέας, αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη: «…Αυτά έλεγαν στους ξένους, οι οποίοι ευκόλως πείθονταν, και ένας ένας ερχόντουσαν και προσκολλούνταν στον ένα και στον άλλο εξ’ αυτών, ο μεν δηλαδή στον Μαυροκορδάτο, ο δε στον Νέγρη, και ο άλλος σε άλλον, στον Δημήτριο Υψηλάντη, όμως δεν πλησίαζαν, διότι αυτός ήταν ενωμένος με το στοιχείο του τόπου, και γι’ αυτό δεν τον εμπιστεύονταν ούτε ο Νέγρης, ούτε ο Καρατσάς, ούτε ο Μαυροκορδάτος. Κατά δυστυχία όμως με τούς τελευταίους αυτούς συμφώνησαν όλη η φυλή των Αλβανών-Ελλήνων-Σουλιωτών…» (Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858: Τύποις και βιβλιοπολείω Π. Δ. Σακελλαρίου)

Αλή αλ-Γιουνάνι

β μέρος) Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «…οι Σουλιότες ήσαν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών και εις των επιφανέστερων γόνων του συνοικεσίου των δύο φυλών… Η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανική τα ευγενέστατα ασισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται κατά θάλασσαν…». Ο Μ. Μπενέκος στο Βιβλίο του «Οι αληθινοί Σουλιώτες» (σελ. 2-4) αναφέρει ότι οι Σουλιότες ήταν καθαροί Αρβανίτες, οι οποίοι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Ο Πέτρος Φουρίκης γράφει επίσης ότι «…ακολουθούντες την γραπτήν παράδοσιν και μαρτυρίας ξένων τινών περιηγητών, πιστεύουμε ότι οι πρώτοι καταφυγόντες εις τας κορυφάς των βουνων του Σουλίου ησαν Αλβανοί, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, κατά πάσαν πιθανότητα Τσάμηδες. Εις την αντίληψιν ταύτην συνεπικουρεί και το γεγονός ότι όλα συλλήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά. Συντρέχει επίσης εις την άποψιν ταύτην και το γεγονός ότι οι Σουλιώται εγνώριζον και μεταχειρίζοντο την αλβανικήν γλώσσαν.» Εδώ ο Πέτρος Φουρίκης λοιπόν μας λέει ότι «όλα συλλήβδην τα παλαιά τοπονύμια της περιοχής, μηδ’ αυτού του Σουλίου εξαιρουμένου είναι αλβανικά». Μερικά από τα τοπονύμια αυτά είναι ‘Σούλι’ (σημαίνει ‘βίγλα’, ‘σκοπιά’), ‘Κιάφα’ ( ‘λαιμός’, ‘πέρασμα’), ‘Γκούρα’ που σημαίνει ‘βράχος’, ‘πέτρα’, ‘Φίριζα’ που σημαίνει ‘φακή’, ‘βάτος’, κ.α., ‘Γκρόπα’ που σημαίνει ‘τρύπα’, ‘Δέμπες’ (σημαίνει ‘οδοντοτός’), ‘Ντάλλα’ (κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το αλβανικό δάλε-α που σημαίνει ‘ξυνόγαλο’), ‘ρέθι’ (σημαίνει ‘περιοχή’), ‘Στρέθεζα’ που μεταφράζεται ως ‘μικρό οροπέδιο’ (προέρχεται από το αλβανικό ‘στρέχε’ που σημαίνει ‘στέγη’ σύμφωνα με το λεξικό του Χριστοφορίδη, ‘καταφύγιο’, ‘προστατευόμενος χόρος’, κ.α.), ‘Στρούμπουλο’ (από το ‘strumbulle’ που σημαίνει ‘τοποθεσία’, ‘μαζεμένος’, ‘στέρεος’, κ.α.), οι κορυφές ‘μπιρα’ (σημαίνει ‘τρύπα’, ‘οπή’), ‘Βετετίμα’ (σημαίνει ‘αστραπή’), ‘Κούγκι’ (σημαίνει ‘μικρός σφηνωμένος πάσσαλος’), ‘Βούτσι’ (σήμαινε ‘φυτό’, ‘αβρότονο’), κ.α. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν επίσης ορισμένα σλάβικα και βλάχικα τοπονύμια. Π.χ. Σαμονίβα, Γλαβίτσα ή Γκλαβίστα, Ζαβρούχο, Αβαρίκο, Μούργκα, Σκάπετα, Κορίστιανη ή Κορίτιανη, κ.α.

Αλή αλ-Γιουνάνι

α μέρος) Οι Σουλιότες ήταν χριστιανοί Αλβανοί Τσάμηδες, που προέρχονταν - σύμφωνα με ορισμένους - από το γειτονικό Γαρδίκι και που για να αποφύγουν τις καταπιέσεις των εξισλαμισμένων Τσάμηδων κατέφυγαν στο ορεινό Σούλι. Ο Edmund Spencer αν και θεωρεί τους Αλβανούς ως προερχόμενους από τον Καύκασο και όχι ως απογόνους των Ιλλυριών, γράφει: «Έχουμε δει τους Τσάμηδες, τους δυστυχισμένους Χριστιανούς του Σουλίου και της Πάργας - μια χούφτα ανθρώπων - να υπερασπίζονται επιτυχώς για χρόνια την ελευθερία τους και τους ορινούς τόπους τους ενάντια στις πολυπληθέστερες δυνάμεις των μουσουλμάνων Αλβανών υπό του Αλή πασά των Ιωαννίνων…» (Edmund Spencer, A journey from Ohrid to Janina, 1850) «Οι Σουλιότες ήταν μία φυλή ή μεγάλη φατρία Χριστιανών Αλβανών οι οποίοι κατοίκησαν ανάμεσα σε αυτά τα θεαματικά αλλά αφιλόξενα βουνά κατά τη διάρκεια του δέκατου τέταρτου ή δέκατου πέμπτου αιώνα…. Οι Σουλιότες, όπως οι άλλοι Αλβανοί, ήταν μεγάλοι δανδήδες. Φορούσαν κόκκινους σκούφους, μαλλιαρές κάπες ριγμένες απρόσεκτα πάνω στους, διακοσμημένα γιλέκα, κατακόκκινα σανδάλια, τσαρούχια με αιχμηρές μύτες και άσπρα κιλτ (φουστανέλλες).» (Arthur Foss, ‘Epirus’, Faber (London, 1978), pp. 160-161.) Οι Σουλιότες ήταν Αλβανοί στην καταγωγή και χριστιανοί ορθόδοξοι στο θρήσκευμα. Ήταν Αλβανοί που σιγά-σιγά εξελληνήστικαν. Συνεργάζονταν με όλους αρκεί να είχαν συμφέρον, και με τις επιθέσεις τους στα γειτονικά χωριά προκαλούσαν τρόμο, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Pouqueville. Συνεργάστηκαν με τον Αλή Πασά, ο οποίος τους χρηματοδότησε αδρά. Όταν πλέον η συνεργασία τους μαζί του δεν ήταν προς το συμφέρον τους, εξεγέρθηκαν εναντίον του. Αργότερα, τα ξαναβρήκαν μαζί του αλλά τελικά ο Αλή Πασάς σκοτώθηκε. Αυτά όμως δεν τα διδάσκουν στα ελληνικά σχολεία.

Φόρτωση περισσότερων σχολίων
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης

foregein1

«Μη σας φανή παράξενο που μεταχειρίστηκα ξενική λέξι για τίτλο του σημερινού μου άρθρου, ή καλλίτερα που έγραψα με ξένα στοιχεία μια λέξι ολότελα ελληνική. Απλούστατα απεφάσισα να γίνω και γώ μοντέρνος γιατί αλλοιώτικα κινδυνεύω να χαρακτηρισθώ σαν βλάχος.