Οι εταιρείες είχαν δραστηριότητες σε κατασκευές, τηλεπικοινωνίες, εστίαση και security - Ψευδείς μεταφορές με φορτηγά άσχετων επιχειρήσεων
Δεν πρόκειται για μια κλασική υπόθεση φοροδιαφυγής με εικονικά τιμολόγια και πειραγμένα βιβλία εταιρειών. Η υπόθεση που βρίσκεται στα χέρια της Δικαιοσύνης περιγράφει έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό που φέρεται να συνδύαζε απάτη με ΦΠΑ, εταιρείες-κελύφη, ξέπλυμαχρήματος, αλλά και διακίνηση εσόδων που ενδέχεται να προέρχονταν από δραστηριότητες της νύχτας, όπως παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες και παροχή προστασίας σε οίκους ανοχής.
Η δικογραφία που περιλαμβάνει δεκάδες κατηγορούμενους χαρτογραφεί ένα πλέγμα εταιρειών που προκάλεσε τεράστια ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο τζίρος των ύποπτων συναλλαγών φτάνει στα 84,5 εκατ. ευρώ, ενώ μόνο η ζημία από τον μη αποδοθέντα ΦΠΑ υπολογίζεται σε τουλάχιστον 20,3 εκατ. ευρώ. Το στοιχείο, ωστόσο, που μετατρέπει την υπόθεση από μια «στεγνή» οικονομική απάτη σε μια υπόθεση με χαρακτηριστικά οργανωμένου εγκλήματος είναι η ρητή αναφορά των δικαστικών αρχών σε πιθανή νομιμοποίηση εσόδων από «παροχή προστασίας σε οίκους ανοχής και παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες».
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκεται ο μηχανισμός του λεγόμενου«καρουζέλ ΦΠΑ», μιας πρακτικής που έχει απασχολήσει πολλές ευρωπαϊκές χώρες και χρησιμοποιείται συχνά σε υποθέσεις μεγάλου οικονομικού εγκλήματος. Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι εμπλεκόμενες εταιρείες πραγματοποιούσαν συνεχείς αγοραπωλησίες μεταξύ τους, εκδίδοντας τιμολόγια και μεταφέροντας τον ΦΠΑ από τη μία στην άλλη. Στη διαδρομή η υποχρέωση πληρωμής του φόρου κατέληγε σε εταιρείες χωρίς πραγματική δραστηριότητα, τις λεγόμενες «εταιρείες-κελύφη», οι οποίες είτε εξαφανίζονταν είτε άφηναν πίσω τους τεράστια χρέη προς το Δημόσιο.
Τριγωνικές συναλλαγές
Το κύκλωμα φέρεται να χρησιμοποιούσε εικονικά παραστατικά, ψευδείςφορολογικέςδηλώσεις, υπερτιμολογήσεις και τριγωνικέςσυναλλαγές, αλλά και εταιρείες που είχαν συσταθεί αποκλειστικά για να συσσωρεύουν χρέη και να εξαφανίζονται. Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τις Αρχές, οι εμπλεκόμενοι όχι μόνο απέφευγαν την καταβολή ΦΠΑ, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις φέρονται να πετύχαιναν ακόμη και επιστροφές φόρου από το Δημόσιο.
Σύμφωνα με την ανακριτική διάταξη, βασικά μέλη της οργάνωσης φέρονται να δημιούργησαν από το 2020 έως και το 2025 ένα δίκτυο εταιρειών οι οποίες λειτουργούσαν είτε ως ενδιάμεσοι κρίκοι είτε ως τελικοί αποδέκτες των φορολογικών υποχρεώσεων. Η δικογραφία κάνει λόγο για «εμφανείς και αφανείς εταίρους», αλλά και για εταιρείες που είχαν συσταθεί στο όνομα περιφερειακών μελών του κυκλώματος ή προσώπων που εμφανίζονταν τυπικά ως ιδιοκτήτες, χωρίς να είναι οι πραγματικοί διαχειριστές. Το συγκεκριμένο μοντέλο επέτρεπε, σύμφωνα με τους ερευνητές, στα βασικά πρόσωπα να κινούν μεγάλα χρηματικά ποσά χωρίς να εμφανίζονται άμεσα σε όλες τις εταιρικές δομές.
Το πιο σημαντικό κομμάτι της δικογραφίας αφορά τη διερεύνηση δραστηριοτήτων της νύχτας. Οι δικαστικές αρχές περιγράφουν ότι μέρος των παράνομων εσόδων που ερευνώνται ενδέχεται να συνδέεται με «παροχή προστασίας σε οίκους ανοχής και παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες». Η χρήση πολλών εταιρειών και η συνεχής μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό σε λογαριασμό δημιουργούν μια πολύπλοκη εικόνα που δυσκολεύει τον εντοπισμό της αρχικής πηγής των χρημάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σημείο της δικογραφίας που αναφέρεται σε δημόσια έργα. Αν και μέχρι στιγμής δεν κατονομάζεται συγκεκριμένο έργο ή κρατικός φορέας, οι δικαστικές αρχές σημειώνουν ότι οι πρακτικές του κυκλώματος δημιουργούσαν «συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού» κατά τη συμμετοχή εταιρειών σε σχετικές διαδικασίες.
Τα ευρήματα
Οι εταιρείες που φέρονται να βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης εμφάνιζαν δραστηριότητα, σύμφωνα με τη δικογραφία και το πόρισμα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, κυρίως στους τομείς των κατασκευών, των τηλεπικοινωνιών, της εστίασης και των υπηρεσιών ασφαλείας. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, κάποιες από τις επιχειρήσεις φαίνεται να είχαν έντονη εμπορική κινητικότητα, χωρίς όμως να διέθεταν αντίστοιχη πραγματική υποδομή, προσωπικό ή οικονομική δυνατότητα που να δικαιολογούσε το εύρος των συναλλαγών τους.
Σε μία περίπτωση εμφανίστηκαν τιμολόγια και τραπεζικές πληρωμές που ξεπερνούν το 1,3 εκατ. ευρώ για αγορές υλικών που δήθεν μεταφέρθηκαν με συγκεκριμένα φορτηγά. Οταν όμως οι Αρχές έλεγξαν τη διαδρομή, προέκυψε ότι η εταιρεία που φέρεται να πούλησε τα υλικά δεν είχε πραγματική έδρα, ούτε προσωπικό, ούτε την υποδομή για τέτοια δραστηριότητα και, κυρίως, δεν είχε δηλώσει προμηθευτές από τους οποίους θα μπορούσε να είχε αγοράσει αυτά τα υλικά ώστε στη συνέχεια να τα μεταπωλήσει. Σημειώνεται ότι οι ιδιοκτήτες των φορτηγών που εμφανίζονται στα δελτία αποστολής απάντησαν στις Αρχές πως δεν είχαν καμία σχέση με τις εμπλεκόμενες εταιρείες, δεν είχαν εκδώσει φορτωτικές, δεν είχαν συνάψει συμβάσεις και ουδέποτε χρησιμοποίησαν τα οχήματά τους για τις συγκεκριμένες μεταφορές.
Αντίστοιχη εικόνα προέκυψε και σε δεύτερη περίπτωση όπου μια άλλη εταιρεία του ίδιου πλέγματος εμφανίζεται να πουλά τεχνικά υλικά αξίας άνω των 300.000 ευρώ, με τελικό ποσό που, ύστερα από πιστωτικά τιμολόγια, περιορίστηκε περίπου στις 117.000 ευρώ. Και εκεί όμως οι ελεγκτές εντόπισαν τα ίδια σημάδια: ανύπαρκτη ουσιαστική δραστηριότητα, απουσία προσωπικού και πραγματικής έδρας, έλλειψη προμηθευτών που να δικαιολογούν τις πωλήσεις, απουσία σύμβασης μεταξύ των εταιρειών και χρήση φορτηγού τρίτης επιχείρησης, η οποία δήλωσε ότι δεν γνώριζε τις συγκεκριμένες εταιρείες και δεν πραγματοποίησε ποτέ τις μεταφορές που αναγράφονταν στα παραστατικά.