Γραφείο Προϋπολογισμού: Βλέπει περιθώριο αύξησης του κατώτατου μισθού και στρεβλώσεις στο νέο ασφαλιστικό

vouli_mainn

Εντοπίζει συνέχιση της θετικής δυναμικής της οικονομίας με πρωτογενές πλεόνασμα στα επίπεδα του 2018 πέρυσι, δηλαδή άνω του 4% του ΑΕΠ

Περιθώριο για περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού, καθώς δεν διαπιστώνει αρνητικές επιπτώσεις από την περυσινή αύξηση, βλέπει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Παράλληλα, εντοπίζει στρεβλώσεις στο νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, το οποίο εκτιμά ότι ευνοεί την αυτοαπασχόληση με αρνητικές επιπτώσεις στη συνολική παραγωγικότητα και στα δημόσια έσοδα, ενώ διαπιστώνει διατήρηση της θετικής δυναμικής της οικονομίας και εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα κινήθηκε πέρυσι κοντά στα επίπεδα του 2018, δηλαδή πάνω από το 4% του ΑΕΠ.

Πιο αναλυτικά, στην έκθεσή του για το Δ΄ τρίμηνο του 2019, η οποία δημοσιοποιήθηκε σήμερα, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή επισημαίνει ότι ο δείκτης μισθολογικού κόστους μειώθηκε κατά 1,2% το Γ΄ τρίμηνο της περυσινής χρονιάς σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2018 (έναντι ετήσιας αύξησης 4,7% το 2018 σε σχέση με το 2017), ανακόπτοντας μια περίοδο 7 τριμήνων συνεχούς αύξησης. Σύμφωνα με στελέχη του Γραφείου, το γεγονός ότι δεν καταγράφεται επιτάχυνση του μισθολογικού κόστους και ότι συνεχίζονται η μείωση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης σημαίνει ότι η περυσινή αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% δεν φαίνεται να έχει δημιουργήσει αρνητικές επιπτώσεις στην αγορά εργασίας.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έκθεση, η μείωση του δείκτη μισθολογικού κόστους «αποτελεί ένδειξη της περιορισμένης επίδρασης της αύξησης του κατώτατου μισθού (από τον Ιανουάριο 2019) στους υπόλοιπους μισθούς της οικονομίας (spillover). Αυτή η διαπίστωση, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της αυξητικής τάσης στην απασχόληση, δεν επιβεβαιώνει τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί σχετικά με τις ενδεχόμενες δυσμενείς επιδράσεις της αύξησης του κατώτατου μισθού και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ενόψει των διαπραγματεύσεων για τη νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού».

Ενστάσεις για το ασφαλιστικό

Όσον αφορά στο νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, το Γραφείο Προϋπολογισμού εκφράζει ενστάσεις για την αποσύνδεση των εισφορών από το εισόδημα για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες, με τη θέσπιση έξι κατηγοριών εισφορών από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ο ασφαλισμένος. Τα στελέχη του Γραφείου θεωρούν πως η αλλαγή αυτή επανεισάγει μια ιδιαιτερότητα του παλαιότερου συστήματος και ευνοεί το παραδοσιακό μοντέλο της αυταπασχόλησης, που δεν διευκολύνει όμως την παραγωγικότητα.

«Πρόκειται ουσιαστικά για επαναφορά του καθεστώτος που τροποποίησε η ασφαλιστική μεταρρύθμιση του νόμου 4387/2016, στα πλαίσια εξορθολογισμού του συστήματος και ίσης μεταχείρισης των ασφαλισμένων, αυτοαπασχολούμενων ή μισθωτών. Η ακύρωση αυτής της μεταρρύθμισης επανεισάγει την ευνοϊκότερη μεταχείριση των ελεύθερων επαγγελματιών σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους, μια από τις βασικές αιτίες των ιδιαίτερα υψηλών ποσοστών αυτοαπασχόλησης (χωρίς προσωπικό) που καταγράφει διαχρονικά η χώρα μας (22% έναντι 9% στην Ευρωζώνη) με αρνητικές επιπτώσεις στη συνολική παραγωγικότητα και στα δημόσια έσοδα», τονίζεται στην έκθεση.

Σημαντική υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα και το 2019

Στο δημοσιονομικό πεδίο επιβεβαιώνεται ότι το 2019 έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα αισθητά μεγαλύτερο από τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ και κοντά στα επίπεδα του 2018. «Αυτό καταδεικνύει τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας καθώς επιτυγχάνεται παρά τα επεκτατικά μέτρα που λήφθηκαν στη διάρκεια του έτους. Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, αφού αποτελεί τη βασική συνθήκη διασφάλισης της αξιοπιστίας του Ελληνικού Δημοσίου», υπογραμμίζεται στην έκθεση. Το Γραφείο Προϋπολογισμού εκτιμά ότι το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα (πλεόνασμα) Γενικής Κυβέρνησης με προσαρμογές το δωδεκάμηνο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου του 2019 εμφανίζεται μικρότερο κατά 285 εκατ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο δωδεκάμηνο του προηγούμενου έτους και διαμορφώνεται στα 6,355 δισ. ευρώ, έναντι 6,640 δισ. ευρώ το 2018.

Ειδική αναφορά γίνεται στην έκθεση στην επιτυχή έκδοση του 15ετούς ομολόγου «με τρία πολύ ενθαρρυντικά χαρακτηριστικά: τη λήξη του ομολόγου πέραν του 2032, την ιδιαίτερα χαμηλή απόδοση και το υψηλό ποσοστό υπερκάλυψης. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την πρόσφατη υποχώρηση των αποδόσεων των δεκαετών ελληνικών ομολόγων κάτω από το 1%, συνηγορούν στη βελτίωση της εμπιστοσύνης των αγορών στα ελληνικά ομόλογα, και καταδεικνύουν ότι οι διεθνείς επενδυτές θεωρούν το ελληνικό χρέος βιώσιμο και παραμένουν αισιόδοξοι για τη μελλοντική πορεία της ελληνικής οικονομίας».

Οι κίνδυνοι για την οικονομία

Οι κυριότεροι κίνδυνοι που βλέπει το Γραφείο Προϋπολογισμού για την ελληνική οικονομία είναι εξωγενείς και «συνδέονται, πέρα από τις γεωπολιτικές εντάσεις με την Τουρκία και την όξυνση του προσφυγικού και μεταναστευτικού προβλήματος, με τη γενικότερη επιβράδυνση και αβεβαιότητα που επικρατεί στην παγκόσμια οικονομία, που ενδέχεται να επιβαρύνει τον εγχώριο ρυθμό μεγέθυνσης μέσω της μείωσης των εξαγωγών. Η εξάπλωση του κορωνοϊού συνιστά έναν πρόσθετο κίνδυνο, καθώς, σε πρώτη φάση, αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τις τουριστικές εισπράξεις και την οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, αν δεν επιτευχθεί μια εμπορική συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Ηνωμένου Βασιλείου για την περίοδο από το 2021 και μετά. Επιπλέον, η αστάθεια στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και η αύξηση της αποστροφής κινδύνου των διεθνών επενδυτών θα μπορούσε να αντιστρέψει την παρατηρούμενη συνεχιζόμενη υποχώρηση του κόστους δανεισμού για το Ελληνικό Δημόσιο και συνακόλουθα για τον ιδιωτικό τομέα». Από τους ενδογενείς κινδύνους ξεχωρίζουν το υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων (42,1% του συνόλου των δανείων ως τον Σεπτέμβριο του 2019) και, σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το δημογραφικό πρόβλημα, το χαμηλό απόθεμα κεφαλαίου και η χαμηλή συνολική παραγωγικότητα.

Έλλειψη νέων δανείων

Ένα σημαντικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που αναδεικνύει το Γραφείο Προϋπολογισμού είναι ότι δεν ενισχύεται η χορήγηση νέων δανείων από τις τράπεζες. Μάλιστα, τον περασμένο Δεκέμβριο κατεγράφη μείωση σε σύγκριση με τον τελευταίο μήνα του 2018. «Η βελτιωμένη ρευστότητα των τραπεζών δεν αντανακλάται στη βελτίωση της ρευστότητας της ιδιωτικής οικονομίας, όπως μετριέται από τις ακαθάριστες ροές νέων δανείων. Οι ακαθάριστες ροές νέων δανείων (δηλαδή, το σύνολο δανείων τακτής λήξης χωρίς την αφαίρεση των αποπληρωμών εκ μέρους των δανειοληπτών) μειώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2019 (9.664 εκατ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2018 που ήταν 12.998 εκατ. ευρώ). Τα νέα δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις μειώθηκαν (από 11.424 εκατ. ευρώ σε 7.994 εκατ. ευρώ) ενώ τα άλλα νέα δάνεια (στεγαστικά, καταναλωτικά, ελεύθεροι επαγγελματίες) αυξήθηκαν ελαφρώς (από 1.574 σε 1.670 εκατ. ευρώ)», σημειώνει η έκθεση.

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης