Ελληνική ακτοπλοΐα: Το ναυτιλιακό καύσιμο στα 1.300 ευρώ βάζει «φωτιά» στα δρομολόγια, στα 208.000 ευρώ το Πειραιάς - Ρόδος
15.09.2026
11:29
Σχεδόν διπλάσια η τιμή του ναυτιλιακού καυσίμου μέσα σε επτά μήνες
Μια νέα και εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση καλούνται να διαχειριστούν οι ελληνικές ακτοπλοϊκές εταιρείες. Η ενεργειακή κρίση που προκαλούν οι γεωπολιτικές ανατροπές στη Μέση Ανατολή έχει αρχίσει να αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στο κόστος των πλοίων, με τα καύσιμα να απορροφούν πλέον έως και περισσότερο από το μισό των λειτουργικών δαπανών.
Η τιμή του Marine Gas Oil (MGO) που είναι το βασικό ναυτιλιακό καύσιμο τύπου gasoil που χρησιμοποιείται ευρέως από τα επιβατικά πλοία, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό μέτρο της πίεσης. Στις 9 Σεπτεμβρίου έφθασε τα 1.300 ευρώ ανά τόνο, όταν την 1η Ιουνίου βρισκόταν στα 993 ευρώ και στις 24 Φεβρουαρίου στα 658 ευρώ.
Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή: +30,9% σε διάστημα περίπου τριών μηνών και +97,6% σε σχέση με τον Φεβρουάριο. Πρακτικά, το ίδιο καύσιμο που κόστιζε λίγο περισσότερο από 650 ευρώ τον τόνο πριν από την κλιμάκωση της κρίσης πλησιάζει πλέον το διπλάσιο.
Για την ακτοπλοΐα, όμως, οι ποσοστιαίες μεταβολές αποκτούν πραγματική διάσταση όταν πολλαπλασιαστούν με τους δεκάδες ή και εκατοντάδες τόνους που απαιτεί κάθε ταξίδι.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα δρομολόγιο Πειραιάς-Ρόδος με επιστροφή, για το οποίο υπολογίζεται κατανάλωση περίπου 160 τόνων. Στις τιμές του Φεβρουαρίου η συγκεκριμένη ποσότητα αντιστοιχούσε σε δαπάνη 105.280 ευρώ. Στις αρχές Ιουνίου ο λογαριασμός είχε ήδη ανέβει στα 158.880 ευρώ. Σήμερα φθάνει τα 208.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι για να πραγματοποιήσει το ίδιο ταξίδι, με την ίδια κατανάλωση, μια ακτοπλοϊκή εταιρεία χρειάζεται πλέον επιπλέον 102.720 ευρώ μόνο για τον ανεφοδιασμό του πλοίου σε σχέση με τον Φεβρουάριο. Και πρόκειται αποκλειστικά για το καύσιμο. Στον συνολικό λογαριασμό προστίθενται μισθοδοσία πληρώματος, συντήρηση, ασφάλιση, λιμενικά έξοδα και οι υπόλοιπες δαπάνες λειτουργίας.
Η ίδια αριθμητική επαναλαμβάνεται στις Κυκλάδες. Για ένα ταξίδι με επιστροφή στη γραμμή Πειραιάς-Πάρος-Νάξος-Σαντορίνη, με κατανάλωση περίπου 75 τόνων, απαιτούνταν τον Φεβρουάριο 49.350 ευρώ για καύσιμα.
Με τις τιμές του Ιουνίου το ποσό αυξήθηκε στα 74.475 ευρώ, ενώ πλέον έχει φτάσει τα 97.500 ευρώ. Η διαφορά σε σχέση με τον Φεβρουάριο είναι 48.150 ευρώ για κάθε ταξίδι με επιστροφή.
Στη γραμμή Πειραιάς-Σύρος-Τήνος-Μύκονος, με κατανάλωση περίπου 30 τόνων, η αντίστοιχη δαπάνη πέρασε από τα 19.740 ευρώ στα 29.790 ευρώ και σήμερα βρίσκεται στα 39.000 ευρώ. Εδώ η αύξηση του λογαριασμού φθάνει τα 19.260 ευρώ ανά δρομολόγιο μέσα σε λιγότερο από επτά μήνες.
Η πίεση που αισθάνονται οι ακτοπλοϊκές εταιρείες στο Αιγαίο έχει την αφετηρία της χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η γεωπολιτική αναταραχή στον Περσικό Κόλπο έχει διαταράξει τις ενεργειακές αλυσίδες σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής αγορά καλείται να λειτουργήσει με σημαντικά μειωμένη ευελιξία στις μεταφορές αργού και προϊόντων διύλισης.
Η δραματική υποχώρηση των διελεύσεων δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ, οι περιορισμοί στις ροές που συνδέονται με το Ιράν και η διακοπή λειτουργίας του σαουδαραβικού East-West Pipeline, που διοχετεύει πετρέλαιο προς το Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, έχουν ενισχύσει την αβεβαιότητα για την προσφορά.
Το αποτέλεσμα φθάνει μέχρι τις δεξαμενές των ελληνικών επιβατηγών πλοίων, καθώς το MGO κινείται σε συνάρτηση με τη διεθνή αγορά gasoil και diesel.
Στελέχη της ακτοπλοϊκής αγοράς εκτιμούν ότι, στα σημερινά επίπεδα τιμών, το καύσιμο μπορεί να αντιπροσωπεύει έως και το 55% του λειτουργικού κόστους ενός πλοίου. Το ποσοστό αυτό εξηγεί γιατί η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης έχει πλέον μεγαλύτερη σημασία ακόμη και από την ίδια την απότομη άνοδο των τελευταίων μηνών. Όσο περισσότερο παραμένει το MGO κοντά στα 1.300 ευρώ, τόσο μεγαλύτερο τμήμα της επιβάρυνσης συσσωρεύεται στους ισολογισμούς των εταιρειών.
Η τιμή του Marine Gas Oil (MGO) που είναι το βασικό ναυτιλιακό καύσιμο τύπου gasoil που χρησιμοποιείται ευρέως από τα επιβατικά πλοία, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό μέτρο της πίεσης. Στις 9 Σεπτεμβρίου έφθασε τα 1.300 ευρώ ανά τόνο, όταν την 1η Ιουνίου βρισκόταν στα 993 ευρώ και στις 24 Φεβρουαρίου στα 658 ευρώ.
Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή: +30,9% σε διάστημα περίπου τριών μηνών και +97,6% σε σχέση με τον Φεβρουάριο. Πρακτικά, το ίδιο καύσιμο που κόστιζε λίγο περισσότερο από 650 ευρώ τον τόνο πριν από την κλιμάκωση της κρίσης πλησιάζει πλέον το διπλάσιο.
Για την ακτοπλοΐα, όμως, οι ποσοστιαίες μεταβολές αποκτούν πραγματική διάσταση όταν πολλαπλασιαστούν με τους δεκάδες ή και εκατοντάδες τόνους που απαιτεί κάθε ταξίδι.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα δρομολόγιο Πειραιάς-Ρόδος με επιστροφή, για το οποίο υπολογίζεται κατανάλωση περίπου 160 τόνων. Στις τιμές του Φεβρουαρίου η συγκεκριμένη ποσότητα αντιστοιχούσε σε δαπάνη 105.280 ευρώ. Στις αρχές Ιουνίου ο λογαριασμός είχε ήδη ανέβει στα 158.880 ευρώ. Σήμερα φθάνει τα 208.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι για να πραγματοποιήσει το ίδιο ταξίδι, με την ίδια κατανάλωση, μια ακτοπλοϊκή εταιρεία χρειάζεται πλέον επιπλέον 102.720 ευρώ μόνο για τον ανεφοδιασμό του πλοίου σε σχέση με τον Φεβρουάριο. Και πρόκειται αποκλειστικά για το καύσιμο. Στον συνολικό λογαριασμό προστίθενται μισθοδοσία πληρώματος, συντήρηση, ασφάλιση, λιμενικά έξοδα και οι υπόλοιπες δαπάνες λειτουργίας.
Η ίδια αριθμητική επαναλαμβάνεται στις Κυκλάδες. Για ένα ταξίδι με επιστροφή στη γραμμή Πειραιάς-Πάρος-Νάξος-Σαντορίνη, με κατανάλωση περίπου 75 τόνων, απαιτούνταν τον Φεβρουάριο 49.350 ευρώ για καύσιμα.
Με τις τιμές του Ιουνίου το ποσό αυξήθηκε στα 74.475 ευρώ, ενώ πλέον έχει φτάσει τα 97.500 ευρώ. Η διαφορά σε σχέση με τον Φεβρουάριο είναι 48.150 ευρώ για κάθε ταξίδι με επιστροφή.
Στη γραμμή Πειραιάς-Σύρος-Τήνος-Μύκονος, με κατανάλωση περίπου 30 τόνων, η αντίστοιχη δαπάνη πέρασε από τα 19.740 ευρώ στα 29.790 ευρώ και σήμερα βρίσκεται στα 39.000 ευρώ. Εδώ η αύξηση του λογαριασμού φθάνει τα 19.260 ευρώ ανά δρομολόγιο μέσα σε λιγότερο από επτά μήνες.
Η πίεση που αισθάνονται οι ακτοπλοϊκές εταιρείες στο Αιγαίο έχει την αφετηρία της χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η γεωπολιτική αναταραχή στον Περσικό Κόλπο έχει διαταράξει τις ενεργειακές αλυσίδες σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής αγορά καλείται να λειτουργήσει με σημαντικά μειωμένη ευελιξία στις μεταφορές αργού και προϊόντων διύλισης.
Η δραματική υποχώρηση των διελεύσεων δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ, οι περιορισμοί στις ροές που συνδέονται με το Ιράν και η διακοπή λειτουργίας του σαουδαραβικού East-West Pipeline, που διοχετεύει πετρέλαιο προς το Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, έχουν ενισχύσει την αβεβαιότητα για την προσφορά.
Το αποτέλεσμα φθάνει μέχρι τις δεξαμενές των ελληνικών επιβατηγών πλοίων, καθώς το MGO κινείται σε συνάρτηση με τη διεθνή αγορά gasoil και diesel.
Στελέχη της ακτοπλοϊκής αγοράς εκτιμούν ότι, στα σημερινά επίπεδα τιμών, το καύσιμο μπορεί να αντιπροσωπεύει έως και το 55% του λειτουργικού κόστους ενός πλοίου. Το ποσοστό αυτό εξηγεί γιατί η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης έχει πλέον μεγαλύτερη σημασία ακόμη και από την ίδια την απότομη άνοδο των τελευταίων μηνών. Όσο περισσότερο παραμένει το MGO κοντά στα 1.300 ευρώ, τόσο μεγαλύτερο τμήμα της επιβάρυνσης συσσωρεύεται στους ισολογισμούς των εταιρειών.
Οι μεγάλοι ακτοπλοϊκοί όμιλοι διαθέτουν ένα πρώτο επίπεδο προστασίας μέσω προαγορών καυσίμων, περιορίζοντας την έκθεσή τους στις καθημερινές διακυμάνσεις των τιμών.
Αυτό το «μαξιλάρι», ωστόσο, έχει συγκεκριμένα όρια. Δεν είναι εφικτό να έχει προαγοραστεί το σύνολο των καυσίμων που απαιτεί ένας μεγάλος στόλος για όλα τα δρομολόγια και για ολόκληρο το έτος.
Όσο περνά ο χρόνος, μέρος της κατανάλωσης πρέπει αναγκαστικά να καλύπτεται στις νέες, πολύ υψηλότερες τιμές. Αντίστοιχα, οι κρατικές αποζημιώσεις που συνδέονται με τις υποχρεωτικές εκπτώσεις εισιτηρίων για ειδικές κοινωνικές κατηγορίες μπορούν να περιορίσουν ένα τμήμα της πίεσης, όχι όμως να καλύψουν μια παρατεταμένη ενεργειακή ανατροπή τέτοιου μεγέθους.
Το κρίσιμο ερώτημα για την αγορά είναι πλέον πόσο θα διαρκέσει το MGO στα σημερινά επίπεδα. Διότι άλλο είναι μια απότομη αλλά προσωρινή αύξηση και άλλο η μονιμοποίηση του καυσίμου κοντά στα 1.300 ευρώ ανά τόνο.
Στη δεύτερη περίπτωση, το πρόβλημα παύει να είναι μια πρόσκαιρη αύξηση του κόστους και μετατρέπεται σε δομική πίεση για την οικονομική λειτουργία των ακτοπλοϊκών γραμμών. Με ένα ταξίδι προς τη Ρόδο να έχει ακριβύνει κατά 102.720 ευρώ μόνο από το καύσιμο, η ενεργειακή κρίση της Μέσης Ανατολής έχει ήδη περάσει από τα Στενά του Ορμούζ στο ταμείο της ελληνικής ακτοπλοΐας.
Αυτό το «μαξιλάρι», ωστόσο, έχει συγκεκριμένα όρια. Δεν είναι εφικτό να έχει προαγοραστεί το σύνολο των καυσίμων που απαιτεί ένας μεγάλος στόλος για όλα τα δρομολόγια και για ολόκληρο το έτος.
Όσο περνά ο χρόνος, μέρος της κατανάλωσης πρέπει αναγκαστικά να καλύπτεται στις νέες, πολύ υψηλότερες τιμές. Αντίστοιχα, οι κρατικές αποζημιώσεις που συνδέονται με τις υποχρεωτικές εκπτώσεις εισιτηρίων για ειδικές κοινωνικές κατηγορίες μπορούν να περιορίσουν ένα τμήμα της πίεσης, όχι όμως να καλύψουν μια παρατεταμένη ενεργειακή ανατροπή τέτοιου μεγέθους.
Το κρίσιμο ερώτημα για την αγορά είναι πλέον πόσο θα διαρκέσει το MGO στα σημερινά επίπεδα. Διότι άλλο είναι μια απότομη αλλά προσωρινή αύξηση και άλλο η μονιμοποίηση του καυσίμου κοντά στα 1.300 ευρώ ανά τόνο.
Στη δεύτερη περίπτωση, το πρόβλημα παύει να είναι μια πρόσκαιρη αύξηση του κόστους και μετατρέπεται σε δομική πίεση για την οικονομική λειτουργία των ακτοπλοϊκών γραμμών. Με ένα ταξίδι προς τη Ρόδο να έχει ακριβύνει κατά 102.720 ευρώ μόνο από το καύσιμο, η ενεργειακή κρίση της Μέσης Ανατολής έχει ήδη περάσει από τα Στενά του Ορμούζ στο ταμείο της ελληνικής ακτοπλοΐας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr