Ο Πασχάλης Λαμπαρδής μιλά αποκλειστικά στο protothema.gr

Ο Πασχάλης Λαμπαρδής μιλά αποκλειστικά στο protothema.gr

«Κάθετη Έξοδος»: Μια... δεύτερη «ανάγνωση» μέσα από τα μάτια του ίδιου του συγγραφέα

Κέρδισε το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για το 2012, με το μυθιστόρημά του «Κάθετη  Έξοδος».

Ο Πασχάλης Λαμπαρδής (Σέρρες, 1960) έχει γράψει πέντε μυθιστορήματα μέχρι στιγμής. Η «Κάθετη Έξοδος» είναι μια ψυχολογική, ερωτική, αλλά και αστυνομική περιπέτεια με φόντο την Αθήνα, την Κρήτη και το Λονδίνο. 

Το βιβλίο σκιαγραφεί μια διαδρομή προς την αυτογνωσία, με τόσο σαφές και φιλάνθρωπο τρόπο, που κέρδισε τους Έλληνες αναγνώστες, που είναι ακόμα πιο απαιτητικοί σε αυτή την περίοδο κρίσης που ζούμε.

Ένας άνθρωπος με καθηλωτικό βλέμμα, ένας αισιόδοξος εργάτης της ψυχής, ο Πασχάλης Λαμπαρδής μιλάει αποκλειστικά στο Πρώτο Θέμα για την βράβευση του βιβλίου του και την ιστορία του, αλλά και την ανθρώπινη φύση.

- Η «Κάθετη Έξοδος» κέρδισε τις καρδιές των αναγνωστών, όπως φάνηκε από το βραβείο που έλαβε πριν λίγες ημέρες το βιβλίο σας. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το στοιχείο του βιβλίου που ακούμπησε περισσότερο το ελληνικό αναγνωστικό κοινό;

Πήρα το ρίσκο να κάνω κάτι καινούριο λόγω των σημερινών δυσμενών συγκυριών. Δεν μπορούσα να μείνω αμέτοχος μπροστά σ’ όλα αυτά που μας συμβαίνουν, δε γινόταν να αγνοήσω τον πόνο και τον φόβο που λόγω της κρίσης έβλεπα να κλιμακώνεται παντού. Σπούδασα ψυχολογία, για να μπορώ να το κάνω καλά συνδυάζοντας και την εμπειρία που μου έδωσε η πορεία μου στη λογοτεχνία. Στην αρχή όταν βγήκε το βιβλίο, οι κριτικοί αμέσως διαπίστωσαν ότι πρόκειται περί ενός καινούριου είδους κι αυτό αρχικά με ανησύχησε.

Η χαρά μου όμως ήταν μεγάλη, όταν άρχισαν να έρχονται σε επαφή μαζί μου οι αναγνώστες μου και να μοιράζονται την εμπειρία τους από το βιβλίο. Μου έλεγαν πόσο άγγιζε την ψυχή τους, ότι τους έδωσε δύναμη να δικαιολογήσουν το φόβο τους, να τον πάρουν αγκαλιά και να προχωρήσουν μπροστά, εστιασμένοι όχι τόσο στο γιατί συμβαίνουν όλα αυτά γύρω μας, αλλά στο πώς θα ανασυγκροτηθούμε. Να εξελίξουμε τις δεξιότητές μας και να κάνουμε καλό στον εαυτό μας και στους άλλους, ώστε να πάμε λίγο πιο πέρα. Δηλαδή πώς θα σηκώσουμε το κεφάλι ψηλά, στοχεύοντας σ’ ένα καλύτερο αύριο. Αυτό πιστεύω ότι ακούμπησε περισσότερο το αναγνωστικό κοινό, που έχει ανοικτό μυαλό και δεν απομονώνει το καινούριο, αλλά εκτιμά τις νέες οπτικές που έχεις να του δώσεις.

- Ο ήρωάς σας ξεφεύγει από το σύγχρονο πρότυπο του αρσενικού. Είναι ίσως ανοιχτά ευαίσθητος -περίεργο για τα ελληνικά πρότυπα και κλισέ- παρόλες τις «παραδοσιακά αντρικές» του αντιδράσεις. Πιστεύετε και εσείς αυτό που λένε πολλοί ότι οι άνδρες τελικά είναι πιο ευαίσθητοι από τις γυναίκες;

Ο ήρωας μου είναι ένας άνθρωπος σαν όλους εμάς. Στην αρχή είναι απογοητευμένος, γιατί όλα του πάνε στραβά, σε όλα τα επίπεδα και έχει πιάσει πάτο. Μετά βρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί και να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, για να σταθεί όρθιος και να προχωρήσει. Δε νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος, είναι ένας μέσος άνθρωπος, που διανύει κατ’ ανάγκη το δρόμο της προσωπικής του εξέλιξης. Σχετικά με το αν οι άντρες είναι γενικά πιο ευαίσθητοι από τις γυναίκες, θεωρώ ότι είναι μάλλον λίγο πιο αθώοι στη σχέση.

Οι περισσότεροι εστιάζονται πιο πολλοί στα θετικά από τα αρνητικά σημεία της κατάστασης, σε αντίθεση με τις γυναίκες που συνήθως εστιάζονται σε ό,τι δεν τους αρέσει. Έρευνες έδειξαν ότι ενώ οι άντρες αποκομίζουν συναισθηματικά οφέλη από τις σχέσεις, πλήττονται περισσότερο από τις γυναίκες με αποτέλεσμα να πληγώνονται πιο πολύ από τους καυγάδες. Όμως το ζητούμενο τελικά δεν είναι ποιος θα υπερτερήσει στο ζευγάρι. Το πρόβλημα είναι ο πόλεμος και η μόνη λύση είναι η ζεύξη. Να εστιάζει ο καθένας στα δυνατά σημεία του άλλου και όχι στις αδυναμίες, γιατί έτσι ο σύντροφος ή η σύντροφος θα βγάλει τον καλύτερό του εαυτό. Αυτό φαίνεται και μέσα στο βιβλίο μου.  

- Στην «Κάθετη Έξοδο» υπάρχουν στην ουσία δύο ιστορίες, μία η κινηματογραφική ταινία που γυρίζει ο ήρωας του βιβλίου και δεύτερη η δική του ζωή. Πως καταφέρατε να μπλέξετε αυτές τις ιστορίες και γιατί το κάνατε;

Ξεκίνησα βάσει σχεδίου, δεν βγήκε τυχαία. Τελικά το σενάριο ταυτίζεται με την πραγματικότητα και αυτό εκπλήσσει και τον ήρωα αλλά και τον αναγνώστη, που μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται συμμέτοχος αυτής της ανακάλυψης. Από μια άλλη οπτική, η μια ιστορία αποκαλύπτει την εξέλιξη του εαυτού, μέσα από την απενοχοποίηση και την αναζήτηση της μέσης οδού, ενώ η ταινία ασχολείται με την κοινωνία και τη συνολική εξέλιξή της. Ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος, λοιπόν είναι η σφαιρική εικόνα των δύο ιστοριών.

- Στο βιβλίο σας περιγράφετε μια αγάπη που έρχεται σαν «δεύτερη ευκαιρία» και έτσι όπως την σκιαγραφείτε, μοιάζει ιδανική και απόλυτη. Είναι εύκολο να έχει κανείς μια τέτοιου είδους αγάπη σήμερα;

Η δεύτερη ευκαιρία υπάρχει πάντα για τον καθένα μας και περιμένει. Όμως λίγοι την καρπώνονται. Την εισπράττουν όσοι έχουν απενοχοποιηθεί, αγκαλιάσει τα λάθη τους και πήραν τη μεταγνώση. Το λάθος είναι σημαντικό ακόμα και στην επιστήμη, γιατί επισπεύδεις την αλλαγή της μεθόδου. Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή. Όμως αν δεν έχω μάθει απ’ τα λάθη μου, είναι γιατί εστιάζω την προσοχή μου στις ενοχές κι έτσι αναπόφευκτα επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη. Μόνο ο απενοχοποιημένος άνθρωπος μπορεί να προχωρήσει, λέω στην “Κάθετη Έξοδο”. Τότε βλέπει τη δεύτερη ευκαιρία, αλλιώς εγκλωβίζεται στον κύκλο της επανάληψης.

- Εμπιστεύονται, πιστεύετε, οι άνθρωποι σήμερα; Ή έχουμε γίνει όλοι καχύποπτοι;

Η βασική εμπιστοσύνη είναι δείγμα καλής ψυχικής υγείας. Όμως οι σχέσεις σήμερα είναι περισσότερο ανταγωνιστικές από ποτέ άλλοτε, κι αυτό γίνεται γιατί κανείς δεν μας έμαθε να εστιάζουμε στα συναισθήματα και στις ανάγκες μας και να τα εκφράζουμε με γνησιότητα, χωρίς να κάνουμε επίθεση στον άλλο. Αντί γι’ αυτό ξέρουμε καλά να παίζουμε το ρόλο του θύματος και του επικριτή, υποθέτοντας ότι ο άλλος γνωρίζει τις ανάγκες μας. Έτσι ξεκινάει ο ανταγωνισμός και χάνεται η επικοινωνία. Αρχίζει το εγώ - εσύ και χάνεται το εμείς. Παίζουμε σε διαφορετικές ομάδες, ενώ ανήκουμε στην ίδια. Πώς να μην είσαι λοιπόν καχύποπτος με τον απέναντι σου; Όμως ο πραγματικός αντίπαλος είναι ο άλλος ή μήπως όχι;

- Στο βιβλίο υπάρχουν καλοί και κακοί, με κλασικούς διαχωρισμούς. Όλοι τους βέβαια πολύ ανθρώπινα σκιαγραφημένοι. Είναι εξίσου μοιρασμένο το κακό και το καλό στην κοινωνία μας σήμερα;

Στην εποχή μας φαίνεται ότι το κακό υπερτερεί, όμως αυτό στηρίζεται στη δική μας άγνοια. Παράδειγμα: Ενορμητικά πολλές φορές μας βγαίνει να κάνουμε αντεπίθεση, αυτή και μόνο η κίνησή φτάνει να ενισχύσει το κακό, που θέλει να μας κάνει κτήμα του. Και να γίνουμε όμοιοι του. Έτσι ενισχύουμε τη δύναμή του. δυστυχώς όμως λίγοι το ξέρουν αυτό. Αρκετοί Μύστες ήρθαν στη γη να επισημάνουν αυτό το μήνυμα, αλλά χάθηκε εξαιτίας της υπερκατανάλωσης που κάνουμε σε καθετί.  

- Ποια είναι η ρουτίνα/το πρόγραμμα σας όταν γράφετε ένα βιβλίο; Πόσο εύκολα συγκεντρώνεστε;

Είμαι αφοσιωμένος ολοκληρωτικά σ’ αυτό που κάνω, γιατί δε μου αρέσουν  τα ημίμετρα. Δεν ξέρω για άλλους πώς γίνεται, για μένα όμως η συγγραφή είναι πλήρης απασχόληση και με τα χρόνια με απορροφά όλο και περισσότερο. Συγκεντρώνομαι σχετικά εύκολα, γιατί απλά εστιάζω στον κόσμο που ζουν οι ήρωες μου και ζω μαζί τους. Ο δρόμος αυτός βέβαια είναι μοναχικός, αλλά είναι και άλλο τόσο μαγικός.

- Από που ξεκινάτε να δομείτε έναν χαρακτήρα; Εμπνέεστε από πολύ κοντινά  σας πρόσωπα ή το αποφεύγετε;

Οι χαρακτήρες μου από τη στιγμή που θα γεννηθούν αποκτούν τέτοια ισχύ που δεν επιδέχονται επιδράσεις από κοντινά πρόσωπα ή αυτοβιογραφικά στοιχεία. Έχουν το δικό τους χώρο και τη δική τους αυτονομία. Ένα βιβλίο δεν αξίζει τόσο γιατί γνωρίζουμε ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα, αλλά γιατί μας παρουσιάζει έναν νέο τρόπο, για να κατανοήσουμε την ανθρώπινη ζωή, που μπορεί να επηρεάσει κι άλλους και μπορούμε κι εμείς να υιοθετήσουμε, για να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας. Ο συγγραφέας πρέπει να είναι και ένας υπονομευτής των ανώριμων βεβαιοτήτων, για να προσεγγίσει την αλήθεια. Χρησιμοποιώντας τον μύθο, προσπαθεί ν’ ανοίξει ένα παράθυρο, για να εμφανίσει χειροπιαστά στον κόσμο όλες τις πτυχές της ζωής.

- Η ζωή στην επαρχία είναι καλύτερη για έναν συγγραφέα;

Ζω στη Θεσσαλονίκη κατ’ επιλογή, η οποία είναι μια αστική πόλη, είμαι συνεχώς και με μια βαλίτσα στο χέρι. Δεν ξέρω αν η ζωή στην επαρχία είναι καλύτερη για ένα συγγραφέα, αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι χρειάζεται εναλλαγές, για να διατηρήσεις φρέσκια την εικόνα που έχεις για τον κόσμο. Πιστεύω βέβαια ότι η ζωή του συγγραφέα πρέπει από μόνη της να είναι ένα best seller για να έχει ισχύ η πένα του.

- Τι έχει αλλάξει στη ζωή σας  τα τελευταία τρία χρόνια μετά την  είσοδο της Ελλάδας στο Μνημόνιο;

Δεν ανήκω στη μερίδα των ευνοημένων και η κρίση έχει περιορίσει πολύ τις ανάγκες μου, όπως συμβαίνει στους περισσότερους Έλληνες. Σε κάθε περίπτωση όμως αναζητώ τους κατάλληλους τρόπους που θα με βοηθήσουν να διατηρήσω την εσωτερική μου ηρεμία και σε δύσκολες συνθήκες. Κάτι που περνάω και μέσα στο βιβλίο μου, γιατί καθετί που γράφω πρώτα το βιώνω εγώ. Ξεχώρισα το σημαντικό από το ασήμαντο και επιλέγω την ουσία. Υπάρχουν τόσα σπουδαία πράγματα στη ζωή μας, όπως η γαλήνη, η φιλία, η ειλικρίνεια, η ισορροπία, η ομορφιά γύρω μας, που δεν αγοράζονται με χρήματα. Όταν έρθει ο φόβος να χτυπήσει την πόρτα μου, ξέρω ότι είναι ανίσχυρος, αν εγώ δεν επικεντρωθώ σε αυτόν. Τώρα ο δύσκολος αγώνας για την επιβίωση δεν θα πρέπει να μειώσει τον αγώνα για ζωή. Αλλά ζωή δεν υπάρχει ουσιαστικά χωρίς εξέλιξη πνευματική.

Πιστεύω ότι όλοι έχουμε τη δύναμη να επιβιώσουμε  σε όποιες συνθήκες, αρκεί να στρέψουμε  την προσοχή μας από το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, στο πώς θα σταθούμε όρθιοι με το κεφάλι ψηλά. Καλό θα ήταν να αναλογιστούμε όλοι μας ότι ο Λαβύρινθος που υπάρχει γύρω μας, τελικά δεν έχει ταβάνι και η κάθετη έξοδος ίσως είναι μία από τις λύσεις τελικά.  

 

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης