papageorgiou

Το δίλημμα της εξόδου

Γ. Χ. Παπαγεωργίου

Μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου και το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης τα επόμενα ορόσημα αφορούν στο καθεστώς που θα υπάρχει μετά τη λήξη του μνημονίου και στις αποφάσεις που θα ληφθούν για το χρέος.

Τα δύο θέματα είναι αλληλένδετα, καθώς αξιωματούχοι από την πλευρά των δανειστών, περιγράφουν ένα καθεστώς το οποίο θα συνδέει την όποια ελάφρυνση του χρέους με υποχρεώσεις για την Ελλάδα. 

Χαρακτηριστική ήταν η συνέντευξη σε κυριακάτικη εφημερίδα του Τόμας Βίζερ, του ανθρώπου που προεδρεύει τα τελευταία επτά χρόνια στο Euroworking Group, το όργανο των τεχνοκρατών που συντονίζουν τα συμβούλια υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης.  Ο κ. Βίζερ συνταξιοδοτείται στο τέλος του μήνα, οπότε έχει την ευχέρεια να μιλήσει ανοιχτά για πράγματα που λέγονται εδώ και καιρό στους διαδρόμους των Βρυξελλών.

Η κυβέρνηση πάντως προσδοκά τη λεγόμενη “καθαρή έξοδο”, ενώ η αντιπολίτευση αμφισβητεί αυτήν την προοπτική, όπως φάνηκε από τις τοποθετήσεις των πολιτικών αρχηγών κατά τη συζήτηση στη Βουλή. 

Ο στόχος της κυβέρνησης είναι καθαρός: Επενδύει στην καθαρή έξοδο έτσι ώστε να έχει τη μέγιστη δυνατή ελευθερία κινήσεων για να προχωρήσει σε μέτρα που θα βελτιώσουν τη δημοτικότητά της εν όψει των επόμενων εκλογών. 

Ο Αλέξης Τσίπρας, άλλωστε, έχει κάθε λόγο να θέλει μια περίοδο όπου θα μπορεί να κυβερνήσει χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη των δανειστών και των αξιολογήσεων πάνω από το κεφάλι του και προφανώς ελπίζει ότι θα είναι σε θέση να προωθήσει ευνοϊκές αποφάσεις για τα λαϊκά στρώματα, τα οποία σύμφωνα με την πάγια κυβερνητική ρητορική είναι η πολιτική προτεραιότητα του ΣΥΡΙΖΑ. 

Τα μεγάλα ερωτήματα, όμως, ως προς το σχεδιασμό αυτό είναι δυο:

1. Πρώτον, από τη στιγμή που ήδη οι δανειστές κατεβάζουν τον πήχη, η “καθαρή” έξοδος δεν φαίνεται να είναι δεδομένη. Ασφαλώς, το όποιο νέο καθεστώς θα περιλαμβάνει κάποιους βαθμούς ελευθερίας για την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά είναι δεδομένο ότι θα υπάρχουν οι ασφυκτικοί δημοσιονομικοί περιορισμοί που προκύπτουν από την υποχρέωση για υψηλά πλεονάσματα, όπως και η οικονομική εποπτεία μέχρι την αποπληρωμή των χρεών, χώρια οι όποιες “υποχρεώσεις” που θα συνδεθούν με την ελάφρυνση του χρέους. 

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ενδεχομένως να υπάρχουν κάποιες οριακές δυνατότητες για παρεμβάσεις όπως για παράδειγμα, μια μικρή μείωση κάποιων φορολογικών συντελεστών, αλλά δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μπορεί να μοιράζει συντάξεις ή να αυξάνει μισθούς κατά βούληση. 

2. Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με τη σχέση ανάμεσα στο κόστος και το όφελος της καθαρής εξόδου. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι η Ελλάδα βγαίνει ελεύθερη στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί με μια “πεντακάθαρη” έξοδο, το δεδομένο είναι ότι το κόστος δανεισμού της θα είναι μεγαλύτερο από ότι εάν υπήρχε κάποιου είδους στήριξη, μια εγγύηση από την πλευρά των δανειστών. Το γεγονός, αυτό είχε επισημάνει προ ημερών ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. 

Πέραν του κόστους δανεισμού, όμως, ένα πλαίσιο υποστήριξης μετά το μνημόνιο ενδεχομένως να  δημιουργούσε κι ένα αίσθημα ασφάλειας σε σχέση με τις επενδύσεις, τις οποίες υποτίθεται ότι επιζητούμε ως χώρα διακαώς. 

Επομένως, μια “υποστηριζόμενη έξοδος” ασφαλώς έχει ένα πολιτικό κόστος, αλλά από την άλλη πλευρά ενδεχομένως να έχει οφέλη στο πεδίο των οικονομικών προσδοκιών και της πραγματικής οικονομίας, η οποία αποτελεί και την πρώτη προτεραιότητα της κυβέρνησης αλλά και όλων των Ελλήνων. 

Το δίλημμα είναι υπαρκτό και θα πρέπει να λυθεί εγκαίρως, διότι όποια και να είναι η λύση, όσο νωρίτερα γίνει γνωστή, τόσο καλύτερα για την οικονομία, είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά. 

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία