Αλεξάνδρα Γκράβας: Η mezzo soprano που κατέκτησε τον κόσμο

Αλεξάνδρα Γκράβας: Η mezzo soprano που κατέκτησε τον κόσμο

Η διεθνούς φήμης Ελληνίδα μεσόφωνος, που κάποιοι κάποτε τη θεωρούσαν κωφάλαλη, τραγουδάει με την ψυχή της, καταφέρνοντας πάντα να αγγίζει εκείνη του κοινού. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από μια καλλιτέχνιδα;

Αλεξάνδρα Γκράβας: Η mezzo soprano που κατέκτησε τον κόσμο
Ο Θεός τής έκανε ένα ανεκτίμητο δώρο: μια φωνή με ασύλληπτο βάθος, μοναδική έκφραση και ανεπανάληπτη λυρικότητα. Ενα δώρο το οποίο η Αλεξάνδρα Γκράβας φρόντισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο υπό τη σκέπη της γερμανικής κλασικής μουσικής και των ιερών τεράτων του ελληνικού πενταγράμμου. Η Ελληνίδα με τη μαγική φωνή γεννιέται και μεγαλώνει στη Φρανκφούρτη. Oταν χάνει σε μικρή ηλικία τον πατέρα της, τα ηνία της οικογένειας αναλαμβάνει η μητέρα της, η οποία δίνει αγώνα για να μεγαλώσει τα δύο της παιδιά. Η μουσική φαντάζει την εποχή εκείνη για την οικογένεια Γκράβα είδος πολυτελείας. Μια φίλη της παίζει πιάνο, οι μικρές περνούν πολλές ώρες μαζί και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα γίνεται αντιληπτό ότι η Αλεξάνδρα έχει ταλέντο: «Μόλις οι γονείς της φίλης μου κατάλαβαν ότι έχω μουσικό αφτί, αποφάσισαν να πληρώνουν τον καθηγητή να μου κάνει μάθημα χωρίς να το γνωρίζει η μητέρα μου. Μια μέρα ήρθε να με πάρει από το σπίτι τους και με είδε να παίζω πιάνο. Συγκινήθηκε και πολύ σύντομα με έγραψε στο ωδείο. Εμαθα πιάνο και αργότερα φλογέρα», λέει και το βλέμμα της συννεφιάζει αφού έχασε την πολυαγαπημένη της μητέρα Σταματία μόλις πριν από τρεις μήνες. Λίγα λεπτά αργότερα η θλίψη δίνει τη θέση της στις αναμνήσεις: «Ξεκίνησα να τραγουδάω στις γιορτές της ελληνικής κοινότητας της Γερμανίας. Στα 11 μου ήξερα πλέον ότι κάποτε θα γινόμουν τραγουδίστρια. Ωστόσο, στα 16 μου αντιμετώπισα ένα πρόβλημα με τη φωνή μου και επί ενάμιση χρόνο πήγαινα σε γιατρούς που δεν έβρισκαν την πάθησή μου. Οταν τελείωνα το Λύκειο ένας φωνίατρος διέγνωσε την πάθησή μου: φωνητική παράλυση που ξεκίνησε από λαρυγγίτιδα. Για ενάμιση χρόνο δεν μιλούσα καν. Κυκλοφορούσα με μπλοκ και στυλό και για να συνεννοηθώ έκανα παντομίμες». Ακολούθησαν οι σπουδές, με την Αλεξάνδρα να τελειώνει Μουσικολογία, Φιλοσοφία και Γερμανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. «Ηταν πολύ δύσκολα χρόνια. Πολλοί με θεωρούσαν κωφάλαλη. Οταν έκανα μαθήματα μουσικής, μου έλεγαν: “Τι θέλεις εσύ εδώ”; Τους απαντούσα ότι μια μέρα θα γίνω τραγουδίστρια κι εκείνοι γελούσαν. Οταν έφτασε η στιγμή που ο γιατρός μού είπε να μιλήσω, είχα ξεχάσει πώς είναι! Εκανα λογοπαιδεία, έμαθα να μιλάω ξανά, βρήκα μια καλή δασκάλα και ξεκίνησα μαθήματα φωνητικής, παρ’ όλες τις ενστάσεις της μητέρας μου. Για να μπορώ να πληρώνω τα μαθήματα έπιασα δουλειά στην γκαρνταρόμπα ενός θεάτρου κι επειδή η δασκάλα μου έμενε στο Λονδίνο, πήγαινα και τη συναντούσα κάθε δύο εβδομάδες στις Βρυξέλλες. Υστερα από δύο μήνες μου είπε ότι βρίσκει ενδιαφέρον στη φωνή μου. Εναν χρόνο αργότερα, πήρα μια βαλίτσα, 5.000 μάρκα και πήγα στο Λονδίνο για να κατακτήσω το όνειρό μου», θυμάται.

Κλείσιμο


Λίγο πριν από τη συναυλία της με τον Γιουνοσούκε Γιαμαμότο στην Ιαπωνία

Η μελωδία της ευτυχίας...

Ολα όμως είναι προς το παρόν εναντίον της. Δεν έχει γνωστούς, φίλους και τα χρήματα που διαθέτει είναι ελάχιστα. Πολυμήχανη και επίμονη, αναζητά μια δουλειά που δεν θα έχει επιπτώσεις στη φωνή της. Διδάσκει γερμανικά σε επιχειρηματίες και κερδίζει αρκετά χρήματα. Για τρία χρόνια η ζωή της ταυτίζεται με αμέτρητες ώρες μουσικών προβών, πολύωρα μαθήματα και σκληρή δουλειά. Το 1998 η Μάργκαρετ Γκιμπς τής δίνει την πρώτη της επαγγελματική ευκαιρία και κάνει το ντεμπούτο της στο City Opera του Λονδίνου, όπου παραμένει για τρία χρόνια. Παράλληλα, εργάζεται στο English National Opera Studio μαζί με τη Μαίρη Κινγκ και δοκιμάζεται στο οπερετικό ρεπερτόριο: «Οταν βγήκα για πρώτη φορά στη σκηνή έτρεμαν τα πόδια μου. Παράλληλα όμως ένιωσα απελευθερωμένη γιατί μπορούσα να τραγουδήσω και συνάμα δικαιωμένη γιατί ακούμπησα το όνειρό μου», λέει και συνεχίζει: «Δεν ήταν λίγες οι φορές που μου έβαλαν τρικλοποδιά ή που μου είπαν ότι δεν κάνω για την όπερα. Εκλαψα πολύ, αλλά δεν το έβαλα κάτω». Το 2000 βρίσκει συνθέτες που γράφουν μουσική εμπνευσμένη από μεγάλους Ελληνες ποιητές και συνθέτες, φτιάχνει την ορχήστρα ORAMA Ensemble και ρίχνεται στη μάχη ξανά: «Η πρώτη μας εμφάνιση έγινε στο South Bank του Λονδίνου και στο πέρασμα του χρόνου καταφέραμε να κάνουμε εμφανίσεις μέχρι την Ιαπωνία. Γνωρίσαμε μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση», σημειώνει κι ένα χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό της. Σήμερα το μουσικό φάσμα της Αλεξάνδρας περιλαμβάνει μια εντυπωσιακά μεγάλη γκάμα τραγουδιών, από άριες και κλασικά κομμάτια μέχρι παραδοσιακό και μοντέρνο τραγούδι. Οι ελληνικές ρίζες της διαδραμάτισαν επίσης έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην καριέρα της, καθώς η εκτέλεση έργων μοντέρνων Ελλήνων συνθετών αποτελούσε και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ρεπερτορίου της, που συντίθεται από έργα Γερμανών, Γάλλων, Ιταλών και Αγγλων συνθετών. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η Ελληνίδα mezzo soprano έχει βρεθεί μουσικά στις πρεμιέρες έργων μεγάλων συνθετών, όπως των Μίκη Θεοδωράκη, Δημοσθένη Στεφανίδη, Μίμη Πλέσσα, Τζορτζ Τσοντάκη (βραβευμένου με Grammy), Φράνσις Τζέιμς Μπράουν, Αχίμ Μπεργκ, Ντάντε Μπορσέτο, Χαρούε Κουνέντα, Γιουνοσούκε Γιαμαμότο και Οτο Φροϊντένταλ.



Με τον Μίκη Θεοδωράκη δούλεψε αρκετό καιρό, ενώ ερμήνευσε τα κομμάτια του «Raven», «Ερως και Θάνατος» και «Les Eluard»

Το 2006 αποφασίζει ότι θέλει να φύγει από το Λονδίνο. «Το άγχος ήταν τεράστιο και η γνωριμία μου με τον σύζυγό μου Παναγιώτη Σκορδά με έκανε να θέλω να ζήσω άλλα πράγματα». Μετακομίζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα ταξιδεύει για συναυλίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Το 2006 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Ελλάδα στη συναυλία του Μίμη Πλέσσα μαζί με τον Μάριο Φραγκούλη στο Ολυμπιακό Στάδιο και αποθεώνεται από πλήθος κόσμου. Στη συνέχεια βρίσκεται με τον σύζυγό της για τρία χρόνια στη Βιέννη συνεχίζοντας τις συναυλίες ανά τον κόσμο, μέχρι τη στιγμή όπου ο Μίκης Θεοδωράκης την επιλέγει να ερμηνεύσει τα κομμάτια «Raven», «Ερως και Θάνατος» και «Les Eluard». «Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι εξαιρετικός, δοτικός και ζωντανός μύθος. Οταν ήμουν κοριτσάκι ήταν το είδωλό μου και ήταν ο πρώτος δίσκος που είχα ακούσει. Το να δουλέψω μαζί του ήταν ένα άπιαστο όνειρο και είχα συγκινηθεί πολύ», θυμάται. Στη Βιέννη μένει έγκυος και σταματάει το τραγούδι για τρία ολόκληρα χρόνια. «Θήλαζα τον γιο μου για δύο χρόνια και ένιωθα υπέροχα ακόμη και χωρίς να τραγουδάω. Το παιδί με άλλαξε και με έκανε να δω τα πράγματα αλλιώς. Μέχρι τότε ήμουν πολύ εγωίστρια. Δεν μου έλειψαν στιγμή τα φώτα, η σκηνή και το χειροκρότημα γιατί το μεγαλύτερο φως βρισκόταν στο σπίτι μου και είναι ο γιος μου!», επισημαίνει. Σήμερα, πιο ώριμη, πιο συνειδητοποιημένη και πιο ευτυχισμένη από ποτέ, απολαμβάνει τους καρπούς μιας ακόμα δισκογραφικής δουλειάς που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό με τίτλο «Songbook 1 / On the wings of love - Με του έρωτα τις ευωδιές». «Η δουλειά αυτή περιλαμβάνει αγαπημένα μου κομμάτια από διάφορες στιγμές στη ζωή μου και κάθε τραγούδι αποτυπώνει και μια προσωπική ιστορία. Σε αυτή τη δουλειά μόνο όταν τολμήσεις να ξεφύγεις από το δεδομένο μπορεί να έχεις ευκαιρία». Πώς καταφέρνει άραγε να συνδυάζει οικογένεια και καριέρα; «Με έναν καλό άνδρα! Είναι δύσκολο, αλλά ο γιος μου ο Στράτος πρέπει να μάθει ότι η μαμά δουλεύει και ταξιδεύει πολύ στο εξωτερικό για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό είναι μάθημα ζωής».



Με τον διάσημο Γερμανό βαρύτονο Γκούντερ Εμερλιχ
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Δείτε Επίσης