Εκλογές στο Ισραήλ: Οι κάλπες οδηγούν σε αδιέξοδο ή παραμονή Νετανιάχου

Εκλογές στο Ισραήλ: Οι κάλπες οδηγούν σε αδιέξοδο ή παραμονή Νετανιάχου

Ο Γκάντι Αϊζενκοτ εμφανίζεται να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει κυβερνητική πλειοψηφία - Ο Νετανιάχου διατηρεί πολλές ελπίδες για την παραμονή του στην εξουσία και το ενδεχόμενο μιας νέας εκλογικής αναμέτρησης παραμένει ανοιχτό

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Εκλογές στο Ισραήλ: Οι κάλπες οδηγούν σε αδιέξοδο ή παραμονή Νετανιάχου
Άνοιξαν σήμερα, Τρίτη 27 Οκτωβρίου, οι κάλπες στο Ισραήλ, σε μια εκλογική αναμέτρηση που ενδέχεται να τερματίσει την πολυετή κυριαρχία του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, χωρίς απαραίτητα να οδηγήσει σε αλλαγή κυβέρνησης. Οι Ισραηλινοί προσέρχονται στις κάλπες έχοντας πίσω τους τρία χρόνια πολέμου, διαδοχικών στρατιωτικών επιχειρήσεων και μιας βαθιάς εσωτερικής κρίσης που άρχισε με την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Οι τελευταίες προεκλογικές δημοσκοπήσεις έδιναν προβάδισμα στον πρώην αρχηγό των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, Γκάντι Αϊζενκοτ, ωστόσο η πρωτιά δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Ο Νετανιάχου, παρά τη σημαντική φθορά του, διατηρεί ένα συμπαγές εκλογικό ακροατήριο και, κυρίως, ένα δίκτυο πολιτικών συμμαχιών που του επιτρέπει να διεκδικεί την παραμονή του στην εξουσία, ακόμη και αν το Λικούντ δεν αναδειχθεί πρώτο κόμμα.

Εκλογές στο Ισραήλ: Οι κάλπες οδηγούν σε αδιέξοδο ή παραμονή Νετανιάχου

Ο Νετανιάχου διεκδικεί ακόμη μία θητεία έχοντας απέναντί του έναν αντίπαλο που γνωρίζει καλύτερα από πολλούς το ισραηλινό σύστημα εθνικής ασφάλειας. Ο Αϊζενκοτ έχει καταφέρει να συγκεντρώσει σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων που επιθυμούν αλλαγή ηγεσίας χωρίς ριζική αναθεώρηση της στρατηγικής ασφάλειας της χώρας. Η άνοδός του δεν εκφράζει μια γενικευμένη μετακίνηση της ισραηλινής κοινωνίας προς την Αριστερά. Αντίθετα, αποτυπώνει την προσπάθεια αναζήτησης μιας διαφορετικής διακυβέρνησης, με πρόσωπα που προέρχονται από τον ίδιο στρατιωτικό και πολιτικό κόσμο, ο οποίος διαμόρφωσε επί δεκαετίες την ισραηλινή πολιτική.

Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα εξηγεί γιατί οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν μια εκλογική αναμέτρηση με πιθανό νικητή, αλλά χωρίς ορατό κυβερνητικό αποτέλεσμα. Το κόμμα του Αϊζενκοτ μπορεί να αναδειχθεί πρώτο, το Λικούντ μπορεί να διατηρήσει ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό εκλογικό ακροατήριο, αλλά κανένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα δεν διαθέτει, με βάση τις περισσότερες μετρήσεις, τις 61 έδρες που απαιτούνται για την απόλυτη πλειοψηφία στην Κνεσέτ των 120 μελών.

Το Ισραήλ κινδυνεύει έτσι να βρεθεί μπροστά σε ένα γνώριμο πολιτικό αδιέξοδο, αυτή τη φορά όμως με σημαντικά μεγαλύτερο περιφερειακό και διεθνές διακύβευμα.

Συμπαγές ακροατήριο

Η δημοσκόπηση που δημοσιοποίησε στις 19 Οκτωβρίου το ισραηλινό Channel 12 έδινε 24 έδρες στο «Ευθύς» (Yashar) του Αϊζενκοτ, 21 στο Λικούντ (Likud) του Νετανιάχου και 14 στο «Μαζί» (B' Yachad) του πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του σιωνιστικού αντιπολιτευόμενου στρατοπέδου συγκέντρωναν συνολικά 55 έδρες, έναντι 51 για τα κόμματα που στηρίζουν τον Νετανιάχου. Οι άλλες 14 έδρες κατανέμονταν στους δύο αραβικούς πολιτικούς σχηματισμούς.

Εκλογές στο Ισραήλ: Οι κάλπες οδηγούν σε αδιέξοδο ή παραμονή Νετανιάχου
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός και ηγέτης του κόμματος Λικούντ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, μιλά σε οπαδούς του

Στο ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, ο Αϊζενκοτ προηγούνταν του Νετανιάχου με 45% έναντι 33%. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει την προσωπική δυναμική του πρώην στρατηγού, χωρίς να μεταφράζεται αυτομάτως σε κυβερνητική πλειοψηφία.

Η πολιτική ανθεκτικότητα του Νετανιάχου αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της ισραηλινής εκλογικής ιστορίας των τελευταίων δεκαετιών. Παρά τη φθορά της πολυετούς παραμονής του στην εξουσία, την κριτική για τις ευθύνες της 7ης Οκτωβρίου, τις δικαστικές του περιπέτειες και τις διαρκείς συγκρούσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησής του, διατηρεί ένα συμπαγές ακροατήριο και έναν μηχανισμό πολιτικής κινητοποίησης που κανένας αντίπαλός του δεν έχει κατορθώσει να αποδυναμώσει αποφασιστικά.

Η εκλογική του στρατηγική στηρίζεται σε δύο βασικές επιδιώξεις. Η πρώτη είναι να μετατρέψει την αναμέτρηση από αξιολόγηση της διακυβέρνησής του σε επιλογή για το ποιος μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ. Η δεύτερη είναι να παρουσιάσει μια πιθανή κυβέρνηση Αϊζενκοτ ως πολιτικά ασταθή, εξαρτημένη από κόμματα με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και ενδεχομένως από την υποστήριξη των Αράβων βουλευτών.

Σε αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε και η παρέμβασή του την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, όταν παρουσίασε την εκλογική αναμέτρηση ως επιλογή ανάμεσα στον ίδιο και τον Ντόναλντ Τραμπ, από τη μία πλευρά, και στον Αϊζενκοτ και τον επικεφαλής της Ra’am, Μανσούρ Αμπάς, από την άλλη. Η διατύπωση δεν ανταποκρίνεται στις δημόσιες δεσμεύσεις του Αϊζενκοτ, ο οποίος έχει αποκλείσει τη συμμετοχή αραβικών κομμάτων σε κυβέρνηση υπό την ηγεσία του. Είναι, ωστόσο, μια πολιτικά υπολογισμένη προσπάθεια να συσπειρωθεί το συντηρητικό ακροατήριο γύρω από το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης που ο Νετανιάχου παρουσιάζει ως επικίνδυνη για την ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα του Ισραήλ. Η στήριξη του Αμερικανού προέδρου συνιστά ένα πρόσθετο πολιτικό πλεονέκτημα.

Εκλογές στο Ισραήλ: Οι κάλπες οδηγούν σε αδιέξοδο ή παραμονή Νετανιάχου
Ο Γκάντι Αϊζενκοτ, ηγέτης του κόμματος Γιασάρ, κατά την επίσκεψή του στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ

Ο Αϊζενκοτ έχει διαμορφώσει το πολιτικό του προφίλ γύρω από την εμπειρία της στρατιωτικής διοίκησης, την προσωπική του αξιοπιστία σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και την ανάγκη αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους κρατικούς θεσμούς. Η στρατιωτική του διαδρομή τού επιτρέπει να αντιπαρατεθεί στον Νετανιάχου χωρίς να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος μιας πολιτικής γραμμής που αμφισβητεί τις βασικές ισραηλινές θέσεις για τη Γάζα, τη Χαμάς και το Ιράν.

Οι συμμαχίες

Αυτή είναι και η βασική εξήγηση της εκλογικής του ανόδου. Ένα μέρος της ισραηλινής κοινωνίας επιθυμεί την αποχώρηση του Νετανιάχου, χωρίς να επιθυμεί χαλάρωση της στρατιωτικής πολιτικής. Ο Αϊζενκοτ απευθύνεται ακριβώς σε αυτούς τους ψηφοφόρους, προτείνοντας αλλαγή προσώπων και πολιτικού ύφους.

Το πρόβλημα για τον ίδιο ξεκινά από τη σύνθεση της αντιπολίτευσης. Ο Μπένετ, ο οποίος έχει ήδη διατελέσει πρωθυπουργός, επικεφαλής του «Μαζί», αποτελεί έναν αναγκαίο αλλά όχι αυτονόητα εύκολο κυβερνητικό εταίρο. Ο Αβιγκντορ Λίμπερμαν, επικεφαλής του «Ισραήλ το Σπίτι μας» (Yisrael Beiteinu), διατηρεί αυστηρά δεξιές και εθνικιστικές θέσεις, ενώ ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των «Δημοκρατών» (The Democrats), εκπροσωπεί τον προοδευτικό χώρο της ισραηλινής πολιτικής.

Ένα από τα κρισιμότερα στοιχεία της αναμέτρησης είναι η συμμετοχή της αραβικής μειονότητας, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 21% του ισραηλινού πληθυσμού. Το Reuters, σε ανάλυσή του, ανέδειξε τη σημασία της προσέλευσης των Αράβων ψηφοφόρων, με τις εκτιμήσεις των δημοσκόπων να τοποθετούν τη συμμετοχή τους κοντά στο 63%, αυξημένη σε σύγκριση με τις εκλογές του 2022. Η ενίσχυση της αραβικής εκπροσώπησης θα μπορούσε να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τη συγκρότηση μιας δεξιάς πλειοψηφίας, καθώς θα περιόριζε τον αριθμό των εδρών που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι υπόλοιποι σχηματισμοί. Δεν θα συνεπαγόταν, όμως, αυτομάτως και ενίσχυση των κυβερνητικών δυνατοτήτων του Αϊζενκοτ.

Εδώ εντοπίζεται το βασικό παράδοξο της εκλογικής αναμέτρησης. Τα αραβικά κόμματα μπορούν να συμβάλουν στην αποτροπή της επιστροφής του Νετανιάχου με κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά η ενδεχόμενη αριθμητική υπεροχή μιας ευρύτερης αντιπολίτευσης δεν αρκεί για να διαμορφώσει μια νέα κυβέρνηση.

Εξίσου καθοριστική είναι η θέση των υπερορθόδοξων κομμάτων Σας (Shas) και «Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά» (United Torah Judaism), που αποτελούν παραδοσιακούς συμμάχους του Νετανιάχου. Το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας των υπερορθόδοξων ανδρών έχει εξελιχθεί σε μία από τις βαθύτερες κοινωνικές αντιπαραθέσεις του Ισραήλ. Η διατήρηση των εξαιρέσεων από τη στράτευση προκαλεί αντιδράσεις σε μια κοινωνία όπου οι έφεδροι έχουν επωμιστεί ιδιαίτερα μεγάλο μέρος των πολεμικών επιχειρήσεων μετά τον Οκτώβριο του 2023.

Για τους υπερορθόδοξους, η διατήρηση του καθεστώτος των θρησκευτικών σπουδών συνιστά θεμελιώδη πολιτική διεκδίκηση. Για μεγάλο τμήμα του υπόλοιπου πληθυσμού, η άνιση κατανομή των στρατιωτικών υποχρεώσεων έχει μετατραπεί σε ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Η αντίθεση αυτή θα αποτελέσει μία από τις πρώτες σοβαρές δοκιμασίες οποιασδήποτε νέας κυβέρνησης.

Οι διαφορές

Η πιθανότητα πολιτικής αλλαγής στο Ισραήλ προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη Δύση, όμως μια κυβέρνηση Αϊζενκοτ δεν θα σήμαινε κατ' ανάγκην ουσιαστική ανατροπή της ισραηλινής πολιτικής στα σημαντικότερα ζητήματα ασφαλείας. Αυτό είναι και το κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης που δημοσίευσε το Reuters στις 22 Οκτωβρίου, εξετάζοντας τις διαφορές των δύο βασικών διεκδικητών της εξουσίας σε σχέση με το Παλαιστινιακό.

Τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Αϊζενκοτ αντιτίθενται στην ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους υπό τις σημερινές συνθήκες. Αμφότεροι θεωρούν ότι η Χαμάς δεν μπορεί να εξακολουθήσει να αποτελεί στρατιωτική ή πολιτική δύναμη στη Γάζα, ενώ αποδέχονται την ανάγκη διατήρησης αποφασιστικού ισραηλινού ελέγχου στα ζητήματα ασφάλειας.

Οι ουσιαστικότερες διαφορές εμφανίζονται στη Δυτική Οχθη και στον τρόπο άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής. Ο Νετανιάχου έχει επιτρέψει τη σημαντική επέκταση των εβραϊκών εποικισμών, ενώ οι ακροδεξιοί κυβερνητικοί εταίροι του προωθούν ανοιχτά την προσάρτηση κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών. Ο Αϊζενκοτ δεν απορρίπτει συνολικά την εποικιστική δραστηριότητα, αλλά διαφοροποιείται απέναντι στους μη εγκεκριμένους εποικισμούς και τη βία των εποίκων. Εχει επίσης εκφράσει αντίθεση στο σχέδιο ανάπτυξης της περιοχής E1, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο για τη γεωγραφική συνέχεια της Δυτικής Οχθης.

Στη Γάζα, ο Αϊζενκοτ υποστηρίζει την αντικατάσταση της διακυβέρνησης της Χαμάς εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα, χωρίς όμως να δεσμεύεται για μια άμεση και πλήρη αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων πριν από τον αφοπλισμό της οργάνωσης.

Ανάλογη συνέχεια θα πρέπει να αναμένεται και στην ισραηλινή πολιτική απέναντι στο Ιράν. Η αντιμετώπιση της Τεχεράνης δεν αποτελεί αποκλειστική προτεραιότητα της κυβέρνησης Νετανιάχου, αλλά βασικό στοιχείο της ισραηλινής στρατηγικής ασφαλείας, το οποίο συμμερίζεται ευρύ φάσμα του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου.

Η πραγματική διαφορά μιας κυβέρνησης Αϊζενκοτ πιθανότατα θα εντοπιζόταν περισσότερο στο επίπεδο των θεσμών, των σχέσεων με τους δυτικούς εταίρους και στον περιορισμό της επιρροής των πιο ακραίων πολιτικών δυνάμεων.

Τα σενάρια

Με βάση την πιο πρόσφατη δημοσκοπική εικόνα, τρία σενάρια συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον. Το πρώτο είναι η διατήρηση του Νετανιάχου στην εξουσία μέσω μιας νέας δεξιάς κυβερνητικής συμμαχίας. Το δεύτερο σενάριο είναι η ανάδειξη του Αϊζενκοτ σε πρωθυπουργό μέσα από μια ευρεία κυβερνητική συμφωνία με τον Μπένετ, τον Λίμπερμαν και τον Γκολάν. Το τρίτο σενάριο είναι η παράταση του πολιτικού αδιεξόδου. Το ενδεχόμενο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή, μέχρι τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, ο Νετανιάχου θα μπορεί να παραμείνει στη θέση του υπηρεσιακά.

Ακόμη και αν το αποτέλεσμα διαμορφωθεί από την αριθμητική των εδρών, η ιστορική σημασία αυτών των εκλογών βρίσκεται στην πρώτη ολοκληρωμένη εκλογική αποτίμηση της περιόδου που ακολούθησε την 7η Οκτωβρίου 2023. Για σημαντικό τμήμα των Ισραηλινών, η βασική πολιτική εκκρεμότητα αφορά τις ευθύνες για την αποτυχία αποτροπής της επίθεσης της Χαμάς και τη διαχείριση του πολέμου που ακολούθησε.

Ο Νετανιάχου εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την κριτική για το γεγονός ότι παρέμεινε στην εξουσία μετά τη μεγαλύτερη αποτυχία του ισραηλινού συστήματος ασφαλείας των τελευταίων δεκαετιών.

Το Associated Press έχει επισημάνει ότι η εμπειρία της 7ης Οκτωβρίου εξακολουθεί να καθορίζει τη στάση των ψηφοφόρων. Επιζώντες των επιθέσεων, οικογένειες θυμάτων και πολίτες που συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Η ίδια ιστορική εμπειρία παράγει, ωστόσο, διαφορετικά πολιτικά συμπεράσματα. Για ορισμένους ψηφοφόρους ενισχύει την απαίτηση αλλαγής ηγεσίας. Για άλλους δικαιολογεί τη στήριξη μιας ακόμη πιο σκληρής πολιτικής ασφάλειας.

Τρία χρόνια μετά την 7η Οκτωβρίου, το Ισραήλ καλείται να επιλέξει όχι μόνο τον επόμενο πρωθυπουργό του, αλλά και το πολιτικό σχήμα που θα αναλάβει τη διακυβέρνησή του σε μια περίοδο διαρκούς αβεβαιότητας. Το αποτέλεσμα θα καθορίσει τη θέση του Νετανιάχου στην επόμενη ημέρα, αλλά και τον βαθμό στον οποίο μια αλλαγή προσώπων μπορεί πράγματι να μεταβάλει την πορεία της χώρας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης