Να απορρίψει δημόσια το
τουρκολιβυκό μνημόνιο και να ξεκαθαρίσει ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα σε βάρος τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας, ζητά από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών
Μάρκο Ρούμπιο το
Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC), προειδοποιώντας ότι οι τουρκολιβυκές διεκδικήσεις θέτουν σε κίνδυνο και αμερικανικά ενεργειακά και στρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε επιστολή προς τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, το HALC, του οποίου εκτελεστικός διευθυντής είναι ο
Έντι Ζεμενίδης, ασκεί κριτική στην πρόσφατη τοποθέτηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υποστηρίζοντας ότι είναι ασθενέστερη από τη θέση που είχε διατυπώσει η Ουάσιγκτον το 2019.
Η παρέμβαση έρχεται μετά την
επικύρωση του μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου, εξέλιξη που προκάλεσε την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επανέφερε στο προσκήνιο τις επιπτώσεις της συμφωνίας για τις θαλάσσιες διεκδικήσεις και τις ενεργειακές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η οργάνωση αντιπαραβάλλει την αμερικανική στάση με εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία στις 21 Οκτωβρίου,
με τη στήριξη και των 27 κρατών μελών, επανέλαβε ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και είναι «άκυρο και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη». Αντίστοιχες αντιρρήσεις, όπως επισημαίνει, έχουν διατυπώσει η Αίγυπτος και το Ισραήλ.
Αντίθετα, στην απάντησή του στις 22 Οκτωβρίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ
ενθάρρυνε την επίλυση των θαλάσσιων διαφορών μέσω διαπραγματεύσεων καλής πίστης και τον διμερή διάλογο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ως συμμάχων στο ΝΑΤΟ. Το HALC υπενθυμίζει ότι το 2019, όταν υπογράφηκε το μνημόνιο, η αμερικανική διπλωματία είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία «αντιπαραγωγική και προκλητική».
Κατά το HALC, η αποφυγή σαφούς αμερικανικής τοποθέτησης επί της νομικής διάστασης του μνημονίου ενέχει τον κίνδυνο να ερμηνευθεί από την Άγκυρα και την Τρίπολη ως
σιωπηρή αποδοχή των διεκδικήσεών τους.
Στο επίκεντρο οι αμερικανικές ενεργειακές επενδύσεις
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην παρουσία αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών στις θαλάσσιες περιοχές γύρω από την Κρήτη.
Η επιστολή αναφέρεται στις συμβάσεις που υπέγραψε τον Φεβρουάριο η
Chevron για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε τέσσερις υπεράκτιες περιοχές στην Ελλάδα, με ποσοστό συμμετοχής 70%, συμπεριλαμβανομένων των οικοπέδων «Νότια Κρήτη 1» και «Νότια Κρήτη 2».
Όπως επισημαίνεται, η Λιβύη έχει διαμαρτυρηθεί επισήμως για τις ελληνικές έρευνες στις συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές, ενώ το τουρκικό υπουργείο Άμυνας έχει υποστηρίξει ότι τα οικόπεδα της Chevron επικαλύπτονται με τη θαλάσσια ζώνη που το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποδίδει στη Λιβύη.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στην
ExxonMobil, η οποία διαθέτει δικαιώματα έρευνας ως διαχειρίστρια σε δύο θαλάσσια οικόπεδα δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, όπου έχουν πραγματοποιηθεί σεισμικές έρευνες από το 2022.
Το HALC συνδέει τις συγκεκριμένες επενδύσεις με την προσπάθεια της Ευρώπης να περιορίσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο και με την ευρύτερη αμερικανική ενεργειακή στρατηγική στην περιοχή.
Επικαλούμενη μάλιστα την ίδια την τοποθέτηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, σύμφωνα με την οποία η επίλυση των θαλάσσιων διαφορών ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και έρευνες, η οργάνωση υποστηρίζει ότι η αμφισβήτηση των θαλάσσιων ορίων δημιουργεί αβεβαιότητα για τις αμερικανικές εταιρείες που καλούνται να επενδύσουν σημαντικά κεφάλαια σε έρευνες μεγάλου βάθους.