Από το Παρίσι έως τα Τίρανα: Γιατί η κοινωνική οργή εξαπλώνεται στην Ευρώπη, οι βαθύτερες αιτίες της αναταραχής

Η οικονομική πίεση στη νεότερη γενιά και η δυσπιστία απέναντι στις κυβερνήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο μιας αναταραχής που δεν περιορίζεται πλέον σε μία χώρα

Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης και η διαφθορά έχουν οδηγήσει εκατοντάδες χιλιάδες Ευρωπαίους στους δρόμους. Από τις βίαιες συγκρούσεις στη Γαλλία και την Αλβανία έως τις κινητοποιήσεις στην Ιβηρική Χερσόνησο και τη Σερβία, οι εθνικές κρίσεις αποκτούν κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η οικονομική πίεση στη νεότερη γενιά και η δυσπιστία απέναντι στις κυβερνήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο μιας αναταραχής που δεν περιορίζεται πλέον σε μία χώρα.

Η εικόνα που διαμορφώνεται τις τελευταίες ημέρες στην Ευρώπη παραπέμπει σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής αμφισβήτησης, με διαφορετικές εθνικές αφετηρίες αλλά όλο και περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά. Από το Παρίσι, όπου οι διαδηλώσεις της 17ης
Οκτωβρίου εξελίχθηκαν σε μια από τις σοβαρότερες εκρήξεις βίας των τελευταίων ετών, έως τα Τίρανα, όπου φοιτητές συγκρούστηκαν με την αστυνομία ζητώντας την παραίτηση της κυβέρνησης, ένα σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας εκφράζει πλέον τη δυσαρέσκειά του στους δρόμους. 

Στο Μιλάνο και στις Βρυξέλλες καταγράφηκαν επίσης βίαια επεισόδια, ενώ στην Ισπανία και την Πορτογαλία το στεγαστικό πρόβλημα κινητοποιεί χιλιάδες πολίτες. Στη Σερβία, η διαμαρτυρία απέναντι στην κρατική διαφθορά έχει αποκτήσει σαφές πολιτικό περιεχόμενο και στην Ελλάδα οι κινητοποιήσεις για την εκπαίδευση και τη φοιτητική στέγη αποτυπώνουν αντίστοιχες, αν και μικρότερης έντασης, κοινωνικές πιέσεις.




Η ταυτόχρονη εκδήλωση αυτών των κινητοποιήσεων δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ενιαίο κίνημα εξέγερσης. Οι αιτίες διαφέρουν, όπως διαφέρουν οι πολιτικές συνθήκες και η έκταση των επεισοδίων. Υπάρχει ωστόσο ένα χαρακτηριστικό που επαναλαμβάνεται από χώρα σε χώρα. Η καθημερινότητα μεγάλων κοινωνικών ομάδων επιβαρύνεται από το κόστος διαβίωσης, ενώ η πρόσβαση στη στέγαση, την ποιοτική εκπαίδευση και τις δημόσιες υπηρεσίες γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Την ίδια στιγμή, η δυνατότητα των κυβερνήσεων να ανταποκριθούν στις διεκδικήσεις περιορίζεται από δημοσιονομικές υποχρεώσεις και ανταγωνιστικές πολιτικές προτεραιότητες. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η
κοινωνική δυσαρέσκεια εκδηλώνεται σε μια περίοδο αυξημένων αμυντικών δαπανών, ενεργειακής αβεβαιότητας και συνεχιζόμενων διεθνών κρίσεων.




Η υποστήριξη της Ουκρανίας, οι συνέπειες των πολέμων στις διεθνείς αγορές και οι απαιτήσεις για δημοσιονομική σταθερότητα περιορίζουν τα περιθώρια νέων κοινωνικών παρεμβάσεων. Η σύνδεση αυτών των παραγόντων δεν εξηγεί από μόνη της τις διαδηλώσεις, προσφέρει όμως το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται.

Γαλλία: Από την εξέγερση των μαθητών στη μεγαλύτερη κρίση της τελευταίας περιόδου Μακρόν


Η Γαλλία αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετατροπής μιας κινητοποίησης με συγκεκριμένα εκπαιδευτικά αιτήματα σε γενικευμένη κοινωνική αναταραχή. Οι πρώτες διαμαρτυρίες οργανώθηκαν από μαθητές που κατήγγειλαν ελλείψεις εκπαιδευτικών, προβλήματα στις σχολικές υποδομές και τη διαρκή υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Η κινητοποίηση απέκτησε σταδιακά μεγαλύτερη απήχηση, καθώς φοιτητές, εργατικά συνδικάτα και οργανώσεις που είχαν πρωταγωνιστήσει σε προηγούμενους κύκλους διαδηλώσεων συντάχθηκαν με τα αιτήματα των μαθητών.

Η 17η Οκτωβρίου αποτέλεσε σημείο καμπής. Σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 550.000 πολίτες συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, ενώ η εργατική συνομοσπονδία CGT ανέβασε τον αριθμό στις 800.000. Στο Παρίσι, στη Λυών, στη Μασσαλία, στη Λιμόζ και σε άλλες μεγάλες πόλεις, τμήματα των συγκεντρώσεων εξελίχθηκαν σε εκτεταμένες συγκρούσεις με την αστυνομία. Καταστήματα λεηλατήθηκαν, αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν και δημόσια κτίρια δέχθηκαν επιθέσεις. Στη Λιμόζ πυρπολήθηκε το δημαρχείο, ενώ στην πρωτεύουσα η αστυνομία δυσκολεύτηκε να ελέγξει την κατάσταση σε αρκετά σημεία.

Σύμφωνα με τον απολογισμό που μετέδωσε το Reuters στις 18 Οκτωβρίου, ένας διαδηλωτής έχασε τη ζωή του, εκατοντάδες αστυνομικοί τραυματίστηκαν και οι συλλήψεις πλησίασαν τις 1.800. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν την κλίμακα της κρίσης, αλλά δεν
πρέπει να οδηγούν στην ταύτιση των εκατοντάδων χιλιάδων ειρηνικών διαδηλωτών με τις ομάδες που προκάλεσαν καταστροφές. Η κυβέρνηση απέδωσε σημαντικό μέρος της βίας σε ομάδες της άκρας Αριστεράς, ενώ οι καταγγελίες για υπέρμετρη αστυνομική βία
προστέθηκαν στην πολιτική αντιπαράθεση.


Η βαθύτερη αιτία της γαλλικής κρίσης δεν περιορίζεται στο εκπαιδευτικό σύστημα. Η αύξηση του κόστους ζωής, οι τιμές των καυσίμων και η κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών έχουν ενισχύσει τη δυσαρέσκεια απέναντι στον Εμανουέλ Μακρόν. Η Γαλλία
αντιμετωπίζει ταυτόχρονα σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, με το υψηλό δημόσιο χρέος και την ανάγκη περιορισμού των ελλειμμάτων να περιορίζουν τις δυνατότητες αύξησης των κοινωνικών δαπανών.

Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί βρίσκεται επομένως αντιμέτωπη με δύο αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις. Από τη μία πλευρά καλείται να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες και από την άλλη να χρηματοδοτήσει ένα κοινωνικό κράτος του οποίου η
λειτουργία αμφισβητείται ολοένα εντονότερα. Ακόμη και η υπόσχεση για την ενίσχυση των σχολείων με 3.000 εκπαιδευτικούς δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει το σύνολο των αιτημάτων που πλέον έχουν τεθεί.

Η πολιτική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Ο Μακρόν εισέρχεται στο τελευταίο διάστημα της προεδρίας του, με τις επόμενες προεδρικές εκλογές προγραμματισμένες για την άνοιξη του 2027. Η φθορά της κυβέρνησης και η αδυναμία ουσιαστικής κοινοβουλευτικής συνεννόησης επιβαρύνουν το πολιτικό περιβάλλον. Η σημερινή αναταραχή προστίθεται σε
μια μακρά περίοδο κοινωνικών συγκρούσεων, η οποία περιλαμβάνει τα «Κίτρινα Γιλέκα», τις αντιδράσεις στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και τις επανειλημμένες απεργίες στον δημόσιο τομέα.



Η επανάληψη των κινητοποιήσεων επί σχεδόν μία δεκαετία αποκαλύπτει τη δυσκολία του γαλλικού πολιτικού συστήματος να
εξασφαλίσει ευρεία κοινωνική συναίνεση για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις.


Αλβανία: Η νεολαία στους δρόμους και η ευθεία αμφισβήτηση του Έντι Ράμα


Στην Αλβανία, οι κινητοποιήσεις παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ενώ στη Γαλλία κυριαρχούν η κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών και το κόστος ζωής, στα Τίρανα τα κοινωνικά αιτήματα συνδέονται άμεσα με την αμφισβήτηση της πολιτικής εξουσίας.

Χιλιάδες νέοι συγκεντρώθηκαν στις 17 Οκτωβρίου έξω από το υπουργείο Παιδείας, κατά την πέμπτη ημέρα ενός διευρυνόμενου φοιτητικού κινήματος, ζητώντας την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα. Ομάδες διαδηλωτών επιτέθηκαν σε αστυνομικούς με πέτρες και αντικείμενα, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποίησαν δακρυγόνα, χειροβομβίδες
κρότου-λάμψης και αύρες.


Μία ημέρα νωρίτερα, καταγράφηκαν επιθέσεις σε δημόσια κτίρια, ακόμη και εμπρησμός εισόδου του υπουργείου Οικονομικών. Η ανεργία και οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές των νέων, η κατάσταση των πανεπιστημίων και οι καταγγελίες διαφθοράς αποτελούν τον πυρήνα των διεκδικήσεων.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η αίσθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη βελτίωση των συνθηκών ζωής για ένα σημαντικό τμήμα της νέας γενιάς. Το στοιχείο που διαφοροποιεί την Αλβανία είναι ότι οι φοιτητικές κινητοποιήσεις έχουν αποκτήσει σαφή αντικυβερνητικό στόχο. Οι διαδηλωτές δεν ζητούν μόνο αλλαγές στην εκπαίδευση ή οικονομικές ενισχύσεις, αλλά θέτουν ζήτημα παραμονής του πρωθυπουργού στην εξουσία. Η κυβέρνηση αποδίδει μέρος των επεισοδίων σε εξτρεμιστικά στοιχεία, χωρίς
η συγκεκριμένη εκτίμηση να αποτελεί από μόνη της εξήγηση για το εύρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Για μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη φυγή νέων στο εξωτερικό και σημαντικές διαφορές εισοδήματος με τη Δυτική Ευρώπη, η συμμετοχή των φοιτητών έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Το αίτημα για επαγγελματική προοπτική συνδέεται πλέον με την
απαίτηση για διαφάνεια και αποτελεσματικότερη λειτουργία των θεσμών.


Σερβία: Μια σιδηροδρομική τραγωδία που εξελίχθηκε σε πολιτικό κίνημα


Στη Σερβία, οι σημερινές κινητοποιήσεις έχουν τις ρίζες τους στην 1η Νοεμβρίου 2024, όταν κατέρρευσε το στέγαστρο του σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ, προκαλώντας τον θάνατο 16 ανθρώπων. Η τραγωδία προκάλεσε καταγγελίες για πλημμελή έλεγχο των δημόσιων έργων, κρατική διαφθορά και έλλειψη λογοδοσίας.


Οι πρώτες διαδηλώσεις οργανώθηκαν στο Νόβι Σαντ, αλλά σύντομα επεκτάθηκαν στο Βελιγράδι και σε άλλες πόλεις. Φοιτητές και πανεπιστημιακοί συγκρότησαν ένα κίνημα με αιτήματα τη δημοσιοποίηση στοιχείων για το δυστύχημα, την απόδοση ευθυνών και την
προστασία των πολιτών που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις. Οι επιθέσεις εναντίον διαδηλωτών από υποστηρικτές της κυβέρνησης επιδείνωσαν το κλίμα, ενώ η πολιτική κρίση οδήγησε σε παραιτήσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη του πρωθυπουργού Μίλος
Βούτσεβιτς.

Το κίνημα έχει πλέον αποκτήσει ευρύτερο περιεχόμενο, καθώς οι διαδηλωτές αμφισβητούν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας και απαιτούν μεγαλύτερη θεσμική διαφάνεια. Η πολιτική ένταση ενισχύεται από την προεκλογική περίοδο, με τους φοιτητές να επιχειρούν να μεταφέρουν τη δυναμική των κινητοποιήσεων και στο εκλογικό πεδίο.

Η περίπτωση της Σερβίας διαφέρει από τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Η αφορμή δεν υπήρξε μια αύξηση φόρων ή κάποια μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση, αλλά μια τραγωδία που οι διαδηλωτές αντιμετώπισαν ως αποτέλεσμα συστημικών αδυναμιών. Το κεντρικό αίτημα δεν είναι πρωτίστως η οικονομική ανακούφιση, αλλά η λογοδοσία της πολιτικής εξουσίας.


Ιταλία: Η ακρίβεια, οι δημόσιες υπηρεσίες και η νέα κοινωνική ένταση


Η Ιταλία βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με βίαια επεισόδια το Σαββατοκύριακο της 17ης και 18ης Οκτωβρίου. Στο Μιλάνο, διαδηλώσεις για το αυξημένο κόστος διαβίωσης, τις δημόσιες υπηρεσίες και τους πολέμους εξελίχθηκαν σε συγκρούσεις στην πλατεία του
Ντουόμο. Ομάδες κουκουλοφόρων επιτέθηκαν σε αστυνομικές δυνάμεις, λεηλάτησαν καταστήματα και προκάλεσαν φωτιές, ενώ παρόμοιες εικόνες καταγράφηκαν στην Μπολόνια και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ιταλίας. Η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα
και αύρες για τη διάλυση των συγκεντρώσεων, με τις αρχές να προχωρούν σε δεκάδες συλλήψεις.

Η κατάσταση στο Μιλάνο παρέμεινε τεταμένη και στις 19 Οκτωβρίου, με καταστήματα στην πολυτελή εμπορική περιοχή της Βία Μοντεναπολεόνε να κατεβάζουν πρόωρα ρολά υπό τον φόβο νέων επεισοδίων. Σύμφωνα με το Reuters, οι ιταλικές αρχές είχαν προχωρήσει σε 271 προσαγωγές και 32 συλλήψεις, με σημαντική παρουσία ανηλίκων μεταξύ των
συλληφθέντων. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι καταδίκασε τα επεισόδια και συγκάλεσε κυβερνητική σύσκεψη για την αντιμετώπιση της βίας, ενώ εξετάζονται αυστηρότερα μέτρα ασφάλειας.

Η ιταλική κινητοποίηση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε μία οικονομική παράμετρο. Η αύξηση των καθημερινών δαπανών, οι πιέσεις στα εισοδήματα και η δυσαρέσκεια για την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών συνδυάζονται με αντιπολεμικά
αιτήματα και αντιδράσεις απέναντι στις κυβερνητικές προτεραιότητες. Η συμμετοχή νεότερων ηλικιών και η παρουσία ομάδων που δεν φαίνεται να συνδέονται άμεσα με τους αρχικούς διοργανωτές δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες για τις αρχές.


Για την κυβέρνηση Μελόνι, η νέα ένταση δημιουργεί ένα πολιτικό δίλημμα. Η αντιμετώπιση των καταστροφών και η προστασία της δημόσιας ασφάλειας αποτελούν άμεσες κυβερνητικές προτεραιότητες. Η αυστηροποίηση των αστυνομικών μέτρων, ωστόσο, δεν
αντιμετωπίζει τις οικονομικές αιτίες που κινητοποιούν τους ειρηνικούς διαδηλωτές. Πρόκειται για δύο διακριτά προβλήματα, τα οποία η ιταλική κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα.


Βέλγιο: Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις φέρνουν μαθητές και φοιτητές απέναντι στην αστυνομία


Στο Βέλγιο, η κοινωνική ένταση έχει ως βασική αφετηρία τις αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα και την αύξηση του κόστους σπουδών. Στις 7 Οκτωβρίου, στη Λιέγη, μαθητές συμμετείχαν σε διαδηλώσεις κατά των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης της Ομοσπονδίας Βαλλονίας-Βρυξελλών και της αύξησης των φοιτητικών τελών, με την αστυνομία να
χρησιμοποιεί δακρυγόνα. Οι κινητοποιήσεις επεκτάθηκαν, ενώ στις 17 Οκτωβρίου σημειώθηκαν συγκρούσεις και στις Βρυξέλλες.

Στη βελγική πρωτεύουσα, εκατοντάδες διαδηλωτές, κυρίως νέοι, συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της πόλης. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ομάδες διαδηλωτών συγκρούστηκαν με αστυνομικούς και ανέτρεψαν αυτοκίνητο, προκαλώντας την επέμβαση των δυνάμεων
ασφαλείας με αύρες και δακρυγόνα. Ο υπουργός Εσωτερικών Μπερνάρ Κεντέν καταδίκασε τη βία και υπογράμμισε την ανάγκη προστασίας της δημόσιας τάξης.

Η ιδιαιτερότητα του Βελγίου είναι ότι η αντιπαράθεση αναπτύσσεται σε ένα σύνθετο θεσμικό σύστημα, όπου οι αρμοδιότητες για την εκπαίδευση κατανέμονται στις γλωσσικές κοινότητες. Οι διαδηλωτές αντιδρούν σε μεταρρυθμίσεις που, κατά την άποψή τους, μπορούν να περιορίσουν την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και να αυξήσουν την οικονομική επιβάρυνση των οικογενειών.

Το βελγικό παράδειγμα δείχνει πώς ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ζήτημα μπορεί να αποκτήσει ευρύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά, όταν συνδέεται με την ακρίβεια και την αβεβαιότητα για τις προοπτικές των νέων. Η γειτνίαση με τη Γαλλία και η χρονική σύμπτωση των διαδηλώσεων προσδίδουν στις κινητοποιήσεις μεγαλύτερη δημοσιότητα, χωρίς να σημαίνει ότι τα δύο κινήματα έχουν ταυτόσημα αιτήματα ή ενιαία οργάνωση.


Ισπανία και Πορτογαλία: Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε πολιτικό πρόβλημα


Στην Ιβηρική Χερσόνησο, οι κοινωνικές κινητοποιήσεις έχουν διαφορετική αφετηρία. Η αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τη νεότερη γενιά και δημιουργεί αυξανόμενη πίεση στις κυβερνήσεις της
Ισπανίας και της Πορτογαλίας.

Στην Ισπανία, οι διαδηλώσεις ενισχύθηκαν μετά την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας από την κατοικία της στη Μαδρίτη και τον θάνατό της που ακολούθησε. Η υπόθεση απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα και λειτούργησε ως αφορμή για κινητοποιήσεις κατά των εξώσεων, της αύξησης των ενοικίων και της περιορισμένης προσφοράς κατοικιών. Στη Βαρκελώνη σημειώθηκαν και βίαια επεισόδια, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των κινητοποιήσεων έχει επικεντρωθεί σε συγκεκριμένες κοινωνικές και νομοθετικές διεκδικήσεις.

Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ προχώρησε στην έγκριση 21 έκτακτων μέτρων για τη στεγαστική κρίση, μεταξύ των οποίων προβλέψεις για την προστασία ευάλωτων ενοικιαστών, παρεμβάσεις στις βραχυχρόνιες και εποχικές μισθώσεις και χρηματοδοτικά
εργαλεία για την κατοικία. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη δημιουργίας χρηματοδοτικού μηχανισμού ύψους 10 δισ. ευρώ για στεγαστικά δάνεια και επιδοτήσεις κατασκευών. Οι παρεμβάσεις παρουσιάστηκαν σε ένα ήδη επιβαρυμένο πολιτικό
περιβάλλον, ενόψει των πρόωρων βουλευτικών εκλογών που έχουν οριστεί για τις 29 Νοεμβρίου.

Το ισπανικό πρόβλημα έχει βαθύτερες οικονομικές αιτίες. Η αύξηση των τιμών κατοικίας και ενοικίασης, η περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών σε μεγάλες πόλεις και η διαφορά ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την αγοραστική δυνατότητα πολλών
εργαζομένων έχουν καταστήσει την κατοικία ολοένα δυσκολότερα προσβάσιμη. Οι νέοι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην απόκτηση οικονομικής αυτονομίας, ακόμη και όταν διαθέτουν σταθερή απασχόληση.

Στην Πορτογαλία, η εικόνα παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες. Στις 17 Οκτωβρίου, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στη Λισαβόνα, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της μεγαλύτερης εργατικής συνομοσπονδίας της χώρας, CGTP. Οι κινητοποιήσεις
επικεντρώθηκαν στους χαμηλούς μισθούς, στο υψηλό κόστος ζωής και στις δυσκολίες εξεύρεσης κατοικίας, ιδιαίτερα στη Λισαβόνα και στο Πόρτο.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν την έκταση του προβλήματος. Σύμφωνα με το Reuters, οι τιμές κατοικιών στην Πορτογαλία έχουν υπερδιπλασιαστεί από το 2017, ενώ τα ενοίκια των νέων μισθώσεων έχουν σχεδόν διπλασιαστεί. Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2026, με τις τιμές τροφίμων και καυσίμων να επιβαρύνουν περαιτέρω τους
οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Την ίδια περίοδο, οι τιμές των καυσίμων είχαν αυξηθεί κατά 15% σε ετήσια βάση.

Η οικονομική πίεση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στα νοικοκυριά που εξαρτώνται από έναν ή δύο χαμηλούς μισθούς. Η αύξηση των ενοικίων απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, περιορίζοντας τις δυνατότητες αποταμίευσης και δημιουργίας οικογένειας. Οι κινητοποιήσεις στη Λισαβόνα, αλλά και οι συμβολικοί καταυλισμοί ακτιβιστών στο Πόρτο, αποτυπώνουν μια κοινωνική διεκδίκηση που υπερβαίνει πλέον τον στενό χώρο των φοιτητών και των χαμηλόμισθων εργαζομένων.

Σε αντίθεση με τη Γαλλία ή την Αλβανία, η Πορτογαλία δεν αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή αντίστοιχη έκταση βίαιων συγκρούσεων. Η σημαντική διαφορά είναι ότι οι οργανωμένες εργατικές και κοινωνικές κινητοποιήσεις ασκούν πίεση στην κυβέρνηση μέσα από μαζικές αλλά κατά βάση ειρηνικές διαδηλώσεις.


Η νέα γενιά στο επίκεντρο και τα όρια της ευρωπαϊκής οικονομίας


Η σύγκριση των οκτώ χωρών αναδεικνύει ένα χαρακτηριστικό που αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η νέα γενιά δεν συμμετέχει πλέον στις κινητοποιήσεις μόνο για ζητήματα εκπαίδευσης. Στη Γαλλία ζητά καλύτερα σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες, στην Αλβανία
διεκδικεί επαγγελματική προοπτική και πολιτική αλλαγή, στη Σερβία απαιτεί λογοδοσία, ενώ στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα θέτει στο επίκεντρο το δικαίωμα στην κατοικία.

Η οικονομική ανάπτυξη από μόνη της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει κοινωνική σταθερότητα, ιδιαίτερα όταν τα οφέλη της δεν γίνονται αισθητά στο διαθέσιμο εισόδημα και στην καθημερινή ζωή. Το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά πόσο αυξάνεται το εθνικό
εισόδημα, αλλά ποιο μέρος του παραμένει στη διάθεση των εργαζομένων μετά την κάλυψη βασικών αναγκών. Η στέγαση, οι μεταφορές, η ενέργεια και η εκπαίδευση αποτελούν πλέον κρίσιμους παράγοντες για την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν έναν ολοένα δυσκολότερο καταμερισμό των δημοσίων πόρων. Η ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας, η ενεργειακή ασφάλεια, οι δημογραφικές πιέσεις και οι δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους
περιορίζουν τα περιθώρια για πρόσθετες παρεμβάσεις. Οι κοινωνικές δαπάνες βρίσκονται επομένως στο επίκεντρο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για τις πολιτικές προτεραιότητες των επόμενων ετών.

Η αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών δεν αποτελεί αποδεδειγμένη άμεση αιτία των σημερινών διαδηλώσεων σε όλες τις χώρες. Δημιουργεί όμως πρόσθετη δημοσιονομική πίεση, η οποία μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα ανταπόκρισης σε αιτήματα για παιδεία, υγεία και κοινωνική προστασία. Η διαφορά αυτή έχει σημασία, καθώς εξηγεί γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να ενισχύεται ακόμη και σε χώρες όπου οι βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν θετική εικόνα.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η δυσπιστία προς την πολιτική εκπροσώπηση. Στην Αλβανία και τη Σερβία, η διαφθορά και η λειτουργία των θεσμών αποτελούν άμεσες αιτίες κινητοποίησης. Στη Γαλλία, οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι κοινωνικής σύγκρουσης
συνδέονται με τη δυσκολία εξεύρεσης πολιτικής συναίνεσης. Στην Ισπανία, οι πιέσεις για το στεγαστικό εξελίσσονται μέσα σε μια περίοδο έντονης κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης.

Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας, αλλά κοινό σημείο παραμένει η αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών που εφαρμόζονται.


Η επόμενη ημέρα για την Ευρώπη


Η κοινωνική αναταραχή που καταγράφεται σήμερα στην Ευρώπη δεν αποτελεί ακόμη μια ενιαία κρίση με κοινή πολιτική κατεύθυνση. Η Γαλλία αντιμετωπίζει μια ευρείας κλίμακας σύγκρουση για το κόστος ζωής και τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους. Η Αλβανία και η Σερβία βρίσκονται αντιμέτωπες με κινήματα που θέτουν άμεσα ζητήματα διαφθοράς και πολιτικής λογοδοσίας. Η Ιταλία και το Βέλγιο αντιμετωπίζουν κινητοποιήσεις που συνδυάζουν οικονομικά και εκπαιδευτικά αιτήματα, ενώ στην Ισπανία, στην Πορτογαλία
και στην Ελλάδα κυριαρχεί η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία.

Η διάρκεια και η εξέλιξη αυτών των κινητοποιήσεων θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τις απαντήσεις των κυβερνήσεων. Η αστυνομική αντιμετώπιση της βίας μπορεί να αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη, δεν είναι όμως από μόνη της αρκετή για να περιορίσει τη δυσαρέσκεια που προκαλούν τα οικονομικά και θεσμικά προβλήματα. Αντίστοιχα, μεμονωμένα κοινωνικά μέτρα ενδέχεται να προσφέρουν βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, χωρίς απαραίτητα να αντιμετωπίζουν τις αιτίες που έχουν συσσωρευτεί επί χρόνια.

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αντίφαση που γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αγνοηθεί. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις επιχειρούν να προσαρμοστούν σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένων στρατηγικών και οικονομικών απαιτήσεων. Από την άλλη,
σημαντικά τμήματα των κοινωνιών τους ζητούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια και αποτελεσματικότερη λειτουργία των δημόσιων θεσμών.

Η ταυτόχρονη παρουσία χιλιάδων διαδηλωτών στους δρόμους διαφορετικών ευρωπαϊκών χωρών αποτυπώνει αυτή την αντίφαση. Δεν προεξοφλεί μια γενικευμένη ευρωπαϊκή εξέγερση, αναδεικνύει όμως τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις όταν η
οικονομική πίεση διαρκεί, οι δημόσιες υπηρεσίες αμφισβητούνται και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς περιορίζεται. Το σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα για το επόμενο διάστημα είναι αν οι κοινωνικές διεκδικήσεις θα παραμείνουν διακριτές και εθνικά προσδιορισμένες ή αν η παρατεταμένη οικονομική πίεση θα ενισχύσει την εμφάνιση νέων κινητοποιήσεων και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: REUTERS
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr