Η ζωή του
Αμίλκαρε Τσιπριάνι θα μπορούσε να αποτελεί το σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Πολέμησε σε διαφορετικές χώρες, βρέθηκε αντιμέτωπος με στρατούς και κυβερνήσεις, τον έστειλαν εξορία ενώ όταν του προσφέρθηκε η δυνατότητα να αποκτήσει μια θέση στο
ιταλικό κοινοβούλιο την απέρριψε για να μην ορκιστεί πίστη στον βασιλιά.
Ο Αμίλκαρε Τσιπριάνι γεννήθηκε στις
18 Οκτωβρίου 1844, στην παραθαλάσσια πόλη Άντσιο της Ιταλίας και υπήρξε μία από τις πιο ιδιαίτερες φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα. Μεγάλωσε στο Ρίμινι, σε ένα περιβάλλον όπου η εχθρότητα απέναντι στην παπική εξουσία είχε ισχυρή παρουσία, σύμφωνα με το
treccani.it.
Από πολύ νεαρή ηλικία έδειξε ότι δεν επρόκειτο να ακολουθήσει μια συνηθισμένη πορεία. Το 1859, σε ηλικία
15 ετών, κατατάχθηκε εθελοντικά στον στρατό του Πεδεμοντίου και πήρε μέρος στη μάχη του Σαν Μαρτίνο, κατά τον δεύτερο πόλεμο της
ιταλικής ανεξαρτησίας, λαμβάνοντας τον βαθμό του
δεκανέα.
Ωστόσο, το 1860
λιποτάκτησε προκειμένου να ακολουθήσει τον
Τζουζέπε Γκαριμπάλντι στην εκστρατεία των χιλίων (la spedizione dei mille), η οποία συνέβαλε στην ενοποίηση της Ιταλίας. Ο Τσιπριάνι απέκτησε τον βαθμό του
αξιωματικού αλλά το 1862 εγκατέλειψε τον στρατό για να συμμετάσχει στην εκστρατεία του
Γκαριμπάλντι για τη Ρώμη, η οποία τερματίστηκε στο Ασπρομόντε.
Μετά τα γεγονότα του Ασπρομόντε, ο Τσιπριάνι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιταλία για να αποφύγει τη σύλληψη και κατέφυγε στην
Αθήνα. Στην Ελλάδα, βρέθηκε σε μια περίοδο έντονων πολιτικών αναταραχών. Τον Οκτώβριο του 1862 ο
βασιλιάς Όθωνας ανετράπη έπειτα από εξέγερση και η χώρα βρισκόταν σε μεταβατική φάση. Ο Τσιπριάνι συνδέθηκε με αντιμοναρχικά κινήματα της εποχής, συμμετέχοντας στις συγκρούσεις στην Αθήνα το 1863.
Από το Λονδίνο, στην Αίγυπτο και στην Κρήτη
Μετά την αποχώρησή του από την Ελλάδα, ο Τσιπριάνι βρέθηκε στο
Λονδίνο, όπου το 1864 παρακολούθησε την ιδρυτική συγκέντρωση της Α' Διεθνούς. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αίγυπτο, συμμετείχε σε επιστημονική αποστολή εξερεύνησης του Νείλου και δραστηριοποιήθηκε στην οργάνωση ενώσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κοινοτήτων της χώρας.
Το 1866 επέστρεψε για να πολεμήσει στο πλευρό των δυνάμεων του Γκαριμπάλντι, ενώ αργότερα βρέθηκε στην
Κρήτη, υποστηρίζοντας την εξέγερση εναντίον των
οθωμανών. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον Γάλλο επαναστάτη Γκουστάβ Φλουράνς, με τον οποίο θα ξανασυναντιόταν στην παρισινή κομμούνα.
Με την επιστροφή του στην
Αίγυπτο, ενεπλάκη σε ένα γεγονός που θα είχε μακροχρόνιες συνέπειες. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1867, στην Αλεξάνδρεια, δέχθηκε επίθεση κατά τη διάρκεια καβγά και σκότωσε με μαχαίρι τον Φ. Σαλτίνι, ενώ σκοτώθηκαν και δύο Αιγύπτιοι φρουροί που τον καταδίωκαν, σ
ύμφωνα με τo treccani.it. Το περιστατικό θα επέστρεφε πολλά χρόνια αργότερα για να τον οδηγήσει ενώπιον της ιταλικής δικαιοσύνης.
Δύο καταδίκες σε θάνατο
Το 1870 ο Τσιπριάνι βρέθηκε στη Γαλλία, σε μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της ιστορίας της λόγω του γαλλοπρωσικού πολέμου της πτώσης του Ναπολέοντα και της αναταραχής που επικρατούσε στο Παρίσι. Ο
Αμίλκαρε Τσιπριάνι συμμετείχε στις συγκρούσεις εναντίον των πρωσικών δυνάμεων, αλλά και στα γεγονότα που προηγήθηκαν της εγκαθίδρυσης της παρισινής κομμούνας το 1871.
Στις 2 Απριλίου 1871, κατά τη διάρκεια σύγκρουσης με τις δυνάμεις που υποστήριζαν την κυβέρνηση των Βερσαλλιών, ο Τσιπριάνι συνελήφθη. Στην ίδια σύγκρουση σκοτώθηκε ο στενός του φίλος Γκουστάβ Φλουράνς.
Ο ίδιος οδηγήθηκε στις Βερσαλλίες και
καταδικάστηκε σε θάνατο. Γλίτωσε την εκτέλεση έπειτα από παρέμβαση του Αδόλφου Θιέρσου, ο οποίος φοβόταν πιθανά
αντίποινα σε βάρος ομήρων.
Μετά το τέλος της κομμούνας, ο Τσιπριάνι
καταδικάστηκε ξανά σε θάνατο. Για δεύτερη φορά απέφυγε το εκτελεστικό απόσπασμα, καθώς η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια.
Τον Μάιο του 1872 επιβιβάστηκε στο πλοίο «Danae», με προορισμό την
Νέα Καληδονία στον Ειρηνικό. Το ταξίδι διήρκεσε 45 ημέρες. Εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεών του με τον κυβερνήτη του πλοίου, παρέμεινε για μεγάλα διαστήματα αλυσοδεμένος στο αμπάρι.
Ο Αμίλκαρε Τσιπριάνι παρέμεινε στη Νέα Καληδονία για οκτώ χρόνια περνώντας από περιόδους σχετικής ελευθερίας σε νέες φυλακίσεις, καθώς αντιδρούσε στις αποικιακές αρχές. Ταυτόχρονα έστελνε επιστολές σε ιταλικές εφημερίδες.
Το 1880, χάρη σε γενική αμνηστία, επέστρεψε στη
Γαλλία αλλά η ελευθερία δεν θα διαρκέσει πολύ.
Ο κρατούμενος 2403 και η άρνηση να ζητήσει χάρη
Μετά την επιστροφή του, ο Τσιπριάνι εκδιώχθηκε από τη Γαλλία και κατέφυγε στην
Ελβετία όπου σχεδίαζε αντιμοναρχική εξέγερση στην Ιταλία. Όμως στις 31 Ιανουαρίου 1881
συνελήφθη στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ρίμινι. Αντιμετώπισε κατηγορίες για συνωμοσία κατά του κράτους, οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν, αλλά και για τους θανάτους στην
Αλεξάνδρεια το 1867.
Στη δίκη που πραγματοποιήθηκε στην Ανκόνα, τον Φεβρουάριο του 1882, καταδικάστηκε σε
25 χρόνια κάθειρξη. Οδηγήθηκε στη φυλακή του Πορτολόνγκο με αριθμό κρατουμένου 2403. Η φυλάκισή του προκάλεσε αντιδράσεις στην Ιταλία. Το όνομα του Τσιπριάνι εμφανίστηκε ακόμη και σε
εκλογικές αναμετρήσεις ως υποψηφιότητα διαμαρτυρίας. Παρότι εξελέγη, η εκλογή του ακυρώθηκε.
Υπό την πίεση της κοινής γνώμης, η κυβέρνηση αναζήτησε τρόπο να τον απελευθερώσει. Του ζητήθηκε να υπογράψει αίτηση απονομής χάριτος, αλλά εκείνος αρνήθηκε επανειλημμένα, ακόμη και όταν φίλοι του προσπάθησαν να τον μεταπείσουν.
Τελικά, τον Ιούλιο του 1888, οι αρχές προχώρησαν σε πράξη επιείκειας χωρίς να απαιτήσουν την υπογραφή του. Ακολούθησε
στρατιωτική δίκη για τη λιποταξία του το 1862, στην οποία αθωώθηκε και επέστεψε στο Ρίμινι.
Η Πρωτομαγιά του 1891
Ο Τσιπριάνι δεν εγκατέλειψε την πολιτική δράση μετά την
αποφυλάκισή του. Εγκαταστάθηκε στο
Παρίσι και ανέπτυξε πρωτοβουλίες για τη συνεργασία των ευρωπαϊκών κινημάτων, ενώ εξακολούθησε να συμμετέχει σε οργανώσεις.
Την 1η Μαΐου 1891 βρέθηκε στη Ρώμη ως κεντρικός ομιλητής σε συγκέντρωση στην πλατεία Σάντα Κρότσε ιν Τζερουζαλέμε. Η συγκέντρωση κατέληξε σε αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικούς, με νεκρούς και τραυματίες. Ο Τσιπριάνι
συνελήφθη και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης, μέρος των οποίων εξέτισε στις φυλακές της Περούτζια. Το 1893 συμμετείχε στο διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο στη Ζυρίχη αλλά αποχώρησε.
Επιστροφή στην Ελλάδα και μάχη στον ελληνοτουρκικό πόλεμο
Το 1897, όταν ξέσπασε ο
ελληνοτουρκικός πόλεμος, ο Αμίλκαρε Τσιπριάνι αποφάσισε να πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων. Τότε είχαν φτάσει στην Ελλάδα εκατοντάδες ξένοι εθελοντές, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο γιος του
Τζουζέπε Γκαριμπάλντι, Ριτσιότι. Σύμφωνα με το treccani.it, ο Τσιπριάνι οργάνωσε και διοίκησε δικό του
σώμα εθελοντών, το οποίο πραγματοποίησε επιχειρήσεις ανταρτοπολέμου στη
Μακεδονία, στα μετόπισθεν του οθωμανικού στρατού.
Στη συνέχεια συμμετείχε στη
μάχη του Δομοκού, στις 17 Μαΐου 1897, μία από τις καθοριστικές συγκρούσεις του πολέμου. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει προς τον Δομοκό μετά τις προηγούμενες ήττες στη Θεσσαλία. Εκεί προσπάθησαν να ανακόψουν την προέλαση του οθωμανικού στρατού, υπό τον Ετέμ Πασά.
Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν επί ώρες, αλλά οι οθωμανικές δυνάμεις κατάφεραν να απειλήσουν το δεξί πλευρό της ελληνικής παράταξης. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος διέταξε τότε υποχώρηση, προκειμένου να αποφευχθεί η περικύκλωση.
Ο
Αμίλκαρε Τσιπριάνι τραυματίστηκε στο πόδι. Ήταν το τελευταίο τραύμα που απέκτησε σε πεδίο μάχης.
Βουλευτής που δεν ορκίστηκε
Μετά τον τραυματισμό του στην Ελλάδα, ο Τσιπριάνι επέστρεψε στην
Ιταλία για να αναρρώσει. Το όνομά του επανήλθε στις
βουλευτικές εκλογές του 1897 και εξελέγη ξανά. Ωστόσο, η εκλογή του ακυρώθηκε.
Η πολιτική του σταδιοδρομία είχε ακόμη ένα παράδοξο κεφάλαιο. Το 1914, σε ηλικία σχεδόν 70 ετών, εξελέγη βουλευτής στο Μιλάνο με περισσότερες από 10.000 ψήφους, έχοντας την υποστήριξη πτέρυγας του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος.
Ανάμεσα στους υποστηρικτές της υποψηφιότητάς του ήταν και ο
Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν ηγετική φυσιογνωμία της σοσιαλιστικής πτέρυγας και διευθυντής της εφημερίδας «Avanti!».
Παρά την εκλογική του νίκη, ο Τσιπριάνι αρνήθηκε να
ορκιστεί πίστη στον Ιταλό βασιλιά, όπως απαιτούσε η νομοθεσία εκείνη την εποχή με αποτέλεσμα να μην αναλάβει κοινοβουλευτικά καθήκοντα.
Τα τελευταία χρόνια στο Παρίσι
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Τσιπριάνι εγκαταστάθηκε μόνιμα στο
Παρίσι και εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αρχικά στην εφημερίδα La Petite Republique και αργότερα στην L’ Humanite.
Το 1914, με την έναρξη του
Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υποστήριζε την πολεμική προσπάθεια εναντίον της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας. Η στάση του συνδεόταν με την υποστήριξή του προς την Γαλλία και τους ανθρώπους που θεωρούσε θύματα της στρατιωτικής επιθετικότητας.
Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, η υποστήριξή του φαίνεται ότι ατόνησε. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και οικονομικές δυσκολίες ενώ είχε αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια ζωή.
Πέθανε στις
30 Απριλίου 1918, στο Παρίσι, σε ηλικία 73 ετών. Η μνήμη του διατηρήθηκε ζωντανή στην Ιταλία και όπως καταγράφει η ιταλική ilmanifesto.it, διασώζεται μια αφήγηση από τα
γηρατειά του στο Παρίσι: ηλικιωμένος και καταπονημένος, ο Τσιπριάνι συνήθιζε να αγοράζει μικρά
πτηνά από πλανόδιους πωλητές στις όχθες του Σηκουάνα, μόνο και μόνο για να ανοίξει τα κλουβιά και να τα αφήσει ελεύθερα.